Category Archives: Πολιτική και Κοινωνική Ιστορία

Μια σύντομη αναδρομή στην πολιτική ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 7ης Μαΐου

8069_3

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/1.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/2.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/3.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/4_6.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/5.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/6.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/7.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/8.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/9.html

http://tsakthan.blogspot.gr/2015/04/10.html

Δημοκρατία και Δικτατορία

Η Δημοκρατία στην Αρχαιότητα
Θεωρίες της Δημοκρατίας Α’
Θεωρίες της Δημοκρατίας Β’
Εκδημοκρατισμός στον 20ό αιώνα
Αντιδημοκρατικά αντικινήματα
Φασισμός, Ναζισμός και οι σύγχρονες παραλλαγές τους
Δημοκρατία στην ψηφιακή εποχή

http://wp.me/p3XakZ-5

http://wp.me/p3XakZ-a

http://wp.me/p3XakZ-n

http://wp.me/p3XakZ-y

http://wp.me/p3XakZ-T

http://wp.me/p3XakZ-Y

http://wp.me/p3XakZ-17

http://wp.me/p3XakZ-1e

http://wp.me/p3XakZ-1K

http://wp.me/p3XakZ-1R

http://wp.me/p3XakZ-1V

Βιβλιογραφία
· Manfred G. Schmidt (2004) Θεωρίες της δημοκρατίας. Αθήνα: Σαββάλας
· Charles Tilly (2007) Κοινωνικά κινήματα, 1768-2004. Αθήνα: Σαββάλας
· Δέσποινα Παπαδημητρίου (2006) Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων. Αθήνα: Σαββάλας
· Ντέιβιντ Χελντ (2007) Μοντέλα δημοκρατίας. Αθήνα: Πολύτροπο
· Κορνήλιος Καστοριάδης (1999) Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα. Αθήνα: Ύψιλον
· Συλλογικό (2013) Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα: Αναζητώντας την ουσία πέρα από ιδεολογίες και μύθους. Θεσσαλονίκη-Σκόπελος: Νησίδες
· Κώστας Ελευθερίου & Χρύσανθος Τάσσης (2013) Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Αθήνα: Σαββάλας
· Κλωντ Μοσέ (1999) Αθήνα: Ιστορία μιας δημοκρατίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
· Eric J. Hobsbawm (1990) H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
· David Brown (1999) H δικτατορία στον κυβερνοχώρο. Το τέλος της δημοκρατίας στην εποχή της πληροφορικής. Αθήνα: Καστανιώτης
· Σπύρος Σακελλαροπουλος (1998) Τα αίτια του απριλιανού πραξικοπήματος 1949-1967. Το κοινωνικό πλαίσιο της πορείας προς τη δικτατορία. Αθήνα: Λιβάνης
· Jean Meynaud (2002) Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα (δεύτερος τόμος) Βασιλική εκτροπή και στρατιωτική δικτατορία. Αθήνα: Σαββάλας
· Νίκος Πουλαντζας (2006) Φασισμός και δικτατορία. Η τρίτη διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό. Αθήνα: Θεμέλιο
· Σωτήρης Ριζάς (2008) Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Κοινοβουλευτισμός και δικτατορία. Αθήνα: Καστανιώτης
·

Κύκλος 4 – Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ

Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Διδάσκοντες : δρ. Αθανάσιος Τσακίρης, δρ. Κώστας Κανελλόπουλος
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com
Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com
Σελίδα σεμιναρίου στο Facebook: http://www.facebook.com/Tsakthan2
Κύριοι άξονες του σεμιναρίου θα είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

• Ανθρώπινες ανάγκες και σύγχρονη οικονομία: από τον «οίκο» στην «οικονομία»
• Παγκοσμιοποίηση πέρα από την οικονομία
• Ηθική του Επιχειρείν

Αυτά τα θέματα θα τα εξετάσουμε μέσα από ένα πολύ-επιστημονικό πρίσμα και οι επιμέρους ενότητες θα είναι οι παρακάτω:

1) Εισαγωγή. Τι είναι «Πολιτική Φιλοσοφία».Aρχαία και νέα ερωτήματα: Πλάτων, Αριστοτέλης. Ουτοπίες και δυστοπίες.

2) Κοινωνικά Συμβόλαια: Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ

3) Πολιτική και Οικονομία Ι: Φυσιοκράτες, Άνταμ Σμιθ, Ρικάρντο

4) Πολιτική και Οικονομία ΙΙ: Σοσιαλισμός: Καρλ Μαρξ

5) Οικονομικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας-Κράτος πρόνοιας: Κέυνς, Πολάνυ

6) Κράτος και Διαμεσολάβηση: Ιδεολογίες και Πολιτικά Κόμματα

7) Προς την «αποδιαμεσολάβηση»; Ομάδες Συμφερόντων και Κοινωνικά Κινήματα. Θεωρίες επικοινωνίας και διαδίκτυο.

8) Παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό κράτος: Πώς μετασχηματίζεται το κράτος – Νεοφιλελευθερισμός και Τρίτος Δρόμος-Μεταβιομηχανική οικονομία και κοινωνία Φιλοσοφία, οικονομία, πολιτική στον 21ο αιώνα. Συμπεράσματα.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• HALL STUART, GIEBEN BRAM (2003)Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• HALL STUART, MCGREW ANTHONY, HELD DAVID (2003) Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΗΜΕΡΑ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• AUDI ROBERT (ΕΠΙΜ.) ( 2011) ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ CAMBRIDGE. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ
• HEILBRONER ROBERT (2000)ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΖΩΗ, ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΡΙΤΙΚΗ
• MAURICE DUVERGER (1985) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com

Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com

FACEBOOK σελίδα μαθήματος http://www.facebook.com/Tsakthan2

ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ «ΑΓΩΝ» ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

του Θανάση Τσακίρη

Ας ξεκινήσουμε από το πρόγραμμα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (NSDAP) που ψηφίστηκε την 25η Φεβρουαρίου του έτους 1920 , δηλ. δύο μόλις χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ήταν ο φονικότερος μέχρι τότε πόλεμος στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Κάτω από τις σημαίες των εθνικών κρατικών στρατών συμμετείχε η νεολαία της εποχής με σκοπό την υπεράσπιση του έθνους, κάτι που στην προνεωτερική εποχή το έκαναν ακόμη στρατοί που αποτελούνταν από μισθοφόρους ως επί το πλείστον. Το πρόγραμμα είναι εκείνο το κείμενο – συλλογικά ή ατομικά γραμμένο – που εκφράζει πεντακάθαρα τη σκέψη του Χίτλερ και των οπαδών του. Προβαίνει σε εξαιρετικά κάθετες διχοτομήσεις μανιχαϊστικού τύπου. Κορωνίδα στο πρόγραμμα του NSDAP τίθεται «το αίτημα της αυτοδιάθεσης των λαών». Η αυτοδιάθεση όμως του Γερμανικού λαού όπως τίθεται δεν έχει καμία σχέση με τα αιτήματα της πρώτης νικηφόρας αστικής επανάστασης στην ιστορία : της Γαλλικής. Ο Χίτλερ και οι ναζί ζητούν «τη συνένωση όλων των Γερμανών σε μια μεγάλη Γερμανία» . Επειδή η «μεγάλη Γερμανία» δεν προβλεπόταν να ήταν και τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί να θρέψει όλους τους πληθυσμούς, δεδομένων δε και των καταστροφών που ο πόλεμος επέφερε στην οικονομία της χώρας, το αίτημα των ναζί ήταν «η δια του αποικισμού απασχόληση του πλεονάζοντος μέρους του πληθυσμού» . Η πρώτη εικόνα που αρχίζει να σκιαγραφείται για τους άλλους είναι ευδιάκριτη : πρόκειται για όσους δεν ανήκουν στο Γερμανικό Λαό.

Η δεύτερη σκιαγράφηση είναι μεν κάπως ασαφής αλλά είναι η αρχή των προβλημάτων που θα προκύψουν στην ιστορική πορεία: κάποιοι πλεονάζουν. Η λύση είναι ο αποικισμός, δηλαδή η κατάληψη του «ζωτικού» για τη Γερμανία χώρου της Ανατολικής Ευρώπης. Ποιοι θα υποχρεώνονταν να φύγουν ή να εξολοθρευτούν φάνηκε δύο δεκαετίες αργότερα. Από αυτό το σημείο και πέρα εικονίζεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια ο «άλλος»: είναι όσοι δεν έχουν γερμανικό αίμα και πρέπει να ζουν ως ξένοι και να υπακούουν σε ειδική νομοθεσία «όμοια με την νομοθεσία για τους ξένους υπηκόους» και οι οποίοι κατά συνέπεια δεν μπορούν να μετέχουν στη διακυβέρνηση και στη νομοθεσία του κράτους. Η ιστορία γυρίζει πολλές σελίδες πίσω. Το μεγάλο επίτευγμα της Γαλλικής επανάστασης του 1789, η απόκτηση του δικαιώματος του πολίτη στη βάση της γέννησης σ’ ένα τόπο και της ένταξης σε ένα έθνος δεν ισχύει πια. Στη Γερμανία που διακηρύσσει την επιστροφή στο «αίμα» και στη «γη» ως κριτήριο τίθεται το jus sanguinis. Όμως η κατηγοριοποίηση δεν έχει τελειωμό. Καταδικάζεται ένα κοινοβουλευτικό σύστημα γιατί δεν λογαριάζει τους χαρακτήρες και τις ιδιοφυΐες ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι ύποπτοι για διαφθορά. Οι πολίτες πρέπει να εργάζονται και να ζουν και το κράτος πρέπει να τους το εγγυηθεί. Πρόκειται όμως για ένα «κράτος πρόνοιας» ιδιότυπο και ιδιότροπο. Στην περίπτωση που η εγγύηση και η διατροφή δεν αρκούν, «πρέπει εκείνοι που πλεονάζουν απ’ όσους ανήκουν σε ξένα έθνη (οι μη πολίται) να διωχθούν από το Ράιχ». Οι λέξεις αρχίζουν να αποκτούν ένα πιο βίαιο τόνο που αφήνει να εννοηθεί ότι τo ΝSDAP δεν παίζει με τα λόγια αλλά θα κάνει πράξη το πρόγραμμά του. Μπαίνει τέλος στις μεταναστεύσεις ξένων εργατών στη Γερμανία και όσοι μπήκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (2.8.1914) έπρεπε να «υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν αμέσως το Ράιχ» θεωρούμενοι γενικώς ως ύποπτοι κατασκοπείας . Η συνέπεια όλων συνίσταται στο ότι το 9ο άρθρο που είναι φαινομενικά επηρεασμένο από την ιδρυτική διακήρυξη της Γαλλικής Επανάστασης να αφορά μόνο τους εξ αίματος προσδιορισμένους Γερμανούς πολίτες και να απέχει έτη φωτός από τη σύγχρονη έννοια του δικαίου. Από τη στιγμή δε που το καθήκον – και μάλιστα το πρωτεύον – του κάθε πολίτη «είναι να εργάζεται πνευματικά ή σωματικά και η δράση του «να ασκείται στο πλαίσιο του συνόλου και προς όφελος όλων» δεν αφήνεται κανένα περιθώριο για όσους αρνούνται την έννοια της εργασίας και για όσους θέλουν να εκδηλώσουν την ατομικότητά τους διαφορετικά απ’ ότι επιτάσσει η βούληση του «συνόλου». Ποιος προσδιορίζει τη βούληση του «συνόλου» ; Προς το παρόν το ζήτημα αφήνεται ανοικτό για να το λύσει αργότερα ο «φύρερ» που θα προκύψει από τις εκλογές του 1933 : δηλαδή ο Αδόλφος Χίτλερ. Συνέπεια της παραπάνω θέσης είναι η μη αναγνώριση και «η κατάργηση όλων των εισοδημάτων, που δεν προέρχονται από την εργασία» , η «δίκαια κατάσχεση όλων των πολεμικών κερδών» , η κρατικοποίηση των τραστ και η συμμετοχή (τίνος δεν διευκρινίζει το πρόγραμμα : των εργατών, των στελεχών του Κόμματος στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων) και η «δημιουργία μιας υγιούς μεσαίας τάξεως» που θα προκύψει από την «άμεση κοινοτικοποίηση των μεγάλων καταστημάτων, που θα πρέπει να νοικιασθούν με χαμηλές τιμές στους μικροεπαγγελματίες» . Η αγροτική μεταρρύθμιση επιτυγχάνεται με την «απαλλοτρίωση του εδάφους χωρίς είναι φανερό ότι «αποικισμός» και «αποζημίωση χάριν του γενικού συμφέροντος» «απαλλοτρίωση» του εδάφους πάνε μαζί : ο «άλλος», δηλαδή ο Σλάβος αγρότης που καλλιεργεί τα εύφορα χωράφια της ανατολικά της Γερμανίας Ευρώπης δεν έχει το δικαίωμα αποζημίωσης και το κόμμα νομιμοποιεί στη συνείδηση του Γερμανού της «μεσαίας τάξεως» την εξόντωση του Σλάβου αγρότη . Στην εκπαίδευση και στη δημόσια υγεία τίθεται ως στόχος η δημιουργία συνθηκών για την παραγωγή καθαρόαιμων Γερμανών ανώτερης ράτσας που από τα πρώτα τους χρόνια στο σχολείο θα μαθαίνουν την έννοια του κράτους, θα γυμνάζονται και θα αθλούνται υποχρεωτικά για άλλη μια φορά «φωτογραφίζεται» ο «άλλος» : ο αγύμναστος , ο μη αθλητικός άνθρωπος, ο μη υγιής, το «μίασμα» σύμφωνα με τη νεοελληνική ορολογία του εμφυλίου πολέμου. 21 χρόνια αργότερα όταν αρχίζει κι επίσημα ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος ο «φύρερ» θα υπογράψει διάταγμα με το οποίο θα εγκλειστούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι πάσχοντες από καρδιακά και πνευμονικά νοσήματα και θα εξοντωθούν. Ζητούν νόμο «κατά του συνειδητού πολιτικού ψεύδους» και «κατά της διαδόσεώς του στον τύπο» , οι εφημερίδες να εκδίδονται από Γερμανούς πολίτες στη Γερμανική γλώσσα και αυτές που προορίζονται για τους ξένους μόνο κατόπιν αδείας και σε ξένη γλώσσα : ο «ξένος» δεν πρέπει να μιλάει τη γλώσσα των καθαρόαιμων Γερμανών Αρίων.

Ο «άλλος» είναι αυτός που ασκεί δήθεν «διαφθείρουσα επίδραση» πάνω στη Γερμανική νεολαία και δεν είναι παρά ο καλλιτέχνης (ως επί το πλείστον Εβραίος ) κι ο λογοτέχνης. Επιζητείται ένας «θετικός χριστιανισμός» ως κρατική θρησκεία που «δεν θα αντιτίθεται στο αίσθημα της ηθικότητος της γερμανικής φυλής» : ο «άλλος» σκιτσάρεται καθαρά για άλλη μια φορά και δεν είναι παρά ο Εβραίος που καλλιεργεί «το ιουδαίο-υλιστικόν πνεύμα μέσα σε μας και έξω από μας». Το τελευταίο άρθρο είναι και το χαρακτηριστικότερο της αντίληψης των ναζιστών: το κράτος εναντίον της κοινωνίας των πολιτών. Να ποιος είναι ο «άλλος»: είναι ο «εχθρός λαός». Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία επί τούτου οι ναζιστές ζητούν «τη δημιουργία Βουλών Επαγγελματικών που να επαγρυπνούν στη εφαρμογή των γενικών νόμων του Ράιχ» . Μέσα στο στενό αυτό πλαίσιο επιδιώκεται να ενσωματωθούν όλες οι επαγγελματικές ομάδες και εκεί να γίνεται η «διαπραγμάτευση» μακριά «από του πλήθους τη βουή».

Το 1925 ο Αδόλφος Χίτλερ τελειώνει το περίφημο «σύγγραμμα» του με τίτλο «Ο Αγών μου» στο οποίο καταγράφει με τρόπο συχνά γλαφυρό και παραστατικό τις βασικές του απόψεις και εκθέτει τους άξονες της ρατσιστικής πολιτικής φιλοσοφίας. Στο κεφάλαιο «Λαός και Ράτσα» είναι που εκθέτει τη βασική του αντίληψη για την ουσία του ανθρώπου και της κοινωνικής συγκρότησης. Για το Χίτλερ όλα τα όντα στη γη τα διέπει μια βασική αρχή : «όλα υπόκεινται σ’ έναν βασικό κανόνα σχεδόν απαραβίαστο που τους επιβάλλει η στενά καθορισμένη ανάγκη της αναπαραγωγής και του πολλαπλασιασμού κάθε ζώο δεν ζευγαρώνει παρά με το θηλυκό του ίδιου είδους». Η δυαδική αυτή λογική θα επεκταθεί παντού σε όλους τους τομείς της επιστήμης και της κοινωνίας. Εκτός από το άσπρο και το μαύρο δεν υπάρχουν ενδιάμεσα χρώματα. Εκτός από το μηδέν και το ένα δεν υπάρχουν ενδιάμεσα νούμερα , εξ ου και το σύνολο των «φυσικών αριθμών». Κάθε άλλο είναι μπάσταρδο, ανάμικτο, απροσδιόριστο, σάπιο. «Κάθε διασταύρωση δύο όντων διαφορετικής αξίας δίνει σαν καρπό ένα κατασκεύασμα κατώτερο της αξίας των γονηών». Η φύση στην πορεία της προς την τελείωση απορρίπτει αυτό το τεχνητό κατασκεύασμα που ζητάει την ένωση με την ανώτερη ράτσα αλλά δεν μπορεί και πρέπει να εμποδιστεί ώστε να πάρει τη θέση που του ανήκει, δηλαδή κοντά στα κατώτερα όντα. Ο νόμος της φύσης ευνοεί έτσι τους δυνατούς που πρέπει να κυριαρχούν. Οι αδύνατοι πρέπει να παραμεριστούν , και στην πράξη να εξοντωθούν στα κρεματόρια , για να λειτουργήσει στην εντέλειά του ο νόμος της φύσης έστω και με τη βοήθεια του μακριού χεριού της (παρά)κρατικής εξουσίας . Εξ άλλου λίγο παρακάτω γίνεται ακόμη πιο σαφής η μέθοδός του : «ο αγώνας είναι πάντα το μέσον για ν’ αναπτυχθεί η υγεία και η δύναμη αντίστασης του είδους και συνεπακόλουθα, οι συνθήκες που θα του επιτρέπουν την ρατσιστική πρόοδο. Η «ευγονική» σε όλο της το μεγαλείο, ο «επιστημονικός ρατσισμός» χωρίς αναισθητικό. Η «ρατσιστική πρόοδος» είναι το αποτέλεσμα της σοφής πρόβλεψης της φύσης : «δεν επιτρέπει αναπαραγωγή παρά στα διαλεχτά πλάσματα».

Κάντε μια στάση, λέει ο Αδόλφος, σ’ αυτή την απέραντη αμερικανική ήπειρο. Τι θα δείτε ; Οι ψεύτικοι Άρειοι έχουν αναμιχθεί με κατώτερες φυλές με αποτέλεσμα ο ίδιος ο «εκπολιτιστής λαός» να έχει εκφυλιστεί σε ένα συνονθύλευμα μεσαίων και κατώτερων φυλών : μιγάδες, ινδο-ισπανοί, ινδο-πορτογάλοι κλπ. Οι πραγματικοί άρειοι, οι original στη Βόρεια Αμερική κατέκτησαν την Άγρια Δύση χωρίς ούτε μια σταγόνα καθαρό αίμα να αναμειχθεί με σταγόνα κατωτέρων φυλών. Η Ku Klux Klan πρέπει να του ήταν οικεία. Προσοχή, όμως ! Ο κίνδυνος ελλοχεύει. Οι κατώτερες φυλές είναι πανταχού παρούσες : τα πολιτιστικά τους υποπροϊόντα μπορούν να μολύνουν τη σκέψη και η σκέψη να γίνει πράξη (στον καιρό του Αδόλφου ήταν το Χόλυγουντ των Εβραίων, η νέγρικη jazz, το swing). Ο Αιώνιος Δημιουργός όμως και θέλει και μπορεί : τον αμαρτωλό θα τον τιμωρήσει και την κοινωνία θα εξαγνίσει. Τα θύματα της λογικής αυτής ζουν ακόμη ανάμεσά μας – όσα τέλος πάντων επέζησαν. Η φύση είναι το κινούν αίτιο της ιστορίας και αν ο άνθρωπος επαναστατήσει ενάντιά της σκάβει τον ίδιο του το λάκκο. Αφού ο πόλεμος ανώτερων και κατώτερων ρατσών είναι νόμος της φύσης, τι θέλουν αυτοί οι, αφελείς το λιγότερο, ειρηνιστές και φωνασκούν άνευ νοήματος και αιτίας ; Πρόκειται για εφεύρημα των κατώτερων φυλών, λέει ο Αδόλφος, που προσπαθούν να παγώσουν, αν είναι δυνατόν, το φυσικό ρολόι της ιστορίας. Είναι τόσο αφύσικη η θεωρία αυτή που καταντάει ανόητη, γελοία και, πάνω απ’ όλα, αναποτελεσματική.

Ποιοι είναι αυτοί τώρα και με ποια προσόντα θα επιβάλλουν τις απόψεις τους στους ανώτερούς τους. Αν είναι δυνατόν ! Είναι εκ φύσεως αδύνατον να νικήσουν, όσο πολλοί κι αν είναι. Γι’ αυτό τους πρέπει βαριά κι απάνθρωπη τιμωρία. Κούνια που σε κούναγε Αδόλφε μου ! «Ορισμένες ιδέες είναι δεμένες με την ύπαρξη ορισμένων ατόμων». Ο Αδόλφος παριστάνει τον τιμητή των ειρηνιστών καταφεύγοντας σε σοφιστείες του στυλ «πραγματικά η ειρηνιστική ιδέα κι ο ανθρωπισμός είναι ίσως μια υπέροχη θεωρία κι ο ανθρωπισμός είναι ίσως μια υπέροχη θεωρία όταν θάχει κατακτηθεί ο κόσμος και θάχει υποταχτεί στον ανώτερο άνθρωπο». Καλώς τονε κι ας άργησε ! Ο Αδόλφος ζωγραφίζει το θρόνο του και τη μελλοντική κοινωνία του : Pax Germanica. «Πρώτα απ’ όλα αγώνας», λέει, «και μετά ίσως ο φιλειρηνισμός». Βέβαια, όταν οι πάσης φύσεως «άλλοι» εξαλειφθούν από προσώπου γης η ειρήνη του νεκροταφείου θα έχει επικρατήσει. Η ηθική θεωρία του Αδόλφου θα έχει κυριαρχήσει στα μυαλά των εκλεκτών ρατσών και θα έχει εκλείψει «ο σκοταδισμός και το χάος». Και για νάρθουμε στο «επιστημονικό και μεθοδολογικό ψητό» : ο Αδόλφος κλείνει πονηρά το μάτι σε όλους τους καθαρόαιμους Ευρωπαίους Αρίους. Ξέρετε, τους λέει, ότι εσείς είσαστε οι εκλεκτοί τελικά ; Είστε αυτοί που αναγνώρισαν πεντακάθαρα τους «χαλκέντερους νόμους της φύσης». Και ξέρετε τι κάνατε ; Φτάσατε, αγνοώντας αυτές τις υστερικές κραυγές των αντιπροσώπων των κατωτέρων φυλών περί ισότητας, ειρήνης και τα τοιαύτα, «στην ανώτατη υπαρξιακή στάθμη». Και τώρα που φτάσατε εκεί που φτάσατε, για αναλογιστείτε : κάποιοι άλλοι πριν από σας, σκεφτήκανε για σας. Ανακαλύψανε κάποιους φυσικούς νόμους που σήμερα πια είμαστε σε θέση να τους διατυπώσουμε με πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ξεφυλλίστε τις σελίδες του «Πνεύματος των Νόμων» που έγραψε 150, και βάλε, χρόνια πριν ένας άλλος δικός μας, ο Βαρόνος Μοντεσκιέ. Να θα δείτε αυτά που σας λέω εγώ με άλλη μορφή και άλλα λόγια. Εγώ σας λέω ότι το έδαφος ασκεί επίδραση πάνω στις ράτσες, πάνω στους ανθρώπους και στις πράξεις τους. Αυτός σας λέει το ίδιο με πιο επιστημονικό τρόπο : «οι νόμοι στη σχέση τους με τη φύση του κλίματος» . Η κεντρική ιδέα του εκ Γαλλίας φίλου μας : «αν αληθεύει ότι ο χαρακτήρας του πνεύματος και τα πάθη της καρδιάς είναι άκρως διαφορετικά στα διάφορα κλίματα, οι νόμοι πρέπει να είναι σχετικοί με τη διαφορά αυτών των παθών και με η διαφορά των χαρακτήρων». Τι σας λέει με λίγα λόγια ο Βαρόνος ; Ότι ο ψυχρός αγέρα που φυσάει στις στέγες των σπιτιών του βορρά φτιάχνει ρωμαλέους ανθρώπους με ισχυρή καρδιά. Ότι, αντίθετα, η ζέστη και η υγρασία των εδαφών του νότου κάνουν τους ανθρώπους νωθρούς και, συνεπώς, δειλούς, ιδιότητα που και λεκτικά δεν απέχει και πολύ από τη λέξη δούλος. Να το κλειδί της ανάλυσης. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι έχοντας ως μπούσουλα το κλίμα : «στις ψυχρές οι άνθρωποι έχουν λιγότερη ευαισθησία απέναντι στις απολαύσεις, στις εύκρατες χώρες θα έχουν μεγαλύτερη, ενώ στις θερμές χώρες θα έχουν άκρα ευαισθησία». Η όπερα η Αγγλική διαφέρει από την Ιταλική. Οι άνθρωποι του βορρά ερωτεύονται διαφορετικά από τους Λατίνους εραστές. Κι επειδή ο έρως είναι αυτό το στοιχείο που ενώνει οι Νότιοι έχουν πιο ανεπτυγμένη την αίσθηση του «έρωτα για τον έρωτα» , ενώ οι Βόρειοι … «καλά κρασιά». Ο Νότος είναι, ως εκ τούτου, γεμάτος πάθη, σε αντίθεση με το Βορρά που είναι γεμάτος λογική. Ο Νότος έχει πλήθος εγκλημάτων πάθους ενώ ο Βορράς ξεχειλίζει από αρετή, ειλικρίνεια και παρρησία. Στο Νότο είναι στο μυαλό νωθροί και υπακοή έχουν περισσή. Στο Βορρά η ψυχή σφύζει από ενέργεια και του Βορείου ανθρώπου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει. Ο φίλος μας ο Μοντεσκιέ, κοσμογυρισμένος καθώς ήταν, μάζεψε του κόσμου τις πληροφορίες. Οι Ινδίες, όπως ξέρετε ίσως, είναι μια «γη ποτισμένη με ιδρώτα». Αυτός ο ιδρώτας αντιπροσωπεύει, κατά την άποψή του, όχι μόχθο αλλά δειλία. Οι Ινδοί έχουν σαν θετικό ισοδύναμο τη φαντασία και αυτή η φαντασία είναι που τους κάνει να υποφέρουν ακόμη και το θάνατο. Αυτός είναι και ο λόγος που ζουν εκτός τόπου και χρόνου και που οι Βρετανοί τους έχουν υποδουλώσει. Δεν δίνουν μάχες και επιμένουν να ζουν σε μια κατάσταση νιρβάνα έχοντας αφήσει τους κατακτητές να κερδίζουν σε βάρος τους. Τι τους χρειάζεται για να στρώσουν έτσι που είναι στραβό το … κλίμα ; Νομοθέτης σοφός. Να τι τους χρειάζεται. «Όσο πιο εύκολα συγκινείται κανείς, τόσο πιο πολύ επιβάλλεται να διαπαιδαγωγηθεί κατάλληλα, ώστε να μην υπακούει σε προλήψεις και να οδηγείται από το Λόγο». Τελικά από δω το είχε, από ‘κει το είχε στο ρατσισμό τελικά κατέληξε. Ο «άλλος» του Μοντεσκιέ είναι αυτός ο δειλός, ο προληπτικός, ο νωθρός, ο κουτοπόνηρος και, σε τελευταία ανάλυση, δουλοπρεπής Ασιάτης ή Αφρικανός που εύκολα συγκινείται και εύκολα παρασύρεται. Γι’ αυτό και πρέπει να εκπολιτιστεί δια της βίας, πρέπει να του ελέγξουμε το μυαλό, να του επιβάλλουμε τη δική μας σκέψη, το δικό μας Λόγο. Εμείς οι Ευρωπαίοι, οι ορθολογιστές, οι μυαλωμένοι, που διαθέτουμε το κατάλληλο γεω-κλιματικό περιβάλλον που μας ωθεί στα γράμματα και τις τέχνες, που μας προτρέπει να είμαστε μετριοπαθείς, να ζούμε σε μεσαίου μεγέθους μοναρχίες με καθεστώτα «ελέγχου και ισορροπιών» , που, τέλος πάντων, έχουμε να δείξουμε κι έναν Παρθενώνα. Η επιστήμη να είναι καλά και θα μας βοηθάει να ανακαλύπτουμε το αίτιο και το αιτιατό, τους σιδερένιους νόμους της φύσης και τις μεθόδους τιμωρίας των «άλλων, των παραβατικών, των επαναστατών, των αιρετικών», δηλαδή των «εξ’ από ‘δώ». Τελικά όλα όσα λέμε μπορεί και να μην ισχύουν. Ο Μοντεσκιέ μπορεί όλα αυτά να τα έγραφε όχι γιατί τα πίστευε αλλά για να ωθήσει, με το ιδιότυπο χιούμορ του, τους νομοθέτες στο να σκεφτούν ωριμότερα τα πράγματα και να φτιάξουν καλούς νόμους για το καλό των λαών και των εθνών. Ο Χίτλερ πάλι μπορεί να μην επεδίωκε όσα να του καταλογίζουν και απλώς να προειδοποιούσε για τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την αλόγιστη χρήση των πορισμάτων των φυσικών επιστημών στις κοινωνικές επιστήμες. Και τότε ίσως η λεζάντα στην ιστορική εικόνα να έγραφε «τα πρόσωπα και τα γεγονότα που αναφέρονται στην ιστορία αυτή είναι εντελώς φανταστικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα». Δεν θα χρειαζόταν ούτε η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ να αναρωτιόταν φωναχτά τι γυρεύει «ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» ούτε ο ηθοποιός Λίαμ Νήσον να κατάρτιζε κάποιες πασίγνωστες «λίστες».H σημερινή κατάσταση, όμως, μας επιβάλλει ένα καθήκον : το αυγό του φιδιού πρέπει να τσακιστεί. Μόνο που θέλει θεωρητική και πολιτική επαγρύπνηση. Η ιστορία, είπε ένας γέρος Γερμανοεβραίος ονόματι Καρλ Μαρξ, επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Μπορεί και να διαψευστεί αρνητικά, μπορεί να διαψευστεί και θετικά. Είναι στο χέρι μας.

Θεωρίες των Ελίτ για το κράτος

Θεωρίες των Ελίτ για το κράτος

του Θανάση Τσακίρη

Ο όρος «ελίτ» έχει κατά κόρον χρησιμοποιηθεί στην πολιτική ζωή για να δειχθεί ότι έχουν διαμορφωθεί πολιτικές και κοινωνικές ανισότητες αλλά και για καταδικαστούν φαινόμενα πολιτικής και κοινωνικής επιθετικότητας εναντίον εθνών και λαών από πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις με μεγαλύτερη ισχύ.

Οι θεωρητικοί στοχαστές έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο ως εργαλείο για τη μελέτη του ρόλου και της οργάνωσης του κράτους και της κοινωνίας. Από την αρχαιότητα ως τους νεώτερους χρόνους ο όρος «ελίτ» αναφέρεται σε συγκεκριμένες αντιλήψεις για την εξουσία, τη δυναμική, την ανισότητα και την πολιτική. Ο Πλάτωνας έκανε την αρχή και την συνέχισε ο Μακιαβέλι στα βήματα του οποίου βάδισε μια γενιά κοινωνικών επιστημόνων με αναφορά κυρίως στην Ιταλία από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και το μεσοπόλεμο.

Στο 8ο βιβλίο της Πολιτείας, ο Πλάτωνας εντοπίζει 4 τύπους κυβέρνησης ή κρατικών σχηματισμών κατά τους κλασικούς χρόνους:
– Τιμοκρατία ή τιμαρχία δηλαδή «κυβέρνηση τιμής» ή κυβέρνηση των καλύτερων (Κρήτη, Σπάρτη).
– Ολιγαρχία, δηλαδή κυβέρνηση που στηρίζεται στην αξία της περιουσίας, κάτι που σημαίνει ότι οι πλούσιοι έχουν εξουσία ενώ οι φτωχοί είναι στερημένοι δικαιωμάτων.
– Δημοκρατία, που δηλώνει την εξέγερση των φτωχών εναντίον των πλουσίων ή απόσυρση των πλουσίων από την κρατική εξουσίας λόγω του φόβου της. Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι αλλά η κυβέρνηση κυριαρχείται από διασπαστικές τάσεις και αταξία.
– Τυραννία.
Τόσο στην πραγματικότητα όσο και στην ιδεώδη Πολιτεία οι μειοψηφικές ελίτ είναι που κυβερνούν. Οι «φύλακες» της Πολιτείας είναι ακριβώς αυτοί που θα αποτελούν τις κυβερνώσες ελίτ του κράτους.

Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά όρισε το κράτος ως μια πολιτική κοινότητα προσανατολισμένη στην επίτευξη του κοινού καλού. Αντιλαμβανόταν το κράτος ως έναν «φυσικό» ιστορικό σχηματισμό με βάση στην οικονομία, στη δομή της οικογένειας, στην ηθική. Οι βασικές πολιτικές μορφές κράτος που διέκρινε ήταν το μοναρχικό, το αριστοκρατικό και το δημοκρατικό με την ιδιαίτερη ιστορία τους και την εξέλιξή τους από την ανάπτυξη ως την παρακμή. Αυτές οι μορφές εξελίσσονται μέσω φάσεων κατά τις οποίες είναι η ανθρώπινη βούληση και δράση μπορεί να αποφασιστική και να επιταχύνει την ωρίμανσή αποφεύγοντας την παρακμή. Η πρακτική της πολιτικής είναι η επιλογή μεταξύ αυτών των μορφών και των συνδυασμών τους.

Ο Νικολό Μακιαβέλι αντιλήφθηκε το κράτος ως μια ενιαία δομή τα στοιχεία της οποίας ανταποκρίνονται σε ένα κέντρο εξουσίας. Κατ’ αυτόν το κράτος ενσωματώνει όλη την νόμιμη εξουσία που υπάρχει στην επικράτεια την οποία εκπροσωπεί. Τίποτα δεν είναι ανώτερο από το κράτος. Έτσι το ισχυρό και καλά οργανωμένο κράτος θα απολαμβάνει την αναμφισβήτητη αφοσίωση όλων των πολιτών της. Πρόκειται ηθικά ουδέτερη και ισχυρή οντότητα που χρησιμοποιείται από αυτούς που την ελέγχουν για την επίτευξη οποιουδήποτε στόχους θεωρούν σωστούς. Όσο καλύτερη είναι η κατασκευή του κράτους τόσο πιο σταθερό και ισχυρό είναι. Ο Μακιαβέλι ισχυριζόταν ότι όλα τα κράτη είναι είτε αβασίλευτες δημοκρατίες είτε μοναρχίες. Ο ίδιος ασχολήθηκε με τις μοναρχίες.

Κοινό μεθοδολογικό σημείο της «Ιταλικής σχολής» είναι η αντίληψή της για τον άνθρωπο που τον θεωρεί όχι ως ένα ον που κοινωνικοποιείται στο πλαίσιο ενός πλέγματος σχέσεων και διαμορφώνεται από τους θεσμούς αλλά ως ένα ον με ορισμένα απολύτως σταθερά βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία ο επιστήμονας οφείλει να μελετήσει για να αναδείξει την «ανθρώπινη φύση» ώστε να προσδιορίσει τη συμπεριφορά σε διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις.

Σε γενικές γραμμές η θεωρία υποστηρίζει ότι η εξουσία βρίσκεται σε κάθε οργάνωση και θεσμό της πολιτείας στα χέρια των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ και στα διάφορα δίκτυα σχεδιασμού πολιτικών προγραμμάτων που άλλοτε έχουν θεσμική υπόσταση και άλλοτε έχουν αφανή παρέμβαση από τα παρασκήνια. Οι θεωρητικοί αυτοί μελέτησαν με συστηματική έρευνα αυτές καθαυτές τις ελίτ. Ενδιαφέρονταν για τις σχέσεις των ελίτ με τις μάζες και για τις σχέσεις τόσο στο εσωτερικό των ελίτ όσο και μεταξύ τους, όσο ανταγωνίζονται για την εξουσία και όσο την κατέχουν. Τη θεωρία, λοιπόν τη χαρακτηρίζουν:
α) η πεποίθηση περί του αναπόφευκτου της κυριαρχίας των ελίτ και περί του παραλόγου της φιλελεύθερης δημοκρατίας
β) η απόρριψη του οικονομισμού του Μαρξισμού (δηλ. της εκδοχής εκείνης που θεωρεί ότι η οικονομία είναι ο πιο καθοριστικός -συχνά μοναδικός όπως λένε κάποιοι «χυδαίοι μαρξιστές»- παράγοντας της κοινωνικής δυναμικής)
γ) η πεποίθηση περί της δυνητικής αυτονομίας του κράτους από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις.

Για αυτούς τους θεωρητικούς η εξουσία είναι συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια αλλά θεωρούν πως είναι ο διευθυντικός/διοικητικός έλεγχος είναι ο καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας ανισοτήτων πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης κι όχι η ιδιοκτησία που έλεγαν οι Μαρξιστές. Είναι αποτέλεσμα της κατοχής των θέσεων εξουσίας στους γραφειοκρατικούς θεσμούς και οργανώσεις καθώς και της αυθεντίας κορυφαίων προσώπων όπως οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι που μπορούν να ασκούν επιρροή χωρίς να κατέχουν επίσημες πολιτικές θέσεις. Οι ελίτ που κατέχουν τις πολιτικές θέσεις σε οργανώσεις και τους κρατικούς ελέγχουν πόρους με αποτέλεσμα την δυνατότητα ελέγχου του συνόλου του δημόσιο βίο και της κοινωνικής ζωής, από την κυβέρνηση και τις κρατικές διοικητικές υπηρεσίες ως τις τράπεζες, τα θρησκευτικά ιδρύματα και οργανώσεις, τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα ΜΜΕ κ.ά. Ο απλός λαός, οι πολίτες είναι αποκλεισμένοι και ελεγχόμενοι από τη `μειοψηφία που έχει προβλέψει να είναι στο απυρόβλητο, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι θεωρητικοί αφήνοντας μια αίσθησης απαισιοδοξίας.

Οι βασικότεροι εκπρόσωποι της θεωρίας είναι οι Βιλφρέντο Παρέτο και Γκαετάνο Μόσκα. Έδωσαν στην Πολιτική Κοινωνιολογία μια άλλη «μεγάλη θεωρία», την «Θεωρία των Ελίτ». Αμφότεροι μίλησαν για την «κυκλοφορίας των ελίτ». Ο Παρέτο (1848-1923) αρχικά εκπαιδεύτηκε ως πολιτικός μηχανικός και μαθηματικά αλλά συνέχισε να σπουδάσει Πολιτική Οικονομία, Πολιτική Επιστήμη και να καταλήξει στην Κοινωνιολογία. Μεθοδολογικά προσπάθησε να μαθηματικοποιήσει και να φυσικοποιήσει τις κοινωνικές επιστήμες. Μεταξύ των άλλων προσπάθησε να παίξει σημαντικό πολιτικό ρόλο και μετακινήθηκε από το χώρο του φιλελευθερισμού στη μεγάλη χοάνη του αντι-φιλελευθερισμού και κατέληξε στο Μουσολινικό φασισμό ως διορισμένος από το βασιλιά γερουσιαστής.

Ο Παρέτο υποστήριξε ότι η κοινωνία είναι ένα «μηχανικό σύστημα» του οποίου πρέπει να μελετηθούν 3 στοιχεία:
1. Γεωγραφικό και φυσικό περιβάλλον
2. Χωρικοί και ιστορικοί παράγοντες που επιδρούν στις σχέσεις της κοινωνίας με άλλες κοινωνίες
3. Εσωτερικά στοιχεία, τα οποία ο ίδιος μελέτησε σχεδόν αποκλειστικά.

Λέγοντας «εσωτερικά στοιχεία» εννοούσε κυρίως τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις ανθρώπινες ενέργειες. Τις ενέργειες τις διακρίνει σε «λογικές» και σε «μη λογικές». Οι πρώτες είναι οι λιγότερες. Περισσότερες είναι οι δεύτερες και διαφέρουν από τις «παράλογες» κατά το ότι οι «μη λογικές» δεν κατευθύνονται σε σαφείς αρθρωμένους και κατανοητούς στόχους. Αυτή τη θέση τη στηρίζει με βιολογικού χαρακτήρα βάση. Θεωρεί ότι η ανθρώπινη δράση έχει τη ρίζα της σε κινητήριες δυνάμεις ή προδιαθέσεις που τις αποκαλεί «κατάλοιπα» που προέρχονται από αυτό που ονομάζει «συναισθήματα» που με τη σειρά τους γίνονται αντιληπτά στο πλαίσιο βασικών βιοφυσικών καταστάσεων που ονομάζονται «ένστικτα». Μία από αυτές τις θεωρητικές κατασκευές του μοντέλου Παρέτο, καταγωγή από τη θεωρία του Μακιαβέλι, έχει ως αντικείμενό της την διαφορά μεταξύ των «ψυχολογικών καταλοίπων» του «ενστίκτου των συνδυασμών» και της «διατήρησης της αδράνειας», δηλαδή της τάσης για ανακάλυψη ή καθιέρωση σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων και των ιδεών από τη μια και της τάσης αντίστασης στις αλλαγές και στους συνδυασμούς αυτούς (οι άνθρωποι στους οποίους υπερισχύει το πρώτο θεωρούνται «αλεπούδες» και σε όσους υπερισχύει το δεύτερο «λιοντάρια»). Όταν οι κυβερνώντες θεωρούνται αλεπούδες και οι μάζες λιοντάρια, τότε η κατάσταση παραμένει σταθερή. Όταν, όμως, είναι κι οι δύο λιοντάρια, τότε η κοινωνία είναι εντελώς στάσιμη, καθώς οι μεν κυβερνούν με τη βία οι δε δεν έχουν τα προσόντα για να τους ανατρέψουν. Στην περίπτωση, όμως, που οι μάζες γίνουν περισσότερο αλεπούδες προκαλείται αστάθεια αν οι κυβερνώντες, που είναι πολύ αλεπούδες, «εκφυλιστούν» τόσο ώστε να μην θέλουν να χρησιμοποιήσουν βία. Υπάρχει όμως και η βαλβίδα ασφαλείας της κυβερνώσας ελίτ, που λέγεται «κοοπτάτσια» ή «ενσωμάτωση» ή «κυκλοφορία των ελίτ» στη γλώσσα της θεωρίας αυτής. Αν και αυτή η βαλβίδα αχρηστευτεί, τότε η επανάσταση των μαζών είναι σίγουρη.

Ο Γκαετάνο Μόσκα, το δεύτερο μέλος της «σχολής των ελίτ» όρισε τις σύγχρονες ελίτ, σε αντίθεση με τις «πρωτόγονες», με βάση τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητές τους που χρειάζονται στην πάλη για την απόκτηση πολιτικής εξουσίας στις σύγχρονες γραφειοκρατικές κοινωνίες. Προσπάθησε να υπερβεί κάπως το βιολογικό ντετερμινισμό του Παρέτο και να δώσει μια πιο κοινωνιολογική χροιά στη θεωρία των ελίτ. Οι πολιτικές ελίτ δεν είναι εκ φύσεως κληρονομικές αλλά μέλη τους μπορούν να γίνουν άνθρωποι προερχόμενοι από όλες τις τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, ο Μόσκα διατύπωσε την ‘ελιτίστικη θεωρία τη δημοκρατίας’ με βάση τις απόψεις του Πλάτωνα για τις μειοψηφίες που είναι αυτές που τελικά παίρνουν τις αποφάσεις. Ο Μόσκα προτιμούσε τους όρους «άρχουσα τάξη», «κυβερνώσα τάξη» και «πολιτική τάξη» αλλά δεν διαφωνούσε επί της ουσίες με τις σημασίες που έδωσε στους όρους ο Παρέτο: Σε όλες τις κοινωνίες . . .δύο τάξεις ανθρώπων εμφανίζονται- μια τάξη που άρχει και μια τάξη που άρχεται. Η πρώτη τάξη, πάντοτε η πιο ολιγάριθμη, εκτελεί όλες τις πολιτικές λειτουργίες, μονοπωλεί την εξουσία και απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα που φέρνει μαζί της η εξουσία ενώ η δεύτερη τάξη η πιο πολυάριθμη διευθύνεται και ελέγχεται από την πρώτη με τρόπο που σήμερα είναι λίγο ή πολύ νόμιμος, λίγο ή πολύ αυθαίρετος και βίαιος». Πίστευε ότι μια μικρή άρχουσα τάξη μονοπωλούσε την εξουσία και επωφελείται από τη θέση της αλλά και ότι η πλειοψηφία θα μπορούσε, αν δυσφορούσε έντονα, να επηρεάσει την άρχουσα τάξη ακόμη και να την ανατρέψει και να πάρει τη θέση της. Δίνοντας έμφαση σε αυτή την «κυκλοφορία των ελίτ» ο Μόσκα απέδιδε σημασία στην εμφάνιση και άνοδο των νέων κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων.

Παράλληλα με τους «ελιτιστές» άρχισε έρευνα για τα ενδιάμεσα επίπεδα του πολιτικού συστήματος, δηλαδή για τα πολιτικά κόμματα και τις ομάδες πίεσης και διαμεσολάβησης συμφερόντων. O πρώτος ερευνητής που διατύπωσε θεωρία για τα πολιτικά κόμματα ήταν ο Μωϋσής Οστρογκόρσκι, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του έργου του Η δημοκρατία και η οργάνωση των πολιτικών κομμάτων υποστήριζε ότι ενώ μεν μελετούσε τις λειτουργίες της δημοκρατικής κυβέρνησης στην ουσία δεν αποτελούσαν οι θεσμοί το αντικείμενό του αλλά οι πολιτικές δυνάμεις. Ο Οστρογκόρσκι ήταν ένας από τους πρώτους πολιτικούς κοινωνιολόγους που αντιλήφθηκαν το ζωτικότατο ρόλο των πολιτικών κομμάτων για τη λειτουργία των δημοκρατικών καθεστώτων του 20ου αιώνα, Με την ανάπτυξη της ζωής των πολιτικών κομμάτων αναπτύσσονται και αποκτούν προσανατολισμό η εστίαση των πολιτικών αισθημάτων και οι ενεργές βουλήσεις των πολιτών μιας δημοκρατικής πολιτείας. Όμως, συμμεριζόταν και τους φόβους ότι στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας η πίστη στο κόμμα γίνεται κάτι ανάλογο με τη θρησκευτική πίστη και δημιουργούνται κίνδυνοι καθώς διέβλεπε έναν ιδιόμορφο οργανωτικίστικο ντετερμινισμό. Αυτό το εξέφρασε στο εν λόγω βιβλίο τονίζοντας ότι «άπαξ και ιδρυθεί ένα κόμμα, ακόμη και αν δημιουργείται για τον ευγενέστερο των σκοπών, αυτοδιαιωνίζεται και τείνει προς τον εκφυλισμό. Αυτή η θέση του επηρέασε τον γερμανό (σοσιαλδημοκράτη αρχικά) πολιτικό κοινωνιολόγο Ρόμπερτ Μίκελς που ήδη η σκέψη του είχε επιρροές από τις «θεωρίες των ελίτ»). O Μίκελς τόνισε ότι, ανεξάρτητα από το αν εκφράζεται ρητά ή σιωπηρά, υπάρχει σαφής τάση ανάπτυξης «θεσμικών» συμφερόντων τόσο στα εργατικά συνδικάτα όσο και στα εργατικά κόμματα. Τα «θεσμικά» συμφέροντα έρχονται συχνά σε αντίθεση με τα συμφέροντα των μελών των εργατικών συνδικάτων. Διαμορφώνεται στα εργατικά συνδικάτα και κόμματα μια εκπαιδευμένη ελίτ εργατών οι οποίοι, από την ηγετική θέση τους στα συνδικάτα, δημιουργούν για τους εαυτούς τους υλικές και κοινωνικές συνθήκες διαφορετικές από αυτές των εργατών-μελών των μόνιμων και θεσμοποιημένων πλέον εργατικών οργανώσεων. Τόνισε επίσης ότι λόγω του διαχωρισμού ηγεσίας-βάσης επέρχεται αναγκαστικά η συνεχής πολιτική συντηρητικοποίηση της ηγεσίας και η αποστασιοποίηση των μελών των ηγετικών ομάδων από τους αρχικούς ριζοσπαστικούς στόχους και πολιτική των οργανώσεών τους. Αυτός είναι ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας» που διατύπωσε ο Μίκελς.

Συμπερασματικά, τα κύρια στοιχεία της «θεωρίας των ελίτ» είναι τα ακόλουθα
 Η ιστορία της πολιτικής είναι η ιστορία της κυριαρχίας των ελίτ.
 Gaetano Mosca: «Σ’ όλες τις κοινωνίες (…) δύο μόνο τάξεις εμφανίζονται – μία τάξη που κυριαρχεί και μία που κυριαρχείται.»
 Ο χαρακτήρας κάθε κοινωνίας προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της ελίτ της.

Τρεις βασικές θέσεις

 Πλάτων, Μακιαβέλι, Παρέτο, Μόσκα, Μίκελς
 Κοινή θέση: η συγκέντρωση της κοινωνικής εξουσίας σε ένα μικρό σύνολο ανθρώπων που αποτελούν την ελέγχουσα ελίτ ήταν αναπόφευκτη σ’ όλες τις κοινωνίες. Άρνηση της Μαρξιστικής λογικής περί δυνατότητας ύπαρξης αταξικών κοινωνιών.
 Μίκελς: Σε κάθε οργάνωση ισχύει ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας».
 Βιλφρέντο Παρέτο: η ιστορική εμπειρία μας προσφέρει αποδείξεις για τη διαρκή κυκλοφορία των ελίτ (δάνειο η παρομοίωση των ελίτ από το Μακιαβέλι με «λιοντάρια» και «αλεπούδες».
Ελίτ αλεπούδες vs Ελίτ λιοντάρια
 Αλεπούδες: κυβερνούν προσπαθώντας να πετύχουν συναίνεση, δεν είναι πρόθυμες να καταφύγουν στη βία, είναι έξυπνες και πανούργες, επιχειρηματικές, καλλιτεχνικές-πνευματικές και καινοτόμες. Ο ανθρωπισμός τους σε καιρό κρίσης οδηγεί στο συμβιβασμό και στον πασιφισμό => εξασθένιση καθεστώτος.

 Λιοντάρια: δυνατοί, σταθεροί και ακέραιοι άνθρωποι.
– Ψυχροί και στερούμενοι φαντασίας είναι πάντα πρόθυμοι να προσφύγουν στη βία για την επιβολή των θέσεών τους ή για την υπεράσπισή τους.
– Υπερασπιστές της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων τόσο στο κράτος όσο και στην κοινωνία πολιτών.
– Στρατεύονται υπέρ της δημόσιας τάξης, της θρησκείας και της πολιτικής ορθοδοξίας.

 Οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των δύο τύπων ελίτ είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα.
 Η ιστορία είναι η διαδικασία κυκλοφορίας μεταξύ αυτών των δύο τύπων ελίτ
 Το ιδεώδες σύστημα διακυβέρνησης θα αντανακλούσε μια ισορροπία δυνάμεων που θα περιείχε χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο των «λιονταριών» όσο και των «αλεπούδων».

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

του Θανάση Τσακίρη

Ο συντηρητισμός είναι μαζί μας εδώ και πολλούς αιώνες. Ένα σημαντικό ερώτημα που ποτέ δεν έχει απαντηθεί οριστικά είναι εάν ο συντηρητισμός είναι ιδεολογία ή απλή ψυχολογική προδιάθεση, μια στάση ζωής.. Άλλοι ορίζουν το συντηρητισμό ως προδιάθεση έναντι της έννοιας και της πράξης της αλλαγής και τη θεωρούν ανώτερη από τις υπόλοιπες ιδεολογίες οι οποίες έχουν το φιλόδοξο στόχο να ξεδιπλώσουν και να εφαρμόσουν σχέδια κοινωνικής βελτίωσης που δεν είναι δυνατό να καρποφορήσουν στην πράξη. Έτσι, η ιστορική εμπειρία θεωρείται σαφώς προτιμότερη πυξίδα και απορρίπτεται οποιαδήποτε προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας προς μια άγνωστη κατεύθυνση που θα προσπαθούσε να οδηγήσει σε μια «χρυσή εποχή». Η «πολιτική της ατέλειας» ανταποκρίνεται στην κυριαρχία των ανεπηρέαστων από το πέρασμα των αιώνων ενστίκτων.

Η πραγματικότητα της Πολιτικής είναι η δράση. Η δράση προκύπτει από κάποιας μορφής σκέψη. Το γεγονός πως διάφορες κοινωνίες επιδεικνύουν διαφορετικής μορφής συντηρητικές ενέργειες και δράση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει «συντηρητική σκέψη» για την κοινωνία και την πολιτική. Η συντηρητική νοοτροπία και το δόγμα που την στηρίζει είναι συστηματική και λογική. Το ότι (αυτό)περιγράφεται με υψηλούς τόνους και θριαμβευτικούς όρους δεν σημαίνει ότι δεν εκφράζεται με συνεκτικό τρόπο και με βάση συγκεκριμένες αρχές σε μανιφέστα και προγράμματα. «Αν δεν είναι ανάγκη κάτι να αλλάξει, τότε δεν πρέπει να αλλάξει». Αυτό είναι το μότο των συντηρητικών, που εκφράζει σε γενικές γραμμές αυτή την αντίληψη, δηλαδή την αποστροφή προς την «αλλαγή για την αλλαγή», τη διστακτικότητα να θέσουμε σε κίνδυνο αυτό που τώρα λειτουργεί για χάρη κάποιου πράγματος ή κατάστασης που ενδέχεται να επέλθει και να λειτουργήσει καλύτερα («το καλύτερο εχθρός του καλού»). Συντηρητισμός είναι η πίστη στα εμπεδωμένα μαθήματα που μας προσφέρει το παρελθόν απέναντι στο μέλλον και τις αόριστες υποσχέσεις που είναι ακόμα στον αέρα, δηλαδή προσκόλληση στο παλιό και δοκιμασμένο. Με άλλα λόγια, συντηρητισμός είναι η έγνοια να διατηρήσουμε αυτού θεωρείται κοινωνικά καθιερωμένο.
Ο συντηρητισμός στην Πολιτική εκφράζει την επιθυμία διατήρησης ή συντήρησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι συντηρητικοί εκτιμούν πολύ τη σοφία του παρελθόντος και αντιτίθενται γενικώς στην πραγματοποίηση ευρύτατων μεταρρυθμίσεων. Στην καλύτερη περίπτωση ο συντηρητισμός θα περιορίσει σε ανεκτά όρια την όποια πολιτική αλλαγή. Ο συντηρητισμός προσδιορίζεται συχνά από την πιθανή κατάσταση στην οποία αντιστέκεται (αντιφιλελευθερισμός, αντιδημοκρατισμός, αντικομμουνισμός κ.ά) και παίρνει διαφορετική χροιά από καιρό σε καιρό και από τόπο σε τόπο. Ο σύγχρονος συντηρητισμός αναδύθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα ως «ριζοσπαστική» αντίδραση στις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που επέφερε η εποχή της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Το 1789 ο Ιρλανδός πολιτικός φιλόσοφος Έντμουντ Μπερκ διατύπωσε για πρώτη φορά τις βασικές έννοιες και αξίες που προσδιορίζουν τον συντηρητισμό. Εξέφρασε απέχθεια για την Γαλλική Επανάσταση, τα εκρηκτικά πάθη των επαναστατών που τους αποκάλεσε «ιδεολογικούς ζηλωτές», οι οποίοι κινούνταν βάσει του ιδεαλισμού τους και των θεωρητικών αφαιρέσεών τους θέλοντας να εξαλείψουν θεσμούς και πεποιθήσεις που υπήρχαν ως τότε. Ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε τον όρο «συντηρητισμός» ή «συντηρητικός». Μόνο το 1830 επίσημα χρησιμοποιήθηκε στη Βρετανία όταν το κόμμα των Tories διαλύθηκε και από τις τάξεις του συγκροτήθηκε το Συντηρητικό Κόμμα, με πρόταση του επίσης Ιρλανδικής καταγωγής πολιτικού και συγγραφέα Τζων Γουίλσον Κρόουκερ. Ο Μπερκ διατύπωσε την «αρχή της συντήρησης» και έγινε πνευματικός πατέρας γενεών ολόκληρων από συντηρητικούς πολιτικού του 19ου αιώνα. Για την «επιστήμη της κυβέρνησης», κατά Μπερκ, βασική είναι η αρχή της «Εμπειρίας». Ο συντηρητικός αποδίδει σημαντική αξία στην παράδοση και τη σοφία που αντλείται από τα ήθη, τα έθιμα και τις πρακτικές των περασμένων γενεών. Αυτή η συσσωρευμένη γνώση που ξεπερνά την ευφυΐα κάθε μεμονωμένου ατόμου αποτελεί το πολυτιμότερο «περιουσιακό στοιχείο» κάθε γενιάς που πρέπει να παραδίνεται σε κάθε επόμενη γενιά («έτσι τα βρήκαμε κι έτσι θα τα παραδώσουμε»). Η κοινωνία είναι ο αρμονικός συνεταιρισμός όχι μόνο των ζωντανών αλλά και των νεκρών και των ανθρώπων που θα γεννηθούν. Οι επικριτές του συντηρητισμού θεωρούν τη λατρεία του παρελθόντος «αρρωστημένη νοσταλγία» και κυνισμό για το παρόν και απαισιοδοξία για το μέλλον ως δυνατότητα όχι μόνο συνολικής αλλαγής αλλά και μερικής βελτίωσης της κατάστασης της κοινωνίας. Ο φιλόσοφος και θεατρικός συγγραφέας G. K. Chesterton χαρακτήρισε την παράδοση ως «δημοκρατία των νεκρών», που ακόμα και όταν βρίσκονταν εν ζωή δεν έδειχναν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους ζωντανούς. Είναι, κυρίως, αποτέλεσμα της αντίληψης των συντηρητικών για την ανθρώπινη φύση. Από ένστικτο θεωρούν τους ανθρώπους αδύναμους και εγωιστές. Έτσι καταλήγουν να θεωρούν ότι μια κοινωνία διοικείται καλά μόνο με τη διατήρηση της τάξης και της σταθερότητας συχνά με αυταρχικό και πατερναλιστικό τρόπο. Όπως είπε ο Φιλελεύθερος πολιτικός William Gladstone: «ο φιλελευθερισμός είναι η εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους που γίνονται ήπιοι με τη σύνεση, ενώ ο συντηρητισμός είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους που κυριαρχούνται από τον φόβο». Ο ηθικολόγος Βρετανός της Βικτοριανής εποχής Matthew Arnold είπε ότι «η αρχή της συντήρησης…καταστρέφει ό,τι αγαπά γιατί δεν τα επιδιορθώνει». Ορισμένοι θεωρούν αυτή την κριτική άδικη και παραθέτουν τα λόγια του ίδιου του Μπερκ: «Μια προδιάθεση να συντηρούμε και μια ικανότητα να βελτιώνουμε αν τις ζευγαρώσουμε αποτελούν το δικό μου κριτήριο για τον σημαίνοντα πολιτικό άνδρα.
Η πολιτική των συντηρητικών ενίοτε συνοδεύεται από πολιτική αντιδραστικότητα με αποτέλεσμα να ασκούνται αντιφατικές στρατηγικές και πολιτικές (π.χ. ταυτόχρονα άσκηση ακραίας νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και απόσυρσης του κράτους από την οικονομία της ελευθερίας των αγορών, στα κοινωνικά ζητήματα η ασκούμενη κοινωνική πολιτική ήταν ακραία συντηρητική (νεοσυντηρητισμός) κι επικαλείται την άμεση και καταλυτική παρέμβαση του κράτους για την καταστολή των κοινωνικών κινημάτων από την εξέγερση της νεολαίας και την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960-1970 ως την αντιμετώπιση των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλόφιλων και γενικά των κινημάτων ταυτότητας
Μέχρι το 1850 ο όρος συντηρητισμός, που πιθανώς χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Σατωβριάνδο, σήμαινε γενικά την πολιτική της δεξιάς. Τα αρχικά δόγματα του ευρωπαϊκού συντηρητισμού είχαν ήδη διατυπωθεί από τον Edmund Burke, τον Joseph de Maistre και άλλοι συγγραφείς. Επέμεναν στη διατήρηση της εξουσίας του βασιλιά και της αριστοκρατίας, στη διατήρηση της επιρροής των γαιοκτημόνων απέναντι στην βιομηχανική αστική τάξη που γεννιόταν, στην περιορισμένη ψηφοφορία, καθώς και τη συνέχιση των δεσμών μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Η Συντηρητική ιδεολογία υφίσταται σε πολυάριθμες και κυμαινόμενες παραλλαγές και σπάνια μονοπωλείται από ένα μόνο πολιτικό οργανισμό. Έκανε την εμφάνισή της στις αρχές του 19ου αιώνα στους κύκλους (Σατωβριάνδος) ενάντια στην Γαλλική Επανάσταση. Στη Γαλλία ο όρος «συντηρητικός» δεν χρησιμοποιείται συχνά λόγω της αποσύνθεσης του ρεύματος που ήταν πιστό στις αξίες της παράδοσης. Μετά το 1830 το ρεύμα αποτελούνταν από τους Βουρβώνους που διαιρέθηκαν σε λεζιτιμιστές (νομιμόφρονες υπέρ της φυσικής διαδοχής) και σε ορλεανιστές. Στη διάσπαση αυτή ήρθαν να προστεθούν οι συντηρητικοί βοναπαρτιστές που διαστρέβλωναν τις απελευθερωτικές αξίες της Γαλλικής Επανάστασης. Η συντηρητική άποψη ότι η κοινωνική πρόνοια ήταν η ευθύνη των προνομιούχων ενέπνευσε το πέρασμα μεγάλου μέρους της ανθρωπιστικής νομοθεσία, στην οποία οδήγησαν οι Βρετανοί συντηρητικοί. Στα τέλη του 19ου αιώνα μεγάλοι συντηρητικοί πολιτικοί, κυρίως ο Benjamin Disraeli, είχαν την τάση να καταφεύγουν σε ήπιες μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να διατηρούν τα θεμέλια της κατεστημένης τάξης. Κατά το 20ο αιώνα ο συντηρητισμός έγινε ιδεολογία και πολιτική στρατηγική για τις πάλαι ποτέ φιλελεύθερες βιομηχανικές, εμπορικές και άλλες κοινωνικές ομάδες που είχαν επιτύχει πολλούς από τους πολιτικούς στόχους τους που έπρεπε να διατηρήσουν τις κατακτήσεις απέναντι στην επίθεση των μη ευνοημένων από την καπιταλιστική ανάπτυξη κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, όπως οι εργάτες, οι μικροί αγρότες και επαγγελματίες. Ο συντηρητισμός έχασε την κυρίως αγροτική και ημιφεουδαρχική προκατάληψη του και αποδέχθηκε τη δημοκρατική ψηφοφορία, υποστήριξε τον οικονομικό φιλελευθερισμό (laissez-faire) και αντιτάχθηκε στην επέκταση του κράτους πρόνοιας.

Το θέμα της μοναρχίας διχάζει τους συντηρητικούς στην Ισπανία και στην Γαλλία, όπως και οι σχέσεις εκκλησίας και κράτους. Στην Ιταλία η απαγόρευση της συμμετοχής των καθολικών στην πολιτική καθυστέρησe την ίδρυση μαζικού συντηρητικού κόμματος. Μετά το 1848 στην Ιταλία παρατηρείται το φαινόμενου του «τρανσφορμισμού» που συνεπάγεται την δημιουργία μιας συνεχώς διευρυνόμενης διευθυντικής τάξης, στο πλαίσιο που χάραξαν οι μετριοπαθείς, με την προοδευτική και συνεχή προσέλκυση των πιο δραστήριων ατόμων που ανέδειξαν φίλες ή αντίπαλες ομάδες . Το 1919 ο Σικελός ιερέας Luigi Sturzo ίδρυσε το αρχικό Ιταλικό Λαϊκό Κόμμα. Μετά τον Β΄Π.Π. και την ίδρυση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατή η συγκρότηση και επιβίωση ενός καθαρά συντηρητικού κόμματος. Επί της ουσίας, όμως, το ρόλο του συντηρητικού κόμματος τον έπαιξε η Χριστιανοδημοκρατία, λόγω της ιστορίας της και της θέσης που κατείχε, της κοινωνικής της βάσης και των συμφερόντων που υπερασπιζόταν. Ένα τρίτο θέμα διαμάχης μεταξύ των συντηρητικών ήταν αυτό του έθνους και του εθνικισμού. Τμήμα των συντηρητικών τάσσεται υπέρ ενός κράτους που σέβεται τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Οι περιστάσεις, όμως, μπορούν ενίοτε να στρέψουν τους πολέμιους του συγκεντρωτισμού σε ένθερμους εθνικιστές. Όσον αφορά τις Πολιτικές επιλογές, επί μακρόν, ο συντηρητισμός σήμαινε προσήλωση στην ατομική ιδιοκτησία, στην έννοια της τάξης και στην επιφύλαξη έναντι της καθολικής ψηφοφορίας. Εμφανίστηκαν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις περιόδους και τις συντηρητικές ομάδες, π.χ. σε όλες τις δυτικές χώρες προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις του κράτους πρόνοιας ενώ εθνικοποιήσεις έγιναν από τον Ch. De Gaulle, τον V. Giscard D’ Estaing, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κ.ά.

Αυτή η μορφή του συντηρητισμού, που τη βλέπουμε καλύτερα στις πιο εκβιομηχανισμένες χώρες, με τα παράδειγμα με της πολιτικής της προεδρίας Ρέηγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και της πρωθυπουργίας Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία. Αποδείχθηκε ευέλικτη και δεκτική σε ήπιες πολιτικές αλλαγές αλλά άκαμπτη σε θέματα διατήρησης της τάξης στα κοινωνικά ζητήματα και υποστηρίζει ενεργά την απορρύθμιση και την ιδιωτικοποίηση στον οικονομικό τομέα. Η Νέα Δεξιά που κυριάρχησε στις ΗΠΑ και σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης κατά τις δεκαετίες του ’70 και ’80 σήμανε την οπισθοχώρηση του συντηρητικού πραγματισμού μπροστά στην ιδεολογική αναζωπύρωση του νεοσυντηρητισμού των Reagan και Thatcher. Οι βασικές αρχές της Νέας Δεξιάς ήταν:
• Αντίθεση στον κρατικό παρεμβατισμό (μόνο όσον αφορά στην οικονομική και κοινωνική διάστασή του).
• Υπέρμετρη προβολή του κράτους-χωροφύλακα.

Ο συντηρητισμός θα πρέπει να διακριθεί τόσο από την αντιδραστική επιθυμία για το παρελθόν και τη ριζοσπαστική δεξιά ιδεολογία του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού.

Τελικά θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την ιστορία του συντηρητισμού ως εξής:

Ασάφεια υπάρχει στο ζήτημα της «εξουσίας» σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας: μετριοπαθείς – αυστηρή πατρική εξουσία, μοναρχικοί – συγκεντρωτική εξουσία, ακόμη και στήριξη δικτατορικών εξουσιών.
Αρχές γενικού χαρακτήρα:
• Απαισιοδοξία σε ό,τι αφορά το άτομο
• Υποταγή στις απαιτήσεις της εξουσίας
• Δυσπιστία έναντι της προόδου
• Πραγματισμός, που επιτρέπει την αναπροσαρμογή αρχών.
• Υπεράσπιση συμφερόντων που θεωρούνται μεγαλειώδη (ατομική πρωτοβουλία και ιδιοκτησία).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 12

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ ΣΤΟΝ ΒΕΜΠΕΡ: ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΡΟΥΣΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Εκδ. Γκοβόστης

Σε μια εποχή κυριαρχίας της εικόνας απέναντι στο λόγο και του λόγου που σχετίζεται με την τρέχουσα επικαιρότητα και την εμπορευματική αποτελεσματικότητα, απέναντι στο θεωρητικό στοχασμό, ένα βιβλίο που αναφέρεται στις κλασικές θεωρίες για το κράτος αποτελεί αναμφίβολα μια προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα. Ακόμη περισσότερο αυτό συμβαίνει όταν αυτή ακριβώς η προσπάθεια στοχεύει όχι σε μια μουσειακού χαρακτήρα παράθεση των διαφόρων περί κράτους θεωριών και στην απολογητική αιτιολόγηση της κρατικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά στην αξιοποίησή τους στα πλαίσια μιας «ουτοπικής» θεωρητικής αναζήτησης υπέρβασης της κρατικά οργανωμένης κοινωνίας και στην χειραφέτηση της προσωπικότητας. […] (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ: ΜΟΡΦΕΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΗ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ε. ΣΚΟΥΛΑΣ
επιμέλεια: Βιβγιάννα Γ. Σκουλά
Εκδόσεις Παπαζήση, 2012

Η έννοια του κράτους ως μια διακριτή μορφή εξουσίας είναι φαινόμενο αποκλειστικό της Νεωτερικότητας και όχι διακυβέρνηση άλλων εποχών στην παγκόσμια ιστορία του ανθρώπου. Οι μορφές εξουσίας που αναδείχθηκαν στην Αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα ήταν κυρίως αυτοκρατορίες οι οποίες διοικούσαν αλλά δεν κυβερνούσαν.
Το Φεουδαρχικό κράτος ερμηνεύεται ως ανεξέλεγκτη εξουσία η οποία ούτε χαλιναγωγείται, ούτε περιορίζεται από νόμους και κανονισμούς εκτός από έναν, το «θείο νόμο». Τα προνόμια των κοινωνικών τάξεων, που ενυπήρχαν σ’ αυτό και οι δεσμοί τους, εννοούσαν μια ιεραρχία εξουσιών πάνω στη γη της οποίας είναι ιδιοκτήτες και στους ανθρώπους τους οποίους είναι δεμένοι πάνω σ’ αυτή τη γη και την καλλιεργούν.
Το απολυταρχικό κράτος χαρακτηρίζεται από τρεις βασικές μορφές στη -σύγχρονη θεώρηση του:
1. ότι, το ίδιο το κράτος νοείται ως ανώτατη μορφή άσκησης εξουσίας για θέματα που αφορούν την κυβέρνηση,
2. ότι, η εξουσία του κράτους είναι αδιαίρετη και απόλυτη, και
3. ότι, όλα τα άτομα στην κοινωνία είναι υποτελείς του κράτους αφού
καταθέτουν την πίστη και την υποταγή τους όχι στον ηγεμόνα αλλά στο ίδιο το κράτος.
-Το αστικό κράτος εντούτοις, το οποίο εξελίχθηκε από τη γέννηση του καπιταλισμού, είχε μια ανάπτυξη ως σύνολο θεσμών και αξιών. Το σύνολο αυτό, υπέστη ένα βαθύτατο ρήγμα μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Ρήγμα ανάμεσα στο κράτος ως δημόσιος χώρος και της ιδιωτικής ζωής ως η κοινωνία των ιδιωτών. Το κράτος αυτό με τέτοια συγκρότηση θεσμών, σημείωνε βαθμιαία και σε γοργό ρυθμό τη μορφή συγκεντρωτικής διοίκησης ως δημόσια εξουσιαστική αρχή που αποκόπτεται ουσιαστικά από τη σφαίρα της ιδιωτικής κοινωνικής ζωής, ως η κοινωνία των
ιδιωτών ή ως αστική κοινωνία.
Το αστικό σύγχρονο κράτος χαρακτηρίζεται ως συνταγματικό, επειδή βασίζεται σε νόμους που διαμορφώνουν τον άνθρωπο και οριοθετούν τη δραστηριότητα του κι όχι στα άτομα τα οποία ως πολίτες σχηματίζουν και θεσπίζουν τους νόμους, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή, δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος. Το οικοδόμημα του κράτους δικαίου φαίνεται από τους νόμους που θεμελιώνει η κυβερνητική εξουσία και όχι από τη συμμετοχή των πολιτών που θα εκφράσουν λόγο για αυτούς, ώστε να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν ανάλογα με το τι ωφελεί το σύνολο και την εξέλιξή του. […]

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

BALL R. ALAN
Εκδότης: Παπαζήσης
Η πολιτική είναι μια από τις αρχαιότερες δραστηριότητες της ανθρωπότητας: από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν μαζί σε ομάδες, παρουσιάστηκε η ανάγκη να ευρεθούν τρόποι διακυβέρνησης αυτών των ομάδων. Από αυτές τις ταπεινές απαρχές αναπτύχθηκαν σιγά-σιγά οι εκλεπτυσμένοι θεσμοί και διαδικασίες της σύγχρονης διακυβέρνησης. Βέβαια, η σύνθετη και πολύπλοκη πολιτική διαδικασία των αρχών του 21ου αιώνα φαίνεται να έχει ελάχιστα κοινά με το μακρινό εκείνο παρελθόν. Και όμως, ορισμένα από τα ζητήματα που αναφύονταν, σε σχέση με τη διακυβέρνηση ομάδων κυνηγών, εξακολουθούν -στα βασικά τους χαρακτηριστικά- να υπάρχουν στη σημερινή πολιτική. Υπάρχουν διαδικασίες, μέσα από τις οποίες ένα απλό μέλος της ομάδας δύναται να επηρεάσει την κυβέρνηση; Ή μήπως η κυβέρνηση είναι υπόθεση λίγων ισχυρών ατόμων; Ποιοι κατέχουν εξουσία; Ασκούν αυτή την εξουσία με κατάλληλο και αποδεκτό τρόπο; Και πώς καθορίζουμε ποιος τρόπος είναι κατάλληλος και αποδεκτός; Είναι σταθεροί οι θεσμοί της κυβέρνησης, ή υπόκεινται σε συχνές αλλαγές; Η πολιτική είναι, λοιπόν, μια σημαντική και συχνά πολύ ενδιαφέρουσα δραστηριότητα. Παράλληλα, όμως, αποτελεί και μηχανισμό επίτευξης κοινωνικών στόχων. Θίγει ζητήματα που αφορούν τη συλλογική ευημερία των πολιτών. Στις σύγχρονες κοινωνίες περισσότερο από ένα τρίτο (και σε ορισμένες περιπτώσεις το μισό) του ό,τι παράγεται στην οικονομία αποσπάται με τη μορφή φόρων και στη συνέχεια διοχετεύεται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, με σκοπό την επίτευξη κάποιων στόχων. Το βιβλίο αυτό προσφέρει στον αναγνώστη μια ουσιαστική και περιεκτική εισαγωγή στη σύγχρονη πολιτική και τη σύγχρονη πολιτική επιστήμη. Μια εισαγωγή, η οποία είναι προσιτή και ευκολοδιάβαστη, αλλά δεν αποφεύγει ούτε απλοποιεί τα μεγάλα και σύνθετα προβλήματα του πεδίου. Η ελληνική έκδοση έχει λάβει υπόψη της και την ελληνική βιβλιογραφία και κατευθύνει συστηματικά τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για περαιτέρω μελέτη. Το βιβλίο αφορά όχι μόνον τους φοιτητές της πολιτικής επιστήμης και της πολιτικής κοινωνιολογίας, αλλά και κάθε πολίτη που επιθυμεί να αποκτήσει μια συστηματικότερη εικόνα των διαδικασιών, των θεσμών και των θεματικών που ορίζουν την πολιτική στις αρχές του 21ου αιώνα.