Category Archives: Πολιτική Φιλοσοφία

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ (του Θανάση Τσακίρη)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο: plato_technocratic_democracy

LWJWR3ypTGa8E0p3YkwaWQ

ΤΕΧΝΟΚΡΑTIA

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Η τεχνοκρατία ως η κυριαρχία των ειδικών στην τεχνολογία και τις κοινωνικές επιστήμες αποτέλεσε μια πρώτη θεωρητική και πολιτική απάντηση στο ερώτημα τι μπορεί να γίνει στην περίπτωση των σύγχρονων κοινωνιών που έχουν καταστεί πολύπλοκες και είναι δύσκολη η διακυβέρνησή τους με τις παραδοσιακές μορφές της εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας.
Πώς, όμως, διαμορφώθηκε αυτή η άποψη και ποιες είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας λογικής αν ακολουθηθεί στο πολιτικό και στο κοινωνικό; Ο όρος «τεχνοκρατία» εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Αναφέρεται στη μορφή εξουσίας που ασκείται με βάση τη «επιστήμη» και τη «δεξιότητα». Διαφέρει από τις άλλες μορφές άσκησης εξουσίας όπως η δημοκρατία (εξουσία του λαού), η απολυταρχία (εξουσία ενός ατόμου), η πλουτοκρατία (εξουσία των πλουσίων) κλπ. Στην πράξη, η έννοια της τεχνοκρατίας έχει τις ρίζες της στα έργα των Γάλλων φιλοσόφων Σεν Σιμόν και Αύγουστου Κοντ.
Ο Σεν Σιμόν (πλήρες όνομα: Κλωντ Ανρί ντε Ρουβρουά, κόμης του Σεν-Σιμόν), ο οποίος ζούσε στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν ο ιδρυτής ενός δόγματος που καθιέρωνε για τη βιομηχανία και τους εκπροσώπων της (μηχανικοί, τραπεζίτες κ.ά.) έναν κυρίαρχο ρόλο στο γενικό πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Η άποψή του ήταν ότι η κοινωνία πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με το πρότυπο του εργοστασίου όπου η ευτυχία των ατόμων συμπίπτει με την ικανοποίηση των φυσικών και ηθικών αναγκών. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο η κυβέρνηση ταυτίζεται με τη διαχείριση υλικών πραγμάτων από τους ειδικούς των τεχνών και των βιοτεχνικών/βιομηχανικών επαγγελμάτων. Η ηθική της τεχνοκρατίας συγγενεύει με αυτή των ωφελιμιστών με έναν πιο θετικό τόνο.
Tο δόγμα αυτό ήταν πολύ δημοφιλές στη διάρκεια της δεκαετίας 1830-1840 και επηρέασε ως ένα βαθμό τη σκέψη του Αύγουστου Κοντ, ο οποίος, όμως, θεωρούσε πως προϋπόθεση για τη μεταρρύθμιση της κοινωνίας είναι μια διανοητική μετάλλαξη. Στηριζόμενος σε προγενέστερες μελέτες Σκωτσέζων και Γάλλων φιλοσόφων και οικονομολόγων του Διαφωτισμού, ο Κοντ υποστήριξε ότι δεν επαρκεί η έρευνα για την ανθρώπινη φύση αν θέλουμε να επιτύχουμε τάξη και πρόοδο στην ανθρώπινη κοινωνία. Αντιθέτως, χρειαζόμαστε επιστημονικά πειράματα και ανάλυση των κοινωνικών γεγονότων. Για τον Κοντ, η πολιτική πρόοδος εξαρτάται από την επιστημονική πρόοδο. Μετά από τις εποχές της θρησκείας και της μεταφυσικής ο Κοντ θεωρεί ότι ο θετικισμός ανοίγει μια νέα επιστημονική εποχή. Σε όλο το πλαίσιο της κοινωνίας θα εφαρμόζεται η πειραματική μέθοδος ακόμα και στα κοινωνικά φαινόμενα. Η νέα επιστήμη που εγκαινιάζει ο Κοντ ονομάστηκε «Κοινωνιολογία». Η βασική ιδέα του Κοντ συμπυκνώνεται στη φράση: «Κοινωνία, ως εκ τούτου, πρόβλεψη. Πρόβλεψη, ως εκ τούτου, δράση».
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Thorstein Veblen υποστήριζε μια υλιστική αντίληψη για τη διαμόρφωση της κοινωνίας. Θεωρούσε ότι τα μέλη μιας κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες της, είναι οι διαμορφωτές της με τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούν να κερδίσουν τα προς το ζην. Αντίθετα από τον Καρλ Μαρξ, θεωρούσε ότι δεν είναι η εργασία αλλά η τεχνολογία και οι βιομηχανικές τέχνες που αποτελούν τους δημιουργικούς μοχλούς της κοινωνίας. Επιπλέον, διέκρινε την αντίθεση μεταξύ των παραδοσιακών ιδιοκτητών των επιχειρήσεων που ενδιαφέρονται κυρίως για τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την περίοπτη κατανάλωση από την μια πλευρά και των μηχανικών και λοιπών τεχνιτών της βιομηχανίας που ενδιαφέρονται για την αποδοτικότητα αυτή καθαυτή και για την παραγωγή για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών από την άλλη πλευρά. Έχοντας κατά νου αυτή τη θετική έννοια της τεχνοκρατίας ο Veblen πρότεινε τη σύσταση των «σοβιέτ των τεχνικών» για να αναλάβουν την εξουσία και να διαχειριστούν το βιομηχανικό οικονομικό σύστημα ορθολογικά και αποδοτικά. Αυτή η πρόταση στηρίχθηκε στη νευραλγική θέση που κατέχουν μηχανικοί και τεχνικοί στο ίδιο το βιομηχανικό καπιταλιστικό σύστημα και στη γνώση τους τόσο για τη λειτουργία όσο και για τη διόρθωση ή το μετασχηματισμό του. Αν αυτή η πρόταση φάνταζε «υπερεπαναστατική» για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις προτάσεις των περισσότερων νέων επιστημόνων και πολιτικών καθώς μετά την πρώτη εμφάνιση του κοινωνικού κινήματος υπέρ της τεχνοκρατίας στη δεκαετία του 1920 διαδόθηκαν ευρέως τεχνοκρατικές ιδέες και αντιλήψεις.
Στη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής και του New Deal στις ΗΠΑ του Φ. Ρούζβελτ και στη Δυτική Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, για την επέκταση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους χρειαζόταν μεγάλης κλίμακας συντονισμός πόρων και έμπειρων και καταρτισμένων τεχνικών. Το κίνημα δεν προχώρησε, όμως, πολύ μακριά ώστε να απαιτήσει την υποχρεωτική εγκατάσταση των τεχνικών και των επιστημόνων στα υπουργεία αλλά, τουλάχιστον, τη χρήση στη διακυβέρνηση των ίδιων μεθοδολογικών κριτηρίων: ιδεολογική ουδετερότητα και χρήση μεθόδων συλλογής δεδομένων και τεκμηρίων που θα συνέβαλλαν στην παραγωγή σύγχρονων τεχνολογιών.
Ταυτόχρονα με την έναρξη της εφαρμογής της τεχνοκρατικής λογικής, άρχισαν οι κριτικές και οι επικριτικές έως και δυστοπικές αναλύσεις και καταγγελίες. Η πρώτη αυστηρή κριτική ασκήθηκε από τον θεωρούμενο πραγματιστή και φιλελεύθερο (κατ’ άλλους συντηρητικό) Ισπανό φιλόσοφο Ortega Y Gasset, ο οποίος απέρριπτε την ορθολογισμό γιατί θεωρούσε ότι συνέχεε τη λογική με την κατάχρησή της και τόνιζε επίσης ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στη στενή εξειδίκευσή τους αλλά να διαθέτουν ευρύτητα πνεύματος και παιδείας. Κατ’ αυτόν, οι χώρες πρέπει να διοικούνται από τις πνευματικές ελίτ για να αποφεύγεται η «παρακμιακή» επιρροή λόγω του ελέγχου των μαζών («μαζανθρωποι») επί των τεχνών και του κράτους. Θεωρούσε, ωστόσο, απίθανη την τελική επικράτηση της τεχνοκρατίας για το λόγο ότι εξ ορισμού οι μηχανικοί δεν μπορούν να κυβερνήσουν καθώς χρήσιμοι και αξιολάτρευτοι αλλά «αθεράπευτα δευτερεύοντες», δηλαδή «μαζάνθρωποι».
Για τον ίδιο λόγο ο Clive Staples (C.S.) Lewis παρατήρησε ότι εάν κάποιος θέλει σήμερα να κυριαρχήσει στην κοινωνία αυτός μπορεί να το κάνει με το ένδυμα της επιστήμης για να καλύψει τις πραγματικές προθέσεις του και απηύθυνε προειδοποίηση: « …η νέα ολιγαρχία πρέπει ολοένα και περισσότερο να βασίζει την αξίωσή της να μας προγραμματίζει στην επίκληση της γνώσης (…) Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερο πρέπει να εξαρτώνται από τις συμβουλές των επιστημόνων, ώσπου στο τέλος οι ίδιοι οι πολιτικοί να καταλήξουν να γίνουν πιόνια των επιστημόνων.(…) Τώρα, φοβάμαι τους ειδικούς στην εξουσία γιατί είναι ειδικοί που ομιλούν εκτός του πεδίου των ειδικών αντικειμένων τους. Ας μας μιλήσουν οι επιστήμονες για τις επιστήμες». Ασκήθηκε επίσης κριτική ότι, ειδικά στις ΗΠΑ, η τεχνοκρατία αποτελεί μια από τις λιγότερο εξελιγμένες μορφές πρωτόγονων Αμερικανικών διευθυντικών ιδεολογιών. Αυτό σήμαινε ότι εξαιτίας της επερχόμενης «επανάστασης των διευθυντών» θα μειώνονταν οι εξουσίες και η δύναμη των υφιστάμενων θεσμών και ιδεολογιών στην καπιταλιστική κοινωνία, θα ελέγχονταν οι μάζες κατά τρόπο ώστε να αποδέχονται την κυριαρχία των διευθυντών και των τεχνοκρατών ως φυσικό φαινόμενο. Όμως, όπως υποστήριξε ο πρώην τροτσκιστής David Burnam, όχι μόνο στο σύγχρονο καπιταλισμό, αλλά και σε άλλα κοινωνικά ή πολιτικά καθεστώτα της εποχής (κομμουνισμό, φασισμό), η δύναμη μετατοπίζεται συνεχώς από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ιδιωτική ή κρατική, στους μάνατζερ των επιχειρήσεων, έτσι ώστε η ίδια η δυναμική αυτών των συστημάτων οδηγεί στη μεταλλαγή τους. Η υπόθεση περί της «τεχνολογικής ελίτ» που θα κατακυρίευε τον κόσμο έγινε κυρίαρχη αργότερα. Ξεκινώντας από την ακραία δυστοπική θεωρία του George Orwell για την κοινωνία του πανοπτικού ελέγχου του «1984» και φτάνοντας στην άλλη ακραία διατύπωση του David Burnam περί «τεχνολογικού απαρτχάιντ» εκφράστηκαν μια σειρά από κοινωνικές φοβίες.
Πέραν τούτων, η τεχνοκρατία αποτελεί ένα σύνθετο τύπο οργανωτικού ελέγχου, που ενσωματώνει ορισμένες από τις όψεις των προγενέστερων μορφών ελέγχου (τεχνικός, γραφειοκρατικός, επαγγελματικός. Ως επί το πλείστον συναντάται σε χώρους εργασίας που είναι προηγμένοι τεχνολογικά (π.χ. τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ.). Τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα αυτού του είδους επιχειρηματικής οργάνωσης είναι:
Α) πόλωση μεταξύ «ειδικών» και «μη ειδικών»
Β) ισοπέδωση των γραφειοκρατικών ιεραρχιών
Γ) αποσάρθρωση των εσωτερικών κλιμάκων θέσεων εργασίας
Δ) αυξανόμενη έμφαση στα προσόντα και στο διαχωρισμό τους
Ε) αυξανόμενη στήριξη στην τεχνική δαημοσύνη ως πρωταρχικής προέλευσης νομιμοποίησης
ΣΤ) ευέλικτες διαμορφώσεις συγκέντρωσης/αποκέντρωσης
Ο όρος «τεχνοκρατία» επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 στις κριτικές εναντίον αυτών των όψεων της σύγχρονης τεχνολογικής κοινωνίας τόσο από διανοούμενους όσο και από τα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, εργατικό, οικολογικό, αντιπυρηνικό κ.α.). Επισημάνθηκε από ορισμένες κριτικές ότι οι τεχνοκράτες αναλαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερους ρόλους και θέσεις εξουσίας χωρίς να έχουν επιλεχθεί από δημόσια καθολική ψηφοφορία και λαϊκή νομιμοποίηση και δίχως να διαθέτουν επαρκή «ηθική φαντασία» για να ασκούν υπεύθυνα την εξουσία και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, τέθηκε υπό διερεύνηση ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές λογικές αντικαθιστούν την πολιτική λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η απασχόληση ή η δημόσια υγεία και πρόνοια. Τέλος, πολλοί θεωρητικοί και πολιτικοί έχουν προειδοποιήσει για την «αποικιοποίηση» της κοινωνικής ζωής από τεχνικές λογικές σε ζητήματα που είναι κατεξοχήν πολιτικά και αφορούν τις βασικές αρχές τις οποίες επιλέξουν οι κοινωνίες για να ζήσουν και να αναπτυχθούν.
Η έννοια της τεχνοκρατίας επανεξετάστηκε από τον Ελβετό πολιτικό επιστήμονα Jean Meynaud. Ο Μεϊνώ δίνει μια πιο ευρεία σημασία στον όρο: «η απόδοση σε μια κοινότητα τεχνικών θέσης-κλειδί στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων» (Meynaud, 1960). Η τεχνοκρατία μπορεί να χαρακτηριστεί από την κατοχή μιας συγκεκριμένης δεξιότητας, δηλαδή αυστηρώς τεχνική δαημοσύνη ή μάλλον διαχειριστική. Επιπλέον, η τεχνοκρατία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς που δείχνει δισταγμό απέναντι στις πολιτικές διευθετήσεις και τους συμβιβασμούς επικεντρώνοντας αποκλειστικά στην αποδοτικότητα/αποτελεσματικότητα. Η φαινομενική «αντικειμενικότητα» της τεχνοκρατικής αντίληψης υποκρύπτει αξιολογικές κρίσεις που επιδρούν στην λήψη αποφάσεων των ίδιων των τεχνοκρατών, ιδίως όταν στη διαδικασία συμμετέχουν συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων. (Maynaud, 1964).
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος και της λογικής που διέπει την τεχνοκρατία είναι η ακόλουθη είδηση που ήλθε πριν από οχτώ στη θυρίδα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του γράφοντος: «NEWS ALERT from The Wall Street Journal, Aug. 17, 2006. Ford, under pressure to speed up its restructuring after reporting a $254 million loss in the second quarter, is looking to close more factories, eliminate more white-collar jobs in North America to cut salaried costs by another 10% to 30%, and scale back benefits, say people familiar with the auto maker’s plans. The cuts would be on top of previously announced reductions.» Ούτε λίγο-ούτε πολύ, η σύντομη είδηση μας έλεγε ότι επειδή σε ένα τριμηναίο απολογισμό, η ισχυρότερη βιομηχανία αυτοκινήτων πλανήτη που ίδρυσε ο Ford παρουσίασε ζημιές, θα αχρηστευθούν θέσεις εργασίας, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, θα περικοπούν μισθοί και επιδόματα γιατί η τεχνοκρατική λογική που διέπει τη σκέψη και την πολιτική των μετόχων και των διευθυντών αφήνει έξω από την οπτική της τους πραγματικούς ανθρώπους και τα πραγματικά προβλήματά τους. Την αμέσως επόμενη ημέρα ήρθε το sequel της είδησης και, όπως κάθε sequel που σέβεται την «παράδοση» του Hollywood, ήταν χειρότερο από το πρώτο: «Ford announced plans to reduce its North American fourth-quarter production by 21%, or 168,000 units, as it tries to accelerate its Way Forward plan. The auto maker is also cutting third-quarter output and said it will unveil further moves in September. People familiar with its plans say Ford is looking to close more factories and cut salaried jobs and benefits.» Οπότε τίθεται το βασικό ερώτημα του κατά ποίον τρόπο μπορεί να διατηρούνται οι δημοκρατικές αξίες της κοινωνίας όταν η επιστήμη και η τεχνολογία καθίστανται ολοένα και πιο πολύ κυρίαρχοι θεσμοί; Εντοπίζονται ισχυρές συγκρούσεις μεταξύ της αντίληψης της «αποδοτικότητας» (“efficiency”) και της δημοκρατικής ιδεολογίας. Αντιπαρατίθενται έτσι από τη μια μεριά ο προσδιορισμός των προβλημάτων ως τεχνικού χαρακτήρα για την επίλυση των οποίων πρέπει να επιλαμβάνονται οι «ειδικοί» και από την άλλη τα ιδεώδη της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
Αυτή η συζήτηση συνέπεσε με την εμφάνιση των απόψεων περί «τέλους της ιδεολογίας» και «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» και με τον «εξορθολογισμό» της πολιτικής με την αυξανόμενη σημασία της τεχνικής δαημοσύνης. Σύμφωνα με τη θεωρία της περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» του Daniel Bell έχει επέλθει «η τελική κατίσχυση του τομέα των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας» με αποτέλεσμα την απόδοση κεντρικής θέσης στην πληροφορία και τη θεωρητική γνώση, οι φορείς της οποίας ελέγχουν αποφασιστικά τις καινοτομίες που συντελούνται στο χώρο μιας νέας πνευματικά προσδιορισμένης τεχνολογίας. Έτσι, στην εν λόγω κοινωνία επικρατούν αριθμητικά οι πνευματικά εργαζόμενοι (knowledge workers) ενώ μειώνεται ο αριθμός των χειρωνακτών και των ανειδίκευτων εργαζομένων.
Η ιδεολογία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας είναι η τεχνική ορθολογικότητα στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική. Κυρίαρχοι είναι οι τεχνοκράτες, οι σχεδιαστές/προγραμματιστές και οι επιστήμονες. Οι τεχνοκράτες ασκούν εξουσία ένεκα της τεχνικής δαημοσύνης τους. Η ανάδειξή τους σε θέσεις, τυπικής ή άτυπης εξουσίας σηματοδοτεί την ανάδειξη της αποδοτικότητας, της εργαλειακότητας και του πραγματισμού ως λογικών επίλυσης προβλημάτων. Επιπλέον, επιταχύνεται η «μηχανή του χρόνου» και μειώνονται εντυπωσιακά τα μεσοδιαστήματα μεταξύ της έναρξης μιας αλλαγής και της εφαρμογής της, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προεξοφλούν την αλλαγή, να υπολογίζουν την πορεία της κατεύθυνσής της και τις επιπτώσεις της, να την ελέγχουν και να την διαμορφώνουν ανάλογα με τους προκαθορισμένους σκοπούς.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Πλάτων και Χριστιανοί θεολόγοι ⚫Οι γνώσεις κι οι ιδέες υπάρχουν «εκεί έξω» και πρέπει τις ανακαλύψουμε και όχι να τις δημιουργήσουμε εμείς οι άνθρωποι. ⚫Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού κατέστρεψαν τις βεβαιότητες και τις απόλυτες αλήθειες των Πλατωνικών και των Χριστιανών κι έδωσαν προτεραιότητα στην επιστήμη ως τρόπο εξήγησης και πηγή γνώσης. ⚫Οι άνθρωποι γίνονται οι δημιουργοί γνώσης και ιδεών.
  • 3. Υποκείμενο και αντικείμενο ⚫Τζων Λοκ: η γνώση του αποκτάται με τις αισθήσεις, άρα είναι εξαρτώμενη από την αίσθηση και το αντικείμενο. ⚫Ιμμάνουελ Καντ: η γνώση είναι αποτέλεσμα μιας ενεργούς διαδικασίας κι όχι μια παθητική απορρόφηση των δεδομένων.
  • 4. Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η «ΨΕΥΔΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ» ⚫Οι ιδέες δεν είναι ανεξάρτητες από τις υλικές και ιστορικές περιστάσεις. ⚫Οι κυρίαρχες ιδέες σε όλες τις κοινωνίες είναι οι ιδέες της εκάστοτε άρχουσας τάξης. ⚫Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι, επί της ουσίας, η στρεβλή αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής, η μυστηριακότητα (mystification) της αγοράς. ⚫Η παρουσίαση των σχέσεων αγοράς ως ισότητα αποκρύπτει τις δομές του καπιταλισμού και της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου.
  • 5. Άρα ο Μαρξ… …θεωρεί την ιδεολογία ως: ⚫Ιδέες που είναι συνεκτικές αφηγήσεις για τον κόσμο που νομιμοποιούν την κυριαρχία της κυρίαρχης (εν προκειμένω της αστικής) τάξης ⚫Οι κοσμο-αντιλήψεις είναι συστηματικό αποτέλεσμα των δομών και λειτουργιών του καπιταλιστικού τρόπος παραγωγής και μας οδηγούν σε ανεπαρκή κατανόηση του κοινωνικού κόσμου.
  • Διαβάστε τη συνέχεια: ιδεολογίες

Φεμινισμός

Φεμινισμός Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Μεσαίωνας •Οι γυναίκες εθεωρούντο εκ φύσεως κατώτερες των ανδρών και αυτή η αντίληψη εσωτερικευόταν από τις γυναίκες λόγω της κυριαρχικής ιδεολογικής επίδρασης της θρησκείας και των νομικά δεσμευτικών κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων. •Η αντίδραση ελάχιστων γυναικών ενάντια σε αυτήν την μακρόχρονη κατάσταση κοινωνικής και πολιτικής καταπίεσης αντιμετωπίστηκε στην πλειονότητα των περιπτώσεων με τη φυσική και σωματική εξόντωση, το θρησκευτικό αφορισμό και την καταδίκη σε απομόνωση ως φορέων των «σκοτεινών δυνάμεων» (κυνήγι μαγισσών) που επεδίωκαν την ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων που εθεωρείτο θεϊκά εγκαθιδρυμένη.
  • 3. Μεσαίωνας •Οι ελάχιστες γυναίκες που αντιστέκονταν, ιδίως όσες ήταν εγγράμματες , επρόκειτο να μεταδώσουν από γενιά σε γενιά το βασικό αίτημα για εκπαίδευση των γυναικών ως φορέων του ορθού λόγου. •Οι άνδρες αναγνωρίζονταν ως εκ φύσεως πιο δυνατοί βιολογικά και συνεπώς πιο ικανοί για την ηγεσία, τη στρατιωτική ζωή κλπ. •Όμως και οι άνδρες και οι γυναίκες μοιράζονταν την ικανότητα για λογική σκέψη και για διανοητική δραστηριότητα. •Η φεμινιστική θεώρηση των πραγμάτων είχε αρχίσει δειλά -δειλά να….

Διαβάστε τη συνέχεια…plato 6 feminism

Θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου (της Άννας Κουμανταράκη)

Θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου (της Άννας Κουμανταράκη)

ΚΎΡΙΑ ΙΔΕΑ
Οι άνθρωποι συνέρχονται και αποφασίζουν όλοι μαζί για το βασικό νόμο – «σύνταγμα» με τον οποίο θα κυβερνώνται.

Παρακολουθήστε την παρουσίαση:
koumandaraki_socialconctract

John Rawls – Θεωρία της Δικαιοσύνης

John Rawls (1921-2002) Θεωρία της Δικαιοσύνης
rawls
Ο Τζον Ρωλς ήταν ο διανοητής που πιστώνεται με την αναγέννηση της Πολιτικής Φιλοσοφίας και μάλιστα ανεπικούρητος σε μια εποχή που το κυρίαρχο ρεύμα της διανόησης την είχε επισήμως κηρύξει νεκρή.
Το 1971 δημοσίευσε το βιβλίο A Theory of Justice στο οποίο διατυπώνει μια θεωρία διανεμητικής ή κοινωνικής δικαιοσύνης . Μετά το 1971 πολλές από τις ιδέες περί δικαιοσύνης που διατυπωθήκαν από τον Ρωλς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αναδιαμόρφωση του πεδίου για το δημόσιο πολιτικό-φιλοσοφικό διάλογο. Το ζητούμενο ήταν να διατυπωθεί μια σειρά κριτηρίων μη ωφελιμιστικού χαρακτήρα για την δικαιοσύνη στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ενδιαφερόταν να δείξει πώς θα πρέπει οι πόροι και τα αγαθά να μοιράζονται ακριβοδίκαια στους ανθρώπους. Μ’ αυτό το πρόβλημα και τη λύση του καταπιάστηκαν οι πολιτικοί φιλόσοφοι από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Ρωλς άσκησε κριτική στην ωφελιμιστική εκδοχή για την δικαιοσύνη που συνοψίζεται στη φράση ότι δικαιοσύνη είναι «η μέγιστη ευτυχία του μέγιστου αριθμού ανθρώπων». Θεωρούσε ότι η ωφελιμιστική ιδέα περί δικαιοσύνης μπορεί στην πράξη να επιφέρει ολέθρια αποτελέσματα για τα συμφέροντα ατόμων και κοινωνικών μειονοτήτων σε περίπτωση που υποταχθούν στις επιταγές του γενικότερου καλού.
Ο Ρωλς διαμορφώνει μια καθαρά υποθετική «Αρχική Θέση» των ανθρώπων, με την ίδια λογική με την οποία διετύπωσαν οι Τόμας Χόμπς, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ και Τζον Λόκ την «Φυσική Κατάσταση» των ανθρώπων για να μιλήσουν για το «Κοινωνικό Συμβόλαιο». Στην «αρχική κατάσταση» οι άνθρωποι είναι κρυμμένοι πίσω από ένα «Πέπλο Άγνοιας». Έτσι, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τίποτα για την κοινωνία στην οποία θα γίνουν μέλη. Δεν ξέρουν σε ποια θέση της κοινωνίας θα βρεθούν. Ούτε γνωρίζουν τι ταλέντα και τι ικανότητες θα διαθέτουν. Γίνεται, όμως, αποδεκτό ότι γνωρίζουν πως υπάρχουν ορισμένα «πρωταρχικά αγαθά»: δικαιώματα, ελευθερίες, ευκαιρίες, εισόδημα και ευημερία, σεβασμός. Αυτά τα πρωταρχικά αγαθά τους είναι χρήσιμα και οι άνθρωποι θα επιθυμούν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά. Θέτει το ερώτημα: «ποιες ηθικές αρχές θα συμφωνήσουν να ισχύσουν άνθρωποι θα έχουν άγνοια αν θα τοποθετηθούν σε πλεονεκτικές ή μειονεκτικές θέσεις στην κοινωνία;» Έτσι, απαντά στο ερώτημα διατυπώνοντας τρεις βασικές αρχές. Πρώτον, κάθε έχει ίσο δικαίωμα ακόμα και στην εκτεταμένη ελευθερία αρκεί να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων («αρχή της ελευθερίας»). Δεύτερον, οι κοινωνικές και οι οικονομικές ανισότητες θα πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποβαίνουν όσο είναι δυνατό περισσότερο προς όφελος των ανθρώπων που είναι σε μειονεκτική θέση και είναι οι λιγότερο προνομιούχοι («αρχή της διαφοράς»). Τρίτον, οι θέσεις και τα αξιώματα πρέπει να είναι ανοιχτές προς όλους και καθένας πρέπει να διαθέτει ακριβοδίκαια ισότητα ευκαιριών («αρχή των ίσων ευκαιριών»).

Μεγάλη συζήτηση έγινε με αφορμή την «αρχή της διαφοράς». Ο Ρωλς υποθέτει ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κατάσταση του «πέπλου άγνοιας» για τις προοπτικές τους θα επιλέξουν να ζήσουν σε μια δίκαια κοινωνία στην οποία ακόμη και αυτοί που βρίσκονται στις χαμηλότερες θέσεις και στις χειρότερες συνθήκες θα διαθέτουν πόρους που θα τους επαρκούν ώστε να μπορούν να ζήσουν και να απολαύσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Η ιδέα της ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης υιοθετήθηκε από τους προοδευτικούς φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες καθώς δικαιολογούσε την κρατική παρέμβαση ως ένα βαθμό για την εξασφάλιση μέσω της φορολογίας και του προνοιακού μηχανισμού μιας σημαντικής αναδιανομής ώστε να βοηθούνται οι λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Αυτή η θέση δέχτηκε κριτική από άλλους φιλελεύθερους που προέκριναν την εξασφάλιση της αρχής της ελευθερίας και δευτερευόντως την αρχή της διαφοράς.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• A Theory of Justice. Cambridge, Massachusetts: Belknap Press of Harvard University Press, 1971
• Political Liberalism. The John Dewey Essays in Philosophy, 4. New York: Columbia University Press, 1993.
• The Law of Peoples: with “The Idea of Public Reason Revisited.” Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1999.
• Collected Papers. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1999. Lectures on the History of Moral Philosophy. Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, 2000.
• Justice as Fairness: A Restatement. Cambridge, Massachusetts: Belknap Press, 2001.
• Lectures on the History of Political Philosophy. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 2007.

Εμείς και ο Μακιαβέλι (του Μιχ. Θεοδοσιάδη)

Εμείς και ο Μακιαβέλι

του Μιχαήλ Θεοδοσιάδη
http://eagainst.com/articles/emeis-kai-o-machiavelli/

Το 1494 ο βασιλιάς της Γαλλίας, Κάρολος ο 8ος, εισβάλει στην Ιταλία και κατακτά την Νάπολη και την ρεπουμπλικανική Φλωρεντία. To 1512 η Φλωρεντία θα περάσει στον έλεγχο των Ισπανών οι οποίοι θα στηρίξουν με κάθε μέσο την αριστοκρατική οικογένεια των Μέδικων, ενισχύοντας έτσι την επιρροή της στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της πόλης. Ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος, Νικολό Μακιαβέλι, όντας τότε γραμματέας του Δευτέρου Ανώτατου Δικαστηρίου της Φλωρεντίας, θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πανίσχυρη εξουσία τους. Ένα χρόνο αργότερα θα συλληφθεί, θα βασανιστεί, θα εκτοπιστεί αλλά αργότερα θ’ αποφυλακιστεί. Έχοντας όμως χάσει όλα του τα αξιώματα, θα καταφύγει στο ιδιωτικό του κτήμα, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω λίγο έξω τη γενέτειρά του, προσπαθώντας να επανέλθει στην πολιτική σκηνή μέσω της πένας του. Έτσι, θα συγγράψει τον Ηγεμόνα (σε ακριβή μετάφραση από τα Ιταλικά Il Principe, ο Πρίγκηπας), όπου και αναλύει με πλήρη σαφήνεια ποιες θα πρέπει να είναι οι κινήσεις ενός άρχοντα (μονάρχη) για να επιβληθεί (προωθώντας τα δικά του συμφέροντα) και, φυσικά, πώς να διατηρήσει την εξουσία του, αλλά και με ποιούς τρόπους θα εξουδετερώσει εχθρούς και συνωμότες. Πολλοί μεταγενέστεροι φιλόσοφοι, μεταξύ αυτών και ο Ρουσσώ, θεώρησαν τον Ηγεμόνα σαν μια μορφή σάτιρας λόγο του έντονα κυνικού του ύφους και της ωμότητας με την οποία προσπαθεί να αγγίξει την λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Στην πραγματικότητα, ο Μακιαβέλι αποσκοπούσε να κερδίσει την εύνοια και την εμπιστοσύνη του Giuliano di Lorenzo των Μεδίκων ώστε ο ίδιος να επανακτήσει κάποια από τα χαμένα του αξιώματα, και μέσω του Ηγεμόνα προσέφερε [στον Giuliano] «συμβουλές» σχετικά με το πως θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην Φλωρεντία.

Ο Ηγεμόνας είναι ίσως το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο (αλλά και αντιπροσωπευτικό για το ευρύ κοινό) έργο του Ιταλού φιλοσόφου. Αγνοείται, όμως, το γεγονός πως ο Μακιαβέλι ποτέ δεν υπήρξε φιλομοναρχικός. Αντιθέτως, θεωρούσε το ρεπουμπλικανικό (δημοκρατικό) σύστημα διακυβέρνησης προτιμότερο: όπως έγραψε στο Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio, τα εγκλήματα που διαπράττουν οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες είναι πολύ περισσότερα από αυτά των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών. Έπειτα, ο ίδιος, ουδέποτε εξέδωσε τον Ηγεμόνα, ο οποίος κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, το έτος 1532. Όμως, ο Ηγεμόνας, κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών και αποτελεί ορόσημο στην Πολιτική Θεωρία της προ-νεοτερικής εποχής, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε βασική πηγή έμπνευσης για διάφορους πολιτικούς, δικτάτορες και επαναστάτες μεταξύ αυτών και ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, ο Στάλιν, ο Ροβεσπιέρος και πολλοί άλλοι [1]. Ως εκ τούτου, η χρήση του όρου μακιαβελισμός δεν αντιπροσωπεύει τη διδασκαλία του συνολικού έργου του Μακιαβέλι εφόσον δεν αντικατοπτρίζει τις ρεπουμπλικανικές καταβολές της πραγματικής πολιτικής του σκέψης. Αντιθέτως, αντανακλά τη σατανική ραδιουργία που προωθείται μέσω του Ηγεμόνα, καθώς και τη μηχανορραφία, την ωμότητα, την δολοπλοκία, τον κυνισμό, τον ωφελιμισμό και την άρση κάθε ηθικού φραγμού για την επίτευξη προσωπικών στόχων, αναφορικά πάντα με τις μεθόδους που κάποιος εξουσιαστής μπορεί να χρησιμοποιεί προκειμένου να προστατέψει τη δική του ευημερία, εξουδετερώνοντας ταυτόχρονα εσωτερικούς και εξωτερικούς «εχθρούς». Η χρήση ύπουλων και καταχθόνιων μέσων είναι ηθικά νομιμοποιημένη όπως και η καταπάτηση κάθε πολιτικής αξίας που ορίζει ποιες ανθρώπινες πράξεις είναι αποδεκτές, ορθές και για ποιον λόγο και με ποιά μέσα θα πρέπει να τις επιδιώκουμε και ποιες θεωρούμε ανάρμοστες και προς αποφυγή.

Ποιός μπορεί να αρνηθεί ότι η φιλοσοφία του Μακιαβέλι έχει επηρεάσει βαθιά τη δυτική πολιτική σκέψη; Ωστόσο, ποια είναι η καινοτομία των ιδεών του και η ιδιαιτερότητα των κειμένων του; Γιατί τα επιχειρήματά του φαίνεται να είναι τόσο σημαντικά στις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ηγέτες; Υπάρχουν δύο σημαντικά σημεία που καθορίζουν τη συμβολή του Μακιαβέλι στην δυτική πολιτική σκέψη: 1) η δημιουργία σύγχρονων πολιτικών υποκειμένων και 2) η διαλεκτική μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων. Η κατανόηση της συνεισφοράς του, όμως, προϋποθέτει περαιτέρω εξέταση στην πορεία της πολιτικής σκέψης από την αρχαία Αθήνα μέχρι και σήμερα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ PDF Εμείς και ο Μακιαβέλι

Ουτοπίες και δυστοπίες (του Θανάση Τσακίρη)

Ουτοπίες και δυστοπίες (του Θανάση Τσακίρη)

Ο Άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σε δυο κόσμους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό. Ο πρώτος είναι ο πραγματικός φυσικός κόσμος, ενώ ο δεύτερος είναι ο κόσμος του μυαλού και των ιδεών, ή ο υποκειμενικός κόσμος των φιλοσόφων και ο πνευματικός των θεολόγων. Είναι οι φιλοσοφίες, οι φαντασιοκοπίες, οι προβολές, οι εικόνες και οι δοξασίες που έχουν αποτέλεσμα την διαμόρφωση της συμπεριφοράς των ανθρωπίνων όντων

Διαβάστε τη συνέχεια
utopia and dystopia παρουσίαση power point