Category Archives: Κοινωνική Φιλοσοφία

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ (του Θανάση Τσακίρη)

Διαβάστε το πλήρες κείμενο: plato_technocratic_democracy

LWJWR3ypTGa8E0p3YkwaWQ

ΤΕΧΝΟΚΡΑTIA

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Η τεχνοκρατία ως η κυριαρχία των ειδικών στην τεχνολογία και τις κοινωνικές επιστήμες αποτέλεσε μια πρώτη θεωρητική και πολιτική απάντηση στο ερώτημα τι μπορεί να γίνει στην περίπτωση των σύγχρονων κοινωνιών που έχουν καταστεί πολύπλοκες και είναι δύσκολη η διακυβέρνησή τους με τις παραδοσιακές μορφές της εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας.
Πώς, όμως, διαμορφώθηκε αυτή η άποψη και ποιες είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας λογικής αν ακολουθηθεί στο πολιτικό και στο κοινωνικό; Ο όρος «τεχνοκρατία» εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Αναφέρεται στη μορφή εξουσίας που ασκείται με βάση τη «επιστήμη» και τη «δεξιότητα». Διαφέρει από τις άλλες μορφές άσκησης εξουσίας όπως η δημοκρατία (εξουσία του λαού), η απολυταρχία (εξουσία ενός ατόμου), η πλουτοκρατία (εξουσία των πλουσίων) κλπ. Στην πράξη, η έννοια της τεχνοκρατίας έχει τις ρίζες της στα έργα των Γάλλων φιλοσόφων Σεν Σιμόν και Αύγουστου Κοντ.
Ο Σεν Σιμόν (πλήρες όνομα: Κλωντ Ανρί ντε Ρουβρουά, κόμης του Σεν-Σιμόν), ο οποίος ζούσε στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν ο ιδρυτής ενός δόγματος που καθιέρωνε για τη βιομηχανία και τους εκπροσώπων της (μηχανικοί, τραπεζίτες κ.ά.) έναν κυρίαρχο ρόλο στο γενικό πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Η άποψή του ήταν ότι η κοινωνία πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με το πρότυπο του εργοστασίου όπου η ευτυχία των ατόμων συμπίπτει με την ικανοποίηση των φυσικών και ηθικών αναγκών. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο η κυβέρνηση ταυτίζεται με τη διαχείριση υλικών πραγμάτων από τους ειδικούς των τεχνών και των βιοτεχνικών/βιομηχανικών επαγγελμάτων. Η ηθική της τεχνοκρατίας συγγενεύει με αυτή των ωφελιμιστών με έναν πιο θετικό τόνο.
Tο δόγμα αυτό ήταν πολύ δημοφιλές στη διάρκεια της δεκαετίας 1830-1840 και επηρέασε ως ένα βαθμό τη σκέψη του Αύγουστου Κοντ, ο οποίος, όμως, θεωρούσε πως προϋπόθεση για τη μεταρρύθμιση της κοινωνίας είναι μια διανοητική μετάλλαξη. Στηριζόμενος σε προγενέστερες μελέτες Σκωτσέζων και Γάλλων φιλοσόφων και οικονομολόγων του Διαφωτισμού, ο Κοντ υποστήριξε ότι δεν επαρκεί η έρευνα για την ανθρώπινη φύση αν θέλουμε να επιτύχουμε τάξη και πρόοδο στην ανθρώπινη κοινωνία. Αντιθέτως, χρειαζόμαστε επιστημονικά πειράματα και ανάλυση των κοινωνικών γεγονότων. Για τον Κοντ, η πολιτική πρόοδος εξαρτάται από την επιστημονική πρόοδο. Μετά από τις εποχές της θρησκείας και της μεταφυσικής ο Κοντ θεωρεί ότι ο θετικισμός ανοίγει μια νέα επιστημονική εποχή. Σε όλο το πλαίσιο της κοινωνίας θα εφαρμόζεται η πειραματική μέθοδος ακόμα και στα κοινωνικά φαινόμενα. Η νέα επιστήμη που εγκαινιάζει ο Κοντ ονομάστηκε «Κοινωνιολογία». Η βασική ιδέα του Κοντ συμπυκνώνεται στη φράση: «Κοινωνία, ως εκ τούτου, πρόβλεψη. Πρόβλεψη, ως εκ τούτου, δράση».
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Thorstein Veblen υποστήριζε μια υλιστική αντίληψη για τη διαμόρφωση της κοινωνίας. Θεωρούσε ότι τα μέλη μιας κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες της, είναι οι διαμορφωτές της με τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούν να κερδίσουν τα προς το ζην. Αντίθετα από τον Καρλ Μαρξ, θεωρούσε ότι δεν είναι η εργασία αλλά η τεχνολογία και οι βιομηχανικές τέχνες που αποτελούν τους δημιουργικούς μοχλούς της κοινωνίας. Επιπλέον, διέκρινε την αντίθεση μεταξύ των παραδοσιακών ιδιοκτητών των επιχειρήσεων που ενδιαφέρονται κυρίως για τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την περίοπτη κατανάλωση από την μια πλευρά και των μηχανικών και λοιπών τεχνιτών της βιομηχανίας που ενδιαφέρονται για την αποδοτικότητα αυτή καθαυτή και για την παραγωγή για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών από την άλλη πλευρά. Έχοντας κατά νου αυτή τη θετική έννοια της τεχνοκρατίας ο Veblen πρότεινε τη σύσταση των «σοβιέτ των τεχνικών» για να αναλάβουν την εξουσία και να διαχειριστούν το βιομηχανικό οικονομικό σύστημα ορθολογικά και αποδοτικά. Αυτή η πρόταση στηρίχθηκε στη νευραλγική θέση που κατέχουν μηχανικοί και τεχνικοί στο ίδιο το βιομηχανικό καπιταλιστικό σύστημα και στη γνώση τους τόσο για τη λειτουργία όσο και για τη διόρθωση ή το μετασχηματισμό του. Αν αυτή η πρόταση φάνταζε «υπερεπαναστατική» για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις προτάσεις των περισσότερων νέων επιστημόνων και πολιτικών καθώς μετά την πρώτη εμφάνιση του κοινωνικού κινήματος υπέρ της τεχνοκρατίας στη δεκαετία του 1920 διαδόθηκαν ευρέως τεχνοκρατικές ιδέες και αντιλήψεις.
Στη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής και του New Deal στις ΗΠΑ του Φ. Ρούζβελτ και στη Δυτική Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, για την επέκταση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους χρειαζόταν μεγάλης κλίμακας συντονισμός πόρων και έμπειρων και καταρτισμένων τεχνικών. Το κίνημα δεν προχώρησε, όμως, πολύ μακριά ώστε να απαιτήσει την υποχρεωτική εγκατάσταση των τεχνικών και των επιστημόνων στα υπουργεία αλλά, τουλάχιστον, τη χρήση στη διακυβέρνηση των ίδιων μεθοδολογικών κριτηρίων: ιδεολογική ουδετερότητα και χρήση μεθόδων συλλογής δεδομένων και τεκμηρίων που θα συνέβαλλαν στην παραγωγή σύγχρονων τεχνολογιών.
Ταυτόχρονα με την έναρξη της εφαρμογής της τεχνοκρατικής λογικής, άρχισαν οι κριτικές και οι επικριτικές έως και δυστοπικές αναλύσεις και καταγγελίες. Η πρώτη αυστηρή κριτική ασκήθηκε από τον θεωρούμενο πραγματιστή και φιλελεύθερο (κατ’ άλλους συντηρητικό) Ισπανό φιλόσοφο Ortega Y Gasset, ο οποίος απέρριπτε την ορθολογισμό γιατί θεωρούσε ότι συνέχεε τη λογική με την κατάχρησή της και τόνιζε επίσης ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στη στενή εξειδίκευσή τους αλλά να διαθέτουν ευρύτητα πνεύματος και παιδείας. Κατ’ αυτόν, οι χώρες πρέπει να διοικούνται από τις πνευματικές ελίτ για να αποφεύγεται η «παρακμιακή» επιρροή λόγω του ελέγχου των μαζών («μαζανθρωποι») επί των τεχνών και του κράτους. Θεωρούσε, ωστόσο, απίθανη την τελική επικράτηση της τεχνοκρατίας για το λόγο ότι εξ ορισμού οι μηχανικοί δεν μπορούν να κυβερνήσουν καθώς χρήσιμοι και αξιολάτρευτοι αλλά «αθεράπευτα δευτερεύοντες», δηλαδή «μαζάνθρωποι».
Για τον ίδιο λόγο ο Clive Staples (C.S.) Lewis παρατήρησε ότι εάν κάποιος θέλει σήμερα να κυριαρχήσει στην κοινωνία αυτός μπορεί να το κάνει με το ένδυμα της επιστήμης για να καλύψει τις πραγματικές προθέσεις του και απηύθυνε προειδοποίηση: « …η νέα ολιγαρχία πρέπει ολοένα και περισσότερο να βασίζει την αξίωσή της να μας προγραμματίζει στην επίκληση της γνώσης (…) Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερο πρέπει να εξαρτώνται από τις συμβουλές των επιστημόνων, ώσπου στο τέλος οι ίδιοι οι πολιτικοί να καταλήξουν να γίνουν πιόνια των επιστημόνων.(…) Τώρα, φοβάμαι τους ειδικούς στην εξουσία γιατί είναι ειδικοί που ομιλούν εκτός του πεδίου των ειδικών αντικειμένων τους. Ας μας μιλήσουν οι επιστήμονες για τις επιστήμες». Ασκήθηκε επίσης κριτική ότι, ειδικά στις ΗΠΑ, η τεχνοκρατία αποτελεί μια από τις λιγότερο εξελιγμένες μορφές πρωτόγονων Αμερικανικών διευθυντικών ιδεολογιών. Αυτό σήμαινε ότι εξαιτίας της επερχόμενης «επανάστασης των διευθυντών» θα μειώνονταν οι εξουσίες και η δύναμη των υφιστάμενων θεσμών και ιδεολογιών στην καπιταλιστική κοινωνία, θα ελέγχονταν οι μάζες κατά τρόπο ώστε να αποδέχονται την κυριαρχία των διευθυντών και των τεχνοκρατών ως φυσικό φαινόμενο. Όμως, όπως υποστήριξε ο πρώην τροτσκιστής David Burnam, όχι μόνο στο σύγχρονο καπιταλισμό, αλλά και σε άλλα κοινωνικά ή πολιτικά καθεστώτα της εποχής (κομμουνισμό, φασισμό), η δύναμη μετατοπίζεται συνεχώς από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ιδιωτική ή κρατική, στους μάνατζερ των επιχειρήσεων, έτσι ώστε η ίδια η δυναμική αυτών των συστημάτων οδηγεί στη μεταλλαγή τους. Η υπόθεση περί της «τεχνολογικής ελίτ» που θα κατακυρίευε τον κόσμο έγινε κυρίαρχη αργότερα. Ξεκινώντας από την ακραία δυστοπική θεωρία του George Orwell για την κοινωνία του πανοπτικού ελέγχου του «1984» και φτάνοντας στην άλλη ακραία διατύπωση του David Burnam περί «τεχνολογικού απαρτχάιντ» εκφράστηκαν μια σειρά από κοινωνικές φοβίες.
Πέραν τούτων, η τεχνοκρατία αποτελεί ένα σύνθετο τύπο οργανωτικού ελέγχου, που ενσωματώνει ορισμένες από τις όψεις των προγενέστερων μορφών ελέγχου (τεχνικός, γραφειοκρατικός, επαγγελματικός. Ως επί το πλείστον συναντάται σε χώρους εργασίας που είναι προηγμένοι τεχνολογικά (π.χ. τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ.). Τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα αυτού του είδους επιχειρηματικής οργάνωσης είναι:
Α) πόλωση μεταξύ «ειδικών» και «μη ειδικών»
Β) ισοπέδωση των γραφειοκρατικών ιεραρχιών
Γ) αποσάρθρωση των εσωτερικών κλιμάκων θέσεων εργασίας
Δ) αυξανόμενη έμφαση στα προσόντα και στο διαχωρισμό τους
Ε) αυξανόμενη στήριξη στην τεχνική δαημοσύνη ως πρωταρχικής προέλευσης νομιμοποίησης
ΣΤ) ευέλικτες διαμορφώσεις συγκέντρωσης/αποκέντρωσης
Ο όρος «τεχνοκρατία» επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 στις κριτικές εναντίον αυτών των όψεων της σύγχρονης τεχνολογικής κοινωνίας τόσο από διανοούμενους όσο και από τα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, εργατικό, οικολογικό, αντιπυρηνικό κ.α.). Επισημάνθηκε από ορισμένες κριτικές ότι οι τεχνοκράτες αναλαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερους ρόλους και θέσεις εξουσίας χωρίς να έχουν επιλεχθεί από δημόσια καθολική ψηφοφορία και λαϊκή νομιμοποίηση και δίχως να διαθέτουν επαρκή «ηθική φαντασία» για να ασκούν υπεύθυνα την εξουσία και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, τέθηκε υπό διερεύνηση ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές λογικές αντικαθιστούν την πολιτική λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η απασχόληση ή η δημόσια υγεία και πρόνοια. Τέλος, πολλοί θεωρητικοί και πολιτικοί έχουν προειδοποιήσει για την «αποικιοποίηση» της κοινωνικής ζωής από τεχνικές λογικές σε ζητήματα που είναι κατεξοχήν πολιτικά και αφορούν τις βασικές αρχές τις οποίες επιλέξουν οι κοινωνίες για να ζήσουν και να αναπτυχθούν.
Η έννοια της τεχνοκρατίας επανεξετάστηκε από τον Ελβετό πολιτικό επιστήμονα Jean Meynaud. Ο Μεϊνώ δίνει μια πιο ευρεία σημασία στον όρο: «η απόδοση σε μια κοινότητα τεχνικών θέσης-κλειδί στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων» (Meynaud, 1960). Η τεχνοκρατία μπορεί να χαρακτηριστεί από την κατοχή μιας συγκεκριμένης δεξιότητας, δηλαδή αυστηρώς τεχνική δαημοσύνη ή μάλλον διαχειριστική. Επιπλέον, η τεχνοκρατία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς που δείχνει δισταγμό απέναντι στις πολιτικές διευθετήσεις και τους συμβιβασμούς επικεντρώνοντας αποκλειστικά στην αποδοτικότητα/αποτελεσματικότητα. Η φαινομενική «αντικειμενικότητα» της τεχνοκρατικής αντίληψης υποκρύπτει αξιολογικές κρίσεις που επιδρούν στην λήψη αποφάσεων των ίδιων των τεχνοκρατών, ιδίως όταν στη διαδικασία συμμετέχουν συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων. (Maynaud, 1964).
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος και της λογικής που διέπει την τεχνοκρατία είναι η ακόλουθη είδηση που ήλθε πριν από οχτώ στη θυρίδα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του γράφοντος: «NEWS ALERT from The Wall Street Journal, Aug. 17, 2006. Ford, under pressure to speed up its restructuring after reporting a $254 million loss in the second quarter, is looking to close more factories, eliminate more white-collar jobs in North America to cut salaried costs by another 10% to 30%, and scale back benefits, say people familiar with the auto maker’s plans. The cuts would be on top of previously announced reductions.» Ούτε λίγο-ούτε πολύ, η σύντομη είδηση μας έλεγε ότι επειδή σε ένα τριμηναίο απολογισμό, η ισχυρότερη βιομηχανία αυτοκινήτων πλανήτη που ίδρυσε ο Ford παρουσίασε ζημιές, θα αχρηστευθούν θέσεις εργασίας, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, θα περικοπούν μισθοί και επιδόματα γιατί η τεχνοκρατική λογική που διέπει τη σκέψη και την πολιτική των μετόχων και των διευθυντών αφήνει έξω από την οπτική της τους πραγματικούς ανθρώπους και τα πραγματικά προβλήματά τους. Την αμέσως επόμενη ημέρα ήρθε το sequel της είδησης και, όπως κάθε sequel που σέβεται την «παράδοση» του Hollywood, ήταν χειρότερο από το πρώτο: «Ford announced plans to reduce its North American fourth-quarter production by 21%, or 168,000 units, as it tries to accelerate its Way Forward plan. The auto maker is also cutting third-quarter output and said it will unveil further moves in September. People familiar with its plans say Ford is looking to close more factories and cut salaried jobs and benefits.» Οπότε τίθεται το βασικό ερώτημα του κατά ποίον τρόπο μπορεί να διατηρούνται οι δημοκρατικές αξίες της κοινωνίας όταν η επιστήμη και η τεχνολογία καθίστανται ολοένα και πιο πολύ κυρίαρχοι θεσμοί; Εντοπίζονται ισχυρές συγκρούσεις μεταξύ της αντίληψης της «αποδοτικότητας» (“efficiency”) και της δημοκρατικής ιδεολογίας. Αντιπαρατίθενται έτσι από τη μια μεριά ο προσδιορισμός των προβλημάτων ως τεχνικού χαρακτήρα για την επίλυση των οποίων πρέπει να επιλαμβάνονται οι «ειδικοί» και από την άλλη τα ιδεώδη της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
Αυτή η συζήτηση συνέπεσε με την εμφάνιση των απόψεων περί «τέλους της ιδεολογίας» και «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» και με τον «εξορθολογισμό» της πολιτικής με την αυξανόμενη σημασία της τεχνικής δαημοσύνης. Σύμφωνα με τη θεωρία της περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» του Daniel Bell έχει επέλθει «η τελική κατίσχυση του τομέα των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας» με αποτέλεσμα την απόδοση κεντρικής θέσης στην πληροφορία και τη θεωρητική γνώση, οι φορείς της οποίας ελέγχουν αποφασιστικά τις καινοτομίες που συντελούνται στο χώρο μιας νέας πνευματικά προσδιορισμένης τεχνολογίας. Έτσι, στην εν λόγω κοινωνία επικρατούν αριθμητικά οι πνευματικά εργαζόμενοι (knowledge workers) ενώ μειώνεται ο αριθμός των χειρωνακτών και των ανειδίκευτων εργαζομένων.
Η ιδεολογία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας είναι η τεχνική ορθολογικότητα στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική. Κυρίαρχοι είναι οι τεχνοκράτες, οι σχεδιαστές/προγραμματιστές και οι επιστήμονες. Οι τεχνοκράτες ασκούν εξουσία ένεκα της τεχνικής δαημοσύνης τους. Η ανάδειξή τους σε θέσεις, τυπικής ή άτυπης εξουσίας σηματοδοτεί την ανάδειξη της αποδοτικότητας, της εργαλειακότητας και του πραγματισμού ως λογικών επίλυσης προβλημάτων. Επιπλέον, επιταχύνεται η «μηχανή του χρόνου» και μειώνονται εντυπωσιακά τα μεσοδιαστήματα μεταξύ της έναρξης μιας αλλαγής και της εφαρμογής της, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προεξοφλούν την αλλαγή, να υπολογίζουν την πορεία της κατεύθυνσής της και τις επιπτώσεις της, να την ελέγχουν και να την διαμορφώνουν ανάλογα με τους προκαθορισμένους σκοπούς.

Advertisements

Η εποχή των «μετα-» (του Θανάση Τσακίρη)

1. Η εποχή των «μετα-» Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Mεταμοντερνισμός • Ο μεταμοντερνισμός είναι αντίδραση στον μοντερνισμό. • Γι’ αυτό θα κατανοήσουμε τον μεταμοντερνισμό από ιστορική σκοπιά θα χρειαστεί πρώτα να κατανοήσουμε τον μοντερνισμό. • Έτσι …
  • 3. …μοντερνισμός είναι • Ο πειραματισμός με τις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας • κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα • Αξιολογικές κρίσεις (δηλ. Υψηλή Κουλτούρα = καλή, χαμηλή κουλτούρα = κακή)
  • 4. Αρχιτεκτονική • Απλοποίηση της μορφής και εξάλειψη των «διακοσμητικών» και των «στολιδιών»
  • 5. Τέχνη • Πειραματισμοί με την αναπαράσταση των ανθρώπων.
  • 6. Πυρηνική Οικογένεια
  • 7. Μοντερνισμός Τέχνη: χαρακτηρίζεται από την • σκόπιμη και προσεκτική «παρέκκλιση» από την παράδοση και • χρήση νεωτεριστικών μορφών έκφρασης. Ο μοντερνισμός αναφέρεται στο ενδιαφέρον της περιόδου για: – Νέους τύπους χρωμάτων και άλλων υλικών – Έκφραση αισθημάτων, ιδεών, φαντασιώσιων και ονείρων αντί του οπτικού κόσμου (visual world ) που ούτως ή άλλως βλέπουμε. – δημιουργία αφαιρέσεων αντί της αναπαράστασης αυτού που είναι πραγματτκό – απόρριψη του νατουραλιστικού χρώματος – χρήση γκοφρέ, τραχιών (choppy), καθαρών ορατών πινελιών – αποδοχή της γραμμής, της μορφής, του χρώματος, της διαδικασίας ως έγκυρων θεμάτων ως τέτοια – εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέση: το κοινό παίζει…..

 

 

Φεμινισμός

Φεμινισμός Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Μεσαίωνας •Οι γυναίκες εθεωρούντο εκ φύσεως κατώτερες των ανδρών και αυτή η αντίληψη εσωτερικευόταν από τις γυναίκες λόγω της κυριαρχικής ιδεολογικής επίδρασης της θρησκείας και των νομικά δεσμευτικών κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων. •Η αντίδραση ελάχιστων γυναικών ενάντια σε αυτήν την μακρόχρονη κατάσταση κοινωνικής και πολιτικής καταπίεσης αντιμετωπίστηκε στην πλειονότητα των περιπτώσεων με τη φυσική και σωματική εξόντωση, το θρησκευτικό αφορισμό και την καταδίκη σε απομόνωση ως φορέων των «σκοτεινών δυνάμεων» (κυνήγι μαγισσών) που επεδίωκαν την ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων που εθεωρείτο θεϊκά εγκαθιδρυμένη.
  • 3. Μεσαίωνας •Οι ελάχιστες γυναίκες που αντιστέκονταν, ιδίως όσες ήταν εγγράμματες , επρόκειτο να μεταδώσουν από γενιά σε γενιά το βασικό αίτημα για εκπαίδευση των γυναικών ως φορέων του ορθού λόγου. •Οι άνδρες αναγνωρίζονταν ως εκ φύσεως πιο δυνατοί βιολογικά και συνεπώς πιο ικανοί για την ηγεσία, τη στρατιωτική ζωή κλπ. •Όμως και οι άνδρες και οι γυναίκες μοιράζονταν την ικανότητα για λογική σκέψη και για διανοητική δραστηριότητα. •Η φεμινιστική θεώρηση των πραγμάτων είχε αρχίσει δειλά -δειλά να….

Διαβάστε τη συνέχεια…plato 6 feminism

Ουτοπίες και δυστοπίες (του Θανάση Τσακίρη)

Ουτοπίες και δυστοπίες (του Θανάση Τσακίρη)

Ο Άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σε δυο κόσμους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό. Ο πρώτος είναι ο πραγματικός φυσικός κόσμος, ενώ ο δεύτερος είναι ο κόσμος του μυαλού και των ιδεών, ή ο υποκειμενικός κόσμος των φιλοσόφων και ο πνευματικός των θεολόγων. Είναι οι φιλοσοφίες, οι φαντασιοκοπίες, οι προβολές, οι εικόνες και οι δοξασίες που έχουν αποτέλεσμα την διαμόρφωση της συμπεριφοράς των ανθρωπίνων όντων

Διαβάστε τη συνέχεια
utopia and dystopia παρουσίαση power point

Σημειώσεις για Ουτοπίες και Δυστοπίες (του Θανάση Τσακίρη) ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ

Σημειώσεις για Ουτοπίες και Δυστοπίες
του Θανάση Τσακίρη

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ

Utopia

Ο Άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σε δυο κόσμους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό. Ο πρώτος είναι ο πραγματικός φυσικός κόσμος, ενώ ο δεύτερος είναι ο κόσμος του μυαλού και των ιδεών, ή ο υποκειμενικός κόσμος των φιλοσόφων και ο πνευματικός των θεολόγων. Είναι οι φιλοσοφίες, οι φαντασιοκοπίες, οι προβολές, οι εικόνες και οι δοξασίες που έχουν αποτέλεσμα την διαμόρφωση της συμπεριφοράς των ανθρωπίνων όντων.
Στο φυσικό κόσμο ο άνθρωπος υπάρχει και ζει «υποχρεωτικά» και μόνο αν αφαιρέσει τη ζωή του αποκόπτεται από αυτόν. Το υλικό φυσικό περιβάλλον αποτελεί το υπόστρωμα της καθημερινής μας ζωής, η Γη. Ο κόσμος του μυαλού και των ιδεών αντιστοιχεί στον Ουρανό. Μια ιδέα, μια θεωρία, μια δεισιδαιμονία είναι γεγονότα στέρεα όσο οι άνθρωποι συνεχίζουν να ρυθμίζουν τις πράξεις τους βάσει αυτών.
Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια τάση ή προδιάθεση να δημιουργούν και να κατασκευάζουν νοητές ιδεώδεις καταστάσεις είτε επιστροφής σε μυθικά παρελθόντα χρόνια ούτε φυγής στο μέλλον. Οι ουτοπίες δεν ταιριάζουν σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι με βάση τους περιορισμούς τους έχουν επεξεργαστεί μιαν «επαρκή» απάντηση σε ένα περιβάλλον και με αυτή πορεύονται στην τρέχουσα φυσική πραγματική ζωή. Όμως, αυτή η ζωή τους είναι μισή γιατί δεν σκοτίζονται για ο,τιδήποτε κι οποιονδήποτε δε σχετίζεται και δεν ανήκει στον πολύ στενό κύκλο τους. Δεν έχουν ποτέ αντικρίσει κατάματα τα «φωτεινά μάτια του κινδύνου».
Υπάρχουν τρεις τρόποι αντιμετώπισης των διαρκών δυσκολιών και παρεμποδίσεων. O άνθρωπος:
Α. το βάζει στα πόδια,
Β. θα προσπαθήσει να τα βγάλει πέρα,
Γ. θα επιτεθεί
Στην τρίτη περίπτωση θα μπορούσαμε να εντάξουμε την περίπτωση της «ουτοπίας».
Ποια είναι η μικρότερης εμβέλειας «ουτοπία»; Ο Λούις Μάμφορντ παρατήρησε ότι ένας εργάτης σε ένα εργοστάσιο χάρτου πίσω από την βρόμικη και άχαρη μηχανή του είχε κολλήσει τη φωτογραφία μιας ηθοποιού. Μερικές δεκαετίες αργότερα ένας μηχανικός αυτοκινήτων σ’ ένα συνεργείο θα έβαζε στον τοίχο του τη φωτογραφία μιας ημίγυμνης στάρλετ που θα ήταν ενδεχομένως η Μις Καλοκαίρι του ημερολογίου τοίχου. Σήμερα ένας κομπιουτεράς δημιουργός λογισμικού φτιάνει άπειρες φανταστικές ψηφιακές γυναίκες για screen saver της οθόνης του. Αυτή είναι η επιθυμία που ξορκίζουν ορισμένες θρησκείες και τις εξορίζουν στην μεταθανάτια ζωή. Παλιά οι κινηματογράφοι κάθε βράδυ γέμιζαν με άνδρες και γυναίκες που ήθελαν να ονειρευτούν ότι κάποιος/α όμορφος/η ηθοποιός μπορούσε να τους/τις αγαπήσει και να γλιτώσουν από την πεζότητα των καθημερινών τους συνηθειών και περιορισμών. Τώρα άδειασαν οι κινηματογράφοι και γέμισαν οι τσάντες των ανθρώπων με iPad και iPhone κι οι τσέπες των κατασκευαστών, των εταιριών online προβολής ταινιών και των δημιουργών του Σουλεϊμάν που καθηλώνει τον /την τηλεθεατή/τρια με την μικροουτοπία.
Σύμφωνα με τον Ανατόλ Φρανς, «δίχως τους ουτοπικούς των άλλων καιρών οι άνθρωποι θα εξακολουθούσαν να ζουν άθλιοι και γυμνοί στα σπήλαια. Ουτοπικοί χάραξαν τις γραμμές της πρώτης πόλης. …Από γενναιόδωρα όνειρα έρχονται ευεργετικές πραγματικότητες. Η ουτοπία είναι η βασική αρχή κάθε προόδου, και η απόπειρα για ένα καλύτερο μέλλον».
Οι ουτοπικοί χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: πρακτικοί και ιδεαλιστές. Αυτό που κάνει υποφερτό τον πραγματικό είναι οι ουτοπίες μας. Εν τέλει οι άνθρωποι ζουν στις πόλεις και τα μέγαρα των ονείρων τους.
Μπορούμε να πούμε ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας διατυπώθηκαν πολλές ουτοπικές θεωρίες για τις κοινωνίες και όχι μόνο πολιτικές. Τι άλλο παρά ουτοπία είναι η Καινή Διαθήκη παρά ένα σύνολο προφητειών που στηρίζονταν σε φαντασίωση μιας σειρά ουτοπικών αλλόκοτων πολιτειών με αρχές την ευλάβεια και την αρετή;
Ο πιο παλιός ουτοπιστής στοχαστής ήταν ο βοσκός και φρουτοσυλλέκτης Άμος, ο οποίος τον 8ο αιώνα π.Χ. αγωνίστηκε εναντίον της διαφθοράς των αρχουσών ελίτ του Ισραήλ και εναντίον της άγριες εκμετάλλευσης των τιμίων εργατών. Οι πρώτοι προφήτες άνοιξαν το δρόμο για μια παράδοση θρησκευτικών στοχαστών που περιγράφουν ουτοπίες που χαρακτηρίζονται από αγάπη, τελετουργίες, υπηρεσία, ταπεινότητα, και η λατρεία της κοινής θεότητας. Στον πρώτο μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη ο Ιησούς μίλησε για την Βασιλεία του Θεού στη Γη. Ο Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) έγραψε για την πόλη του Θεού και ο Σαβοναρόλα (1452-1498) κήρυττε την ουτοπία ενός ιδανικού θεοκρατικού κράτους. Μερικοί από αυτούς τους ιουδαιο-χριστιανούς στοχαστές πίστευαν ότι οι τέλειοι κόσμοι που περιέγραφαν τελικά θα γίνονταν πραγματικότητα. Άλλοι περιέγραψαν ιδανικούς κόσμους για να ασκήσουν πίεση για την μεταρρύθμιση των πραγματικών συστημάτων στην παρούσα φάση. Άλλες πνευματικές παραδόσεις, όπως ο Ταοϊσμός, ο Θεραβεδαϊστικός (Theraveda) Βουδισμός και το μεσαιωνικό Ισλάμ είχαν επίσης τους δικούς τους προδρόμους ουτοπιστικών κοινωνιών και πολιτειών. Και τα δύο είδη στοχαστών, τόσο εκείνοι οι οποίοι προέβλεπαν κυριολεκτικά έναν παράδεισο όσο και εκείνοι που χρησιμοποιούσαν τις ουτοπίες ως πρόγραμμα δράσης για τη δική τους εποχή, άνοιξαν το δρόμο για μεταγενέστερες μορφές θρησκευτικής ουτοπικής σκέψης και πράξης.
Τι άλλο παρά ουτοπικές καταστάσεις ήταν στον Μεσαίωνα οι φαντασιώσεις της Βασιλείας των Ουρανών ως μοναδικό δυνατό πρότυπο; Ο Άγιος Αυγουστίνος στο έργο του Η Πολιτεία του Θεού, λέει πως ο άνθρωπος είναι πολίτης δύο πόλεων, της πόλης όπου γεννήθηκε και της πόλης του Θεού κι αυτό επειδή ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από σώμα και πνεύμα. Οι δύο αυτές κοινωνίες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη φύση, την προέλευση και το σκοπό τους. Έτσι έχουμε το Ουράνιο κράτος του Θεού και το επίγειο κράτος του Σατανά. Αμφότερα ανάγονται στην εποχή που ακόμα ο άνθρωπος δεν υπήρχε. Η πρώτη εγκαθιδρύθηκε από τους αγγέλους και η δεύτερη, η επίγεια, από τους αποστάτες και τιμωρημένους αγγέλους. Η επίγεια πόλη και η πόλη του Θεού δεν έπρεπε να ταυτιστούν με υφιστάμενους ανθρώπινους θεσμούς: με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εξουσία και με τις Εκκλησιαστικές δομές εκείνης της περιόδου. Οι δύο πόλεις δεν ήταν αισθητά χωρισμένες, σε όλη την επίγεια ζωή, αλλά ανακατεμένες και θα χωρίζονταν μόνο στη Δευτέρα παρουσία. Το κράτος έπρεπε να είναι ένα χριστιανικό κράτος, να εξυπηρετεί τη χριστιανική κοινότητα και να συμβάλει στην ανθρώπινη σωτηρία διατηρώντας την αγνότητα της πίστης. Ένα κράτος είναι δίκαιο μόνο αν είναι χριστιανικό.
Στην περίοδο της Αναγέννησης (15-17 αιώνες μΧ) διατυπώθηκαν νέες ουτοπίες ενός «εξευγενισμένου Παραδείσου» μέσα από τα «χαλάσματα» της μεσαιωνικής εκκλησίας, για να φτάσουμε στο 18ο αιώνα κατά τον οποίο μια νέα «γη της επαγγελίας» χαράζεται καθώς καταρρέει από τα χτυπήματα του Διαφωτισμού η πνευματική και υλική χιλιετής κυριαρχία των παπάδων και γκρεμίζεται η βλακεία και η δεισιδαιμονία. Παρ’ όλα αυτά, «ο κόσμος», λέει ο Μάμφορντ, «χρειάζεται τις ουτοπίες και τα παραμύθια» και ότι «δεν έχει σημασία το πού πηγαίνουμε φτάνει να οδεύουμε συνειδητά προς έναν συγκεκριμένο στόχο».

Ουτοπίες
1. H Πολιτεία του Πλάτωνα.
Χρονολογείται από την εποχή της κοινωνικής αποσύνθεσης που ακολούθησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 π.Χ.-404 π.Χ.) ο οποίος έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων.
Μεταξύ 600 και 300 π.Χ. ιδρύθηκαν στο ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της τότε Ελλάδας πάνω από 300 στη βάση της λογικής της Μιλήτου. Το σχέδιο πόλεως της Μιλήτου που έμοιαζε με σχάρα, σχεδιάστηκε από τον Ιππόδαμο. Πολλές μικρότερες πόλεις πειραματίστηκαν και πολλοί μπήκαν στον πειρασμό να ονειρευτούν μια «πιο γενναιόδωρη κοινωνική τάξη πραγμάτων» και την οικοδόμηση εκ θεμελίων μια καλύτερη κοινωνία.
Στην Πολιτεία ο Πλάτωνας περιγράφει τα κατ’ αυτόν φυσικά ουσιώδη στοιχεία της καλής ζωής («ευ ζην»). Ο Σωκράτης έλεγε ότι ένα καλό κράτος θα έχει το υγιές πολίτευμα και ότι το άδικο κράτος έχει γεννηθεί από τον πολλαπλασιασμό των αναγκών και των περιττών. Ως συνέπεια διευρύνονται τα σύνορα που αρχικά ήταν μικρά όπως και η ίδια «πόλις-κράτος». Το ίδιο θα κάνουν οι γειτονικές πόλεις με αποτέλεσμα την πολεμική σύρραξη.
Βάση της κριτικής του είναι η «ιδεώδης κοινότητα». Όλοι στην κοινότητα πρέπει να έχουν ένα κοινό φυσικό επίπεδο ζωής. Ο πλούτος και η φτώχεια είναι οι δύο λόγοι του μαρασμού των τεχνών. Ευτυχία είναι ό,τι μπορεί ο άνθρωπος να «βάζει στη ζωή» και όχι ό,τι μπορεί να αρπάξει. Λόγου χάριν, ο χορευτής αποκομίζει πολύ περισσότερη ευτυχία από πού αποκομίζει ο λαίμαργος, Είναι φανερό πως ο Πλάτωνας εγκωμιάζει τη «δράση».
Η ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα είναι μια πόλη χωρίς απεριόριστο πληθυσμό. Η πόλη μπορεί να αυξάνεται σε πληθυσμό μέχρις ενός μεγέθους που συμβιβάζεται με την ενότητα. Αυτό είναι το όριό της. Για την πόλη αυτή ο ιδανικός αριθμός ανέρχεται σε 5.040 άτομα, δηλαδή σε τόσα όσα θα μπορεί να απευθυνθεί φυσιολογικά ένας ρήτορας και τα οποία διαμορφώνονται σε ενεργούς πολίτες. Τα μέλη μιας κοινότητας γίνονται γνήσιοι πολίτες στο βαθμό που μοιράζονται θεσμούς και τρόπους ζωής με παρόμοια εκπαιδευμένους ανθρώπους. Μέριμνα του Πλάτωνα ήταν να περιγράψει την ιδανική του Πολιτεία χωρίς την ύπαρξη εξωτερικής απειλής. Κατ’ αυτόν, μια καλή κοινότητα είναι κάτι σαν υγιές σώμα καθώς προϋπόθεση της δύναμης και του σφρίγους της είναι η άσκηση όλων των λειτουργιών της. Ο Πλάτωνας φτάνει στον καταμερισμό των λειτουργιών με μια μέθοδο που σήμερα θα τη λέγαμε «εκλογίκευση» σημειώνει Λιούις Μάμφορντ. Συγκρίνει την κοινότητα με ένα ανθρώπινο ον, που κατέχει τις αρετές της σοφίας, της ανδρείας και της δικαιοσύνης. Κάθε μία από τις αρετές αυτές με μια ξεχωριστή τάξη ανθρώπων:
Φύλακες Φιλόσοφοι-Βασιλιάδες (Κυβερνήτες της Πολιτείας): Σοφία
Επίκουροι (Υπερασπιστές της Πολιτείας): Ανδρεία
Για όλους τις τάξεις: Εγκράτεια ή «συμφωνία»
Η Δικαιοσύνη είναι η έσχατη αιτία και προϋποθέσεις όλων.
Πώς, όμως, το κάθε άτομο θα εύρισκε τον δρόμο του για τη σωστή τάξη; Υπό ποιες προϋποθέσεις θα εκτελούσε εκεί με τον καλύτερο τρόπο τις λειτουργίες του; Η Πολιτεία του Πλάτωνα διαιωνίζεται με τρεις μεθόδους: ανατροφή, εκπαίδευση, πειθαρχία. Πώς γεννιούνται και ανατρέφονται οι Φύλακες;
Μέσα στην Πολιτεία του ισχύει η ρήση του Μέγα Ναπολέοντα «η σταδιοδρομία είναι ανοιχτή στα ταλέντα». Ο Πλάτωνας ήταν υπέρ της αριστοκρατίας (πρώτο είδος «τεχνοκρατίας»)
Ο Πλάτων θεωρούσε ότι την κυβερνητική εξουσία της ιδανικής πολιτείας θα έπρεπε να την ασκούν οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες. Στο πρόγραμμα εκπαίδευσης των υποψηφίων φιλοσόφων-βασιλέων, ο ίδιος περιλάμβανε τα Μαθηματικά, γιατί πίστευε ότι υπήρχαν πραγματικές δομές και φύσεις πραγμάτων που αποκαλούσε ιδανικές «μορφές» των σχημάτων (γεωμετρικές μορφές) και φυσικών αντικειμένων καθώς και μορφές ηθικών εννοιών (κουράγιο, πίστη, δικαιοσύνη). Μόνο διανοητική θα μπορούσε να είναι η σύλληψη των μορφών: δεν μπορούσαν να προσληφθούν μέσω των αισθήσεων. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Πολιτεία του Πλάτωνα ήταν η πρώτη θεωρία περί τεχνοκρατίας, που ουσιαστικά ορίζεται ως κυβέρνηση μιας ελίτ εκπαιδευμένης με την υψηλότερη μορφή συλλογιστικής. Ενδιαφερόμενος για τις μορφές της δικαιοσύνης και των υπόλοιπων ηθικών εννοιών, ο Πλάτων θεωρούσε ότι τα Μαθηματικά ήταν η ακριβέστερη διανοητική (intellectual) γνώση των μορφών (των αριθμών και της γεωμετρίας). Επίσης τα Μαθηματικά αποτελούν αυστηρό τρόπο συλλογισμού από καθορισμένες υποθέσεις και παραμένουν το πρότυπο της τέλειας ορθολογικότητας για πολλούς φιλόσοφους (π.χ. Ευκλείδης). Ωστόσο, για τον Πλάτωνα τα Μαθηματικά είναι μόνο μια προκαταρκτική προϋπόθεση για την περαιτέρω ενασχόληση με τις φιλοσοφικές σπουδές. Για να πετύχουν την ευημερία του κράτους οι φύλακες έχουν την εξουσία να «χορηγούν ευεργετικά ψέματα».
Ως εγγύηση της βασικής αρχής της φυσικής επιλογής των λειτουργιών ο Πλάτωνας πρότεινα ένα «σύστημα κοινού γάμου». Η καλή αναπαραγωγή είναι «βιολογική και όχι κοινωνική». Η εκπαίδευση (όχι μόνο βιβλία) αναφέρεται σε όλες τις δραστηριότητες που διαπλάθουν τη ζωή του ανθρώπου. Οι φύλακες για να ασκούν τη «διακυβέρνηση» ως «λειτουργία» θα πρέπει να παραμερίζουν την ιδιωτική ζωή και τα ιδιωτικά συμφέροντά του. Οι Φύλακες ελέγχονται ξανά και ξανά ως προς την εξυπνάδα, την αντοχή και την ευψυχία. Μόνο όσοι περνούσαν από τη δοκιμασία εξαγνισμένοι και δυναμωμένοι γίνονται δεκτοί ως Φύλακες. Ουσιαστικά η καθημερινή των Φυλάκων είναι αυστηρά στρατιωτική.

2. Ο Τόμας Μουρ, η Ουτοπία και οι Ουτοπίες
Ο Sir Thomas More γεννήθηκε το 1478 στην Αγγλία. Διακρίθηκε σαν συγγραφέας , κοινωνικός φιλόσοφος, δικηγόρος και πολιτικός. Σπούδασε καταρχήν στη Σχολή του Αγίου Αντωνίου, υπό την προστασία του αρχιεπισκόπου Μόρτον, μαθαίνοντας Ελληνικά και Λατινικά και μετά νομικά στη σχολή, γνωστή με το όνομα «Inns of the Court», όπου και γνωρίστηκε με τους κορυφαίους ανθρωπιστές της εποχής του Έρασμου, Γκρόσιν, Λινάκρ, Λίλυ και Κόλετ. Διετέλεσε σύμβουλος του βασιλιά Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας και Λόρδος Καγκελάριος (1529-32). Αντιτάχθηκε στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση κι ειδικά στην εκδοχή των Μαρτίνου Λούθηρου και Ουίλιαμ Τιντέιλ του οποίου τα βιβλία τα έκαψε. Αντιστάθηκε σφόδρα στο χωρισμό με την Καθολική Εκκλησία και τη δημιουργία της Αγγλικανικής και το γάμο του Ερρίκου με την Αικατερίνη της Αραγονίας. Σύρθηκε σε δίκη με την κατηγορία της «προδοσίας» και καταδικάστηκε σε καρατόμηση που εκτελέστηκε στις 6 Ιουνίου 1535.

Utopia.ortelius

Η Ουτοπία είναι μια πραγματεία πολιτικής φιλοσοφίας δοσμένη με τρόπο μυθοπλαστικό. Περιγράφει μια μυθική νησιωτική κοινωνία με τα θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά της ήθη και έθιμα. Η Ουτοπία είναι γραμμένη στα λατινικά στην πόλη Λουβέν του σημερινού Βελγίου το Δεκέμβριο 1519. Απευθυνόταν σαφώς σε ένα μορφωμένο ευρωπαϊκό κοινό και αναδείκνυε τα ζητήματα τα σχετικά με την «φύση της καλής κοινωνίας», τους «κινδύνους των στρατιωτικών εχθροπραξιών», δηλαδή προβλήματα που απασχολούσαν τη φιλολογία της εποχής. Η Ουτοπία του Μουρ έχει ως κύριο χαρακτήρα έναν Πορτογάλο ναύτη ονόματι Raphael Hythloday (μυθικό πρόσωπο). Περιγράφει μια παγανιστική κομμουνιστική πόλη-κράτος που κυβερνάται με τον Λόγο. Η Ουτοπία αντιπαραβάλλεται με την συγκρουσιακή κοινωνική ζωή των ευρωπαϊκών κρατών. Στην Ουτοπία και τις γειτονικές της περιοχές (Tallstoria, Nolandia, and Aircastle) επικρατούν απόλυτα λογικές και οργανωμένες κοινωνικές διευθετήσεις. Δεν υπάρχουν δικηγόροι επειδή λόγω των απλών νόμων και γιατί οι κοινωνικές συναθροίσεις και συνελεύσεις γίνονται σε δημόσια θέα και έτσι ωθούνται οι συμμετέχοντες σε καλή συμπεριφορά. Η κοινοτική ιδιοκτησία έχει αντικαταστήσει την ατομική-ιδιωτική. Τα πάντα είναι κοινά και ο χρυσός, που δεν θεωρείται ιδιαίτερα πολύτιμος, χρησιμοποιείται για κατασκευή ειδών υγιεινής. Οι άνδρες και οι γυναίκες εκπαιδεύονται κατά τον ίδιο τρόπο. Η εκπαίδευση παρέχεται από το κράτος.. Είναι θρησκευτικά πλουραλιστική και απαγορεύεται η θρησκευτική μισαλλοδοξία και αδιαλλαξία και όλες οι θρησκείες και τα δόγματα είναι ανεκτές (ακόμα και οι Αθεϊστές μολονότι επικρίνονται έντονα). Θέματα όπως η ευθανασία φεύγουν από τη δικαιοδοσία της θρησκείας. Ο Μουρ επηρεάζεται από τον μοναστικό και όχι από τον βιβλικό κοινοτισμό για το μοντέλο της Ουτοπίας. Στην αρχή του έργου υπάρχει ένα σύντομο επεξηγητικό εδάφιο στο οποίο ο Μουρ εξηγεί ότι το ιδεώδες κράτος το οποίο περιγράφει, η Ουτοπία (από τις ελληνικές «ου» και «τόπος») θα μπορούσε να ονομαστεί και Ευτοπία («καλός τόπος»).
Εκ πρώτης όψεως, η Ουτοπία φαντάζει να είναι κάποια πραγματική χώρα καθώς ο Μουρ αντλεί στοιχεία από την ταξιδιωτική λογοτεχνία των χρόνων εκείνων που ήταν η εποχή των ανακαλύψεων. Όμως, είναι χώρα που δεν υπάρχει παρά στη φαντασία του και μια κοινωνία που θα ήταν «τέλεια». Ο Μουρ ουσιαστικά εγκαινίασε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, την «ουτοπία». Αν διευρύνουμε την έννοια της ουτοπίας θα δούμε ότι από τον Πλάτωνα ως τις ταινίες του χολιγουντιανού κινηματογράφου πολλοί άνθρωποι έχουν προσπαθήσει να φανταστούν πώς θα έμοιαζε μια ιδανική κοινότητα. Αυτές οι φανταστικές πολιτείες δεν είναι μόνο επινοήσεις των φιλοσόφων και των συγγραφέων αλλά και μέτρα σύγκρισης και κριτικής για τις εκάστοτε πραγματικές κοινωνίες, τα συστήματα και τα κακώς κείμενά τους. Ο «ουτοπισμός» φώτισε τα μυαλά πολλών ανθρώπων που προσπάθησαν να επιφέρουν μεταρρυθμίσεις στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα, να πάρουν μέρος σε επαναστάσεις και να αποπειραθούν να πειραματιστούν με τη δημιουργία «ιδανικών προτύπων» στην πράξη. Ουτοπίες παρουσιάστηκαν σε όλες τις κουλτούρες και θρησκείες, αλλά οι περισσότερες συζητήσεις, νουβέλες και απόπειρες έγιναν στη λεγόμενη «Δύση». Όμως, παράλληλα με την προσπάθεια των ανθρώπων για την δημιουργία ουτοπικών κοινοτήτων, αναπτύχθηκε και το αντίθετο ρεύμα της «δυστοπίας».
Στη Βρετανία ο εκκλησιαστικός και πολιτικός ηγέτης John Wycliffe (1328-1384) που ήταν από τους πρώτους Ρωμαιο-καθολικούς ιερείς που εξέφρασαν τις διαφωνίες τους για την πολιτική του Βατικανού και υποστηρικτής της μεταρρύθμισης της εκκλησίας. Παράλληλα ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ήταν αντικληρικαλιστής και θεωρούσε ότι η Βίβλος είχε προτεραιότητα στη διαμόρφωση της θρησκευτικής και πολιτικής εκπαίδευσης των ανθρώπων. Η δική του «ουτοπία» αφορούσε το «φυσικό κράτος» και επιδόθηκε στη μελέτη για τον προσδιορισμό της έννοιας της «φυσικής κατάστασης» της ανθρωπότητας. Κατ’ αυτόν, ο «κομμουνισμός» ήταν η «φυσική κατάσταση» και η περιουσία του πλανήτη κοινή για όλους τους ανθρώπους. Ο John Bell, λαϊκής καταγωγής ιερέας μαθητής του Wycliff στο κίνημα της θρησκευτικής μεταρρύθμισης (κίνημα των Lollards), έφτασε να γίνει καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης απ’ όπου εκδιώχθηκε το 1381 για την συμμετοχή του στην Εξέγερση των Χωρικών που συντάραξε τη χώρα. Έμεινε διάσημος, εκτός των άλλων για τη σθεναρή διεκδίκηση της ισότητας ανδρών και γυναικών. Και οι δυο βρήκαν φριχτό θάνατο με διαταγή του παλατιού και τη σύμφωνη γνώμη της εκκλησίας. Το παράδειγμά τους έδωσε τροφή για σκέψη.

Το παράδειγμα του Μουρ ακολούθησαν πολλοί. Ο François Rabelais στον Γαργαντούα περιγράφει μια ουτοπιστική κατάσταση στο Αβαείο του Τελέμ Ο Γαργαντούας και ο πατέρας του Πανταγκρυέλ είναι τα δείγματα ενός ανθρωπισμού που έδωσε αξία στις λαϊκές αντιλήψεις και οικοδόμησε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (1532). Εκθέτουν τις ανθρώπινες τρέλες με το άτακτο και συχνά άσεμνο χιούμορ τους, ενώ διαπλέκουν το ρεαλιστικό με την καρναβαλική φαντασία για να μας κάνει να εξετάσουμε εκ νέου τον κόσμο. Ο Γαργαντούας απεικονίζει ένα νεαρό γίγαντα, που μειώνεται σε γελοία παραφροσύνη λόγω μιας εκπαίδευσης στα χέρια της πατερναλιστικής άγνοιας, γεροχούφταλων και συφιλιδικών καθηγητών, που διασώζεται και μετατρέπεται σε καλλιεργημένο χριστιανικό ιππότη. Στις τρεις συνέχειες του διακωμώδησε απίθανες ιστορίες ιπποσύνης και σατίριζε το νόμο, τη θεολογία και την ακαδημαϊκή κοινότητα για να απεικονίσει το σχολαστικό γιο του Γαργαντούα που γίνεται Σωκράτης της Αναγέννησης, θεϊκά καθηγούμενος από τη σοφία του, καθώς και τον Panurge τον γεμάτο φιλαυτία χαζούλη σύντροφό του.

Γύρω στο 1602, ο Tommaso Campanella έγραψε την Ηλιούπολη στην οποία περιγράφει μια θεοκρατική κοινωνία όπου τα αγαθά, οι γυναίκες και τα παιδιά «κατέχονται από κοινού». Ο Τομάζο Καμπανέλα (1568-1639) γεννήθηκε στην Καλαβρία της Νότιας Ιταλίας και γρήγορα αποδείχθηκε παιδί-θαύμα. Εντάχθηκε στην Τάξη των Δομινικανών το 1614 και ασχολήθηκε με τη Θεολογία και τη Φιλοσοφία. Αρχικά ακολουθούσε τη θεωρία του Αριστοτέλη για να στραφεί αργότερα στην Πλατωνική, που αποτέλεσε αφετηρία για τη συγγραφή του έργου «La Citta del Sole». Κυνηγήθηκε αλύπητα από την Καθολική Εκκλησία της εποχής, την Ισπανική μοναρχία και την Ιερά Εξέταση. Στη Νάπολη δικάστηκε μαζί με ιερείς και λαϊκούς για «συμμετοχή σε αιρέσεις και για συνομωσία που αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση κομμουνιστικής κοινοπολιτείας.» Στις μελέτες του είναι φανερή η προσπάθειά του αφενός να υπερασπίσει με ψυχολογικά και οντολογικά επιχειρήματα την ανάγκη ύπαρξης Θεού απέναντι στον Αθεϊσμό, αφετέρου να στραφεί στην άμεση παρατήρηση και την πειραματική μελέτη της φύσης καθιστάμενος έτσι ένας από τους πατέρες του μεθοδολογικού εμπειρισμού, εξ ου και η στήριξη της θεωρίας του Γαλιλαίου. Η «Ηλιούπολη» αποτελεί οραματισμό ενός κομμουνιστικού κράτους.
Η πραγματεία είναι γραμμένη με τη μορφή ενός «ποιητικού διάλογου» μεταξύ ενός Γενουάτη ναύτη που είχε συνοδεύσει τον Κολόμβο στο ταξίδι του στην Αμερική και του Ιππότη του Τάγματος Hospitaller. Στόχος του ήταν να περιγράψει ένα ιδανικό μοντέλο κοινωνίας που, σε αντίθεση με την βία, τη διαταραχή και τον παραλογισμό του πραγματικού κόσμου, βρισκόταν σε αρμονία με τη φύση, ως έκφραση της εγγενούς «τέχνης» και σοφίας του Θεού. Στην πραγματικότητα, είχε την πεποίθηση ότι η σημερινή κοινωνία είναι ένας λαβύρινθος αδικίας και δυστυχίας, ακριβώς επειδή είχε παρεκκλίνει από αυτό το φυσικό μοντέλο. Όσο περισσότερο μια πόλη αποτελεί ένα «πολιτικό σώμα», τόσο πιο ευτυχισμένη θα είναι, με τα επιμέρους τμήματά της ενσωματωμένα, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα ενιαίο οργανισμό και τα διάφορα σκέλη του, διαφοροποιημένα ανάλογα με τη λειτουργία, πλήρως συντονισμένα για να εξυπηρετούν την ευημερία της κοινότητας. Στην ιδεώδη αυτή δημοκρατία διοικούν οι διαφωτισμένοι από τον Λόγο άνθρωποι και η εργασία κάθε ανθρώπου αποσκοπεί στο να συμβάλει στο καλό της κοινότητας. Δεν θα υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία, αδικαιολόγητος πλούτος και φτώχεια˙ κανένας άνθρωπος δεν θα δικαιούται να κατέχει περισσότερα από όσα χρειάζεται.
Η Ηλιούπολη προστατεύεται και υποστηρίζεται από επτά κύκλους τειχών. Διαθέτει παλάτια που χρησιμεύουν ως κατοικίες για τους πολίτες. Βρίσκεται σε έναν χώρο με ιδανικό κλίμα, ευνοεί τη σωματική υγεία, και είναι κτισμένη στην πλαγιά ενός λόφου, επειδή ο αέρας είναι ελαφρύτερος και καθαρότερος. Μία από τις πιο σημαντικές πτυχές αυτής της κοινότητας είναι η κατανομή της εργασίας. Ο Campanella ασκεί κριτική στον Αριστοτέλη, ο οποίος είχε αποκλείσει από την κατηγορία της πλήρους ιθαγένειας και από τα υψηλότερα επίπεδα της αρετής τους τεχνίτες, τους αγρότες και όσους ασχολούνται με χειρωνακτική εργασία. Στην Ηλιούπολη κανένα επάγγελμα δεν είναι χυδαίο ή κατώτερο και είναι όλα ίσης αξιοπρέπειας – στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι που είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια, π.χ. τεχνίτες και οικοδόμοι, λαμβάνουν πιο πολλούς επαίνους. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει όλων των ειδών τις εργασίες, και στη συνέχεια κάθε άνθρωπος πρέπει να ασκεί εκείνο το επάγγελμα για το οποίο έχει τις μεγαλύτερες ικανότητες. Δεν έχουν υπηρέτες και καμία υπηρεσία δεν θεωρείται ανάξια. Το μόνο πράγμα που θεωρούν ότι είναι κατακριτέο είναι η αδράνεια και με τον τρόπο αυτό έρχονται να δώσουν προτεραιότητα στην αξιοπρέπεια της εργασίας και να ανατρέψουν μια παράλογη αντίληψη της αριστοκρατίας, που συνδέεται με την αδράνεια και την αδυναμία. Χάρη στην ίση κατανομή της εργασίας, αρκεί για κάθε άτομο να εργάζεται μόνο τέσσερις ώρες την ημέρα. Αλλά είναι σημαντικό όλοι να δουλεύουν, γιατί η απραξία του ενός θα έχει επιπτώσεις στα οφέλη και την προσπάθεια των άλλων. Οι πολίτες δεν έχουν τίποτα στην ιδιοκτησία τους και τα πάντα είναι κοινά, από τα τρόφιμα ως τα σπίτια, από την απόκτηση γνώσεων ως την άσκηση των δραστηριοτήτων, από τις αποδόσεις τιμών ως τις διασκεδάσεις, από τις γυναίκες ως τα παιδιά. Υπάρχουν «αξιωματούχοι» υπεύθυνοι για την διανομή κάθε πράγματος κι ελέγχουν ότι αυτό μοιράζεται δίκαια, αλλά κανείς δεν μπορεί να οικειοποιηθεί ο,τιδήποτε για τον εαυτό του. Σύμφωνα με αυτούς, η κατοχή ενός σπιτιού ή μιας οικογένειας ενισχύει τη «φιλαυτία» με όλες τις ολέθριες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Ζουν σαν «φιλόσοφοι από κοινού», επειδή γνωρίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις μιας άνισης κατανομής των αγαθών όχι μόνο στο κοινωνικό αλλά και στο ηθικό επίπεδο.
Τα τείχη, εκτός από το να περιβάλλουν και να προστατεύουν την πόλη, είναι επίσης κουρτίνες ενός εξαιρετικού θεάτρου και σελίδες μιας εικονογραφημένης εγκυκλοπαίδειας γνώσεων. Οι τοίχοι των ανακτόρων είναι ζωγραφισμένοι με εικόνες από τις όλες τις τέχνες και τις επιστήμες. Ξεκινώντας με τον τοίχο που υποστηρίζει τις στήλες του ναού και σταδιακά κατεβαίνοντας σε μεγάλους κύκλους, ακολουθώντας τη σειρά των πλανητών από τον Ερμή ως τον Κρόνο, συναντάμε εικόνες του ουρανού και των αστεριών, των μαθηματικών στοιχείων, κάθε χώρας στη γη και όλων τα θαυμάτων καθώς και των μυστικών των ορυκτών, των φυτικών και ζωικών κόσμων, μέχρι να φτάσουμε στην ανθρωπότητα στον εσωτερικό τοίχο του έκτου κύκλου. Απεικονίζονται οι μηχανικές τέχνες και οι εφευρέτες. Ο Campanella ενδιαφέρονταν πολύ για όλες τις έξυπνες ανακαλύψεις και η Ηλιούπολη παρέχει πολλά παραδείγματα «περίεργων εφευρέσεων», όπως τα σκάφη που είναι σε θέση να πλέουν χωρίς άνεμο και χωρίς πανιά και οι αναβολείς, που καθιστούν δυνατό να καθοδηγήσει κανείς ένα άλογο χρησιμοποιώντας μόνο τα πόδια του, αφήνοντας τα χέρια του ελεύθερα . Στο εξωτερικό τείχος απεικονίζονται νομοθέτες, είναι δε εδώ σε «ένα μέρος ύψιστης τιμής» όπου ο Γενουάτης ναύτης αναγνωρίζει τον Χριστό και τους δώδεκα αποστόλους που συμπαρουσιάζονται με τον Μωυσή, τον Όσιρι , τον Δία, τον Ερμή και τον Μωάμεθ. Η γνώση δεν είναι κλεισμένη σε βιβλία που φυλάσσονται σε χωριστούς χώρους, όπως οι βιβλιοθήκες, αλλά είναι ανοιχτά μπροστά στα μάτια όλων. Απεικονιζόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο η γνώση, προωθείται μια ταχύτερη, ευκολότερη και πιο αποτελεσματική μορφή μάθησης, δεδομένου ότι συνδέεται με την τέχνη της μνήμης, η οποία υπογραμμίζει την υποβλητική και συγκινησιακή δύναμη της εικόνας. Από την πρώιμη παιδική ηλικία οι νέοι τρέχουν τριγύρω από αυτό το θέατρο της γνώσης και με κατάλληλη καθοδήγηση και μέσα από τις κατάλληλες διαδρομές μαθαίνουν με χαρά, σαν να παίζουν ένα παιχνίδι, χωρίς προσπάθεια ή πόνο .
Εκτός από την κοινότητα των αγαθών και τους βαμμένους τοίχους, ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ηλιούπολης, που θα είναι πιο δύσκολο και ανησυχητικό και που ο ίδιος ο Campanella περιγράφει ως διαδικασία «σκληρή και επίπονη», είναι η κοινότητα των συζύγων. Αυτή είναι η λύση που υιοθετήθηκε από τους πολίτες για το πρόβλημα της παραγωγής. Απηχώντας τη διδασκαλία του μαθητή του Πυθαγόρα Οcellus Lucanus (Ώκιλλος από τη Λουκανία) , ο Campanella λέει ότι είναι εκπληκτικό ότι οι άνθρωποι ασχολούνται με την ανατροφή αλόγων και σκύλων ενώ παραμελούν τη δική τους. Η πράξη της ανατροφής συνεπάγεται μεγάλη ευθύνη εκ μέρους των γονέων. Αν ασκείται με εσφαλμένο τρόπο μπορεί να οδηγήσει σε μια μακρά αλυσίδα πόνου. Επιπλέον υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των φυσικών στοιχείων του ατόμου (χαρακτήρας) που είναι έμφυτα και δεν αλλάζουν μετά και της ηθικής αρετής, που χρειάζεται ένα κατάλληλο έδαφος για να ριζώσει και να ευημερήσει . Η γέννηση του ανθρώπου θα πρέπει να τηρεί συγκεκριμένες προδιαγραφές και να μην ανατεθεί στην τύχη, ούτε σε μεμονωμένα συναισθήματα . Οι πολίτες διακρίνουν την έννοια της Αγάπης μεταξύ ανδρών και γυναικών με βάση τη φιλία και το σεβασμό περισσότερο από τη σεξουαλική έλξη και που εκφράζεται με πράξεις που δεν σχετίζονται με σεξουαλικότητα, όπως οι ανταλλαγές δώρων , συζήτηση και χορό. Η γενετήσια πράξη, από την άλλη πλευρά, πρέπει να υπακούει σε αυστηρούς κανόνες, όσον αφορά τις φυσικές και ηθικές αξίες των γονέων και την επιλογή ενός ευνοϊκό χρόνου για τη σύλληψη, καθορίζεται από αστρολόγο. Μια τέτοια ένωση δεν είναι η έκφραση μιας προσωπικής, συναισθηματικής ή παθιασμένης σχέσης, αλλά μάλλον συνδέεται με την κοινωνική ευθύνη της γέννησης και την αγάπη για τη συλλογική κοινότητα
.
Ο James Harrington στο έργο του The Commonwealth of Oceana (1656) εκθέτει –μετά από πολλές προσπάθειες λόγω της λογοκρισίας- ένα ιδεώδες σύνταγμα μιας ουτοπικής δημοκρατίας (republic). Το πρώτο και κύριο προσδιοριστικό στοιχείο της εξουσίας είναι η ιδιοκτησία, ιδίως της γης. Το δεύτερο στοιχείο είναι η εκτελεστική εξουσία που ποτέ δεν πρέπει να κατέχεται από τον ίδιο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων. Το τρίτο στοιχείο είναι η Γερουσία που πρέπει να εκλέγεται κάθε χρόνο και κανείς δεν πρέπει να επανεκλέγεται αν δεν περάσει μια τριετία.

Ουτοπικές ιδέες και υποσχέσεις αλλαγής συχνά βρίσκουν απήχηση σε κατώτερες ιεραρχικά και ταξικά κοινωνικές και πολιτικές ομάδες που στερούνται φωνής στο πλαίσιο των κατεστημένων δομών εξουσίας. Οι ανώτερες και κυρίαρχες ομάδες προτάσσουν το συμφέρον τους και το ικανοποιούν με το συντηρητισμό ως στάση ζωής και ιδεολογία και πολεμούν με νύχια και με δόντια (με κατασταλτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς) για την διατήρηση και συνέχισε της υπάρχουσας κατάστασης (status quo). Οι ριζοσπαστικές προτάσεις, αν και ουτοπικές, του Μουρ και των περισσότερων ουτοπιστών ενέπνευσαν κοινωνικά και πολιτικά κινήματα να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη, όπως στην περίπτωση των Σκαπανέων και των Ισοπεδωτών στη Βρετανία. Οι Σκαπανείς ήταν Προτεστάντες που υποστήριξαν μαχητικά ένα είδος αγροτικού κομμουνισμού με μικρές αγροτικές κοινότητες και που ανέπτυξαν έντονες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια του Αγγλικού εμφυλίου πολέμου (1649). Ο ηγέτης τους ο Gerrard Winstanley πίστευε ότι η ανισότητα των σύγχρονων κοινωνιών ήταν αποτέλεσμα της Πτώσης από τον Παράδεισο. Τα ίδια χρόνια δραστηριοποιήθηκαν οι Ισοπεδωτές. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής οι τοπικές οικονομικές ελίτ της υπαίθρου σε συνεργασία με την ανερχόμενη βιομηχανική τάξη των πόλεων της Βρετανίας δημιούργησαν το λεγόμενο «κίνημα των περιφράξεων», αρπάζοντας στην κυριολεξία τη γη από τα χέρια της κοινότητας στερώντας τη γη από τους φτωχούς αγρότες, οι οποίοι θα εύρισκαν καταφύγιο στα εργοστάσια των πόλεων σε συνθήκες απάνθρωπες. Η αντίσταση των χωρικών εκφράστηκε με το κίνημα των Ισοπεδωτών, οι οποίοι ξήλωναν τους φράχτες και τις ισοπέδωναν τις μάντρες. Το κίνημα των Ισοπεδωτών έδινε έμφαση στη λαϊκή κυριαρχία, τη διεύρυνση του εκλογικού σώματος, την ισότητα ενώπιον του νόμου και την θρησκευτική ανοχή.

Το 1619 ο γερμανός Γιόχαν Βαλεντίν Αντρέε (μαθηματικός, σατιρικός, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας) γράφει για την Χριστανούπολη. Περιγράφει λεπτομερώς μια ουτοπική κοινότητα λογίων τεχνιτών με τη ματιά ενός αφελούς νεαρού ταξιδευτή. Είναι κείμενο που αποσκοπεί στην ψυχαγωγία του αναγνώστη αλλά και στην κριτική της κοινωνίας και της θρησκείας εκείνης της εποχής και λειτουργούσε ως μπροσούρα σχετικά με την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινότητας. Δανείστηκε ιδέες αλλά και τις αναθεώρησε από τον Τομάσσο Καμπανέλα. Ο Αντρέε ήταν περιηγητής και γνώρισε πολλές πόλεις στις οποίες έζησε κατά καιρούς: Χέρενμπουργκ, Καίνινγκσμπρουμ, Τύμπιγκεν, Στρασβούργο, Χαϊδελβέργη, Γενεύη, Βάιχινγκεν, Καλβ, που με τα μέτρα και τα σταθμά της εποχής σήμαινε «κοσμογυρισμένος». Ο ταξιδιώτης του έργου του βρίσκεται ναυαγός στην παραλία ενός νησιού που ελέγχεται από τη Χριστιανούπολη. Ο ναυαγός ζητά «άσυλο». Οι αρμόδιοι τον εξετάζουν για τις ιδέες του, τη ζωή του και για τις ηθικές αρχές του, την εκπαίδευση που τους έδωσαν. Θεώρησαν πως ξεπερνούσε τα στάνταρντς τους και τον έκαναν πολίτη της κοινότητά τους. Η Χριστιανούπολη είναι χτισμένη σε μια κοιλάδα γιατί «το νησί είναι πλούσιο σε χωράφια και σε βοσκοτόπια, το αρδεύουν ποτάμια και ρυάκια, το στολίζουν δάση και αμπέλια\, γεμάτα με ζώα…». Στην πόλη ζουν 400 πολίτες. Το σχήμα της πόλης είναι τετράγωνο με πλευρά 220 μέτρων, είναι καλά οχυρωμένη με τείχη και τέσσερις πύργους. Στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένας κυκλικός ναός με διάμετρο τριάντα μέτρων. Όλα τα κτίρια είναι τριώροφα και η πρόσβαση σε αυτά επιτυγχάνεται με δημόσιους εξώστες. Η πόλη χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο παρέχει τρόφιμα, το δεύτερο εκγύμναση και άσκηση και το τρίτο για όμορφο παρουσιαστικό. Η υπόλοιπη επιφάνεια του νησιού χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της γεωργίας και των εργαστηρίων. Στη Χριστιανούπολη τις γραμμές σύμφωνα με τις οποίες αναπτύσσεται τις χαράζουν το εργαστήριο και ο εργάτης. Η «κοινωνία των εργατών» έχει ως αρχές της την ισότητα, την ειρήνη και την κοινοκτημοσύνη. Απορρίπτονται τα πλούτη και δοξάζεται ο «κομμουνισμός της συντεχνίας». Από κλαδική βιομηχανική άποψη διαιρείται σε τρεις τομείς:
– Γεωργία και κτηνοτροφία.
– Μύλοι, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, και εργοστάσια που φτιάχνουν ό,τι γίνεται με μηχανήματα χωρίς φωτιά.
– Μεταλλουργικές βιομηχανίες καθώς και βιομηχανίες γυαλιού, τούβλων και πηλού που απαιτούν συνεχή φωτιά.
Στη Χριστιανούπολη γίνεται συνειδητή χρήση της επιστήμης στη βιομηχανική ανάπτυξη. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται έτσι ώστε να αγαπούν την εργασία τους, η δε θεωρία του εκπαιδευτικού συστήματός τους είναι σαφής: «αν δεν αναλύσεις την ύλη με το πείραμα, αν δεν βελτιώσεις τις ατέλειες της γνώσης με πιο ικανά όργανα, είσαι άχρηστος».

Ο Άγγλος φιλόσοφος –και θεωρούμενος, από αρκετούς, συγγραφέας και των έργων του Σαίξπηρ- Φράνσις Μπέικον συνέβαλε με τη σειρά του στη θεωρία της τεχνοκρατίας και την ανάδειξη της επιστήμης σε λόγο εξουσίας, με την περιγραφή μιας ουτοπικής κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας κυριαρχούν οι ορθολογικά σκεπτόμενοι επιστήμονες στον Οίκο του Σολομώντος, με το σύνθημα «η γνώση είναι δύναμη». Στη Νέα Ατλαντίδα η πολιτική αντικαθίσταται από την επιστημονική διαχείριση. Καθώς δεν υπάρχει πολιτική διαδικασία, οι αποφάσεις λαμβάνονται «για το καλό του συνόλου» από τους επιστήμονες, που υποτίθεται ότι αυτοί και μόνο γνωρίζουν τα μυστικά της φύσης. Ο επιστήμονας της Νέας Ατλαντίδας ήταν κάτι σαν τον «Νεοπλατωνικό Μάγο», ο οποίος επιδίωκε να αποκτήσει έλεγχο και εξουσία πάνω στη φύση. Με το έργο του αυτό, ο Μπέικον προεξόφλησε την έμφαση στην επιστήμη και την τεχνολογία που δόθηκε στα κατοπινά έργα ουτοπικών συγγραφέων. Προεξόφλησε επίσης και τη συζήτηση που θα γινόταν στον 20ό αιώνα, και που συνεχίζεται στις ημέρες μας, σχετικά με τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της αυξανόμενης εξάρτησης από την τεχνολογία. Η Νέα Ατλαντίδα θεμελιώθηκε σ’ ένα απόμακρο νησί, άγνωστο για την εποχή που γράφεται το ουτοπικό έργο. Έτσι δίνει προτεραιότητα στην εσωτερική και όχι στην εξωτερική πολιτική. ‘Έχει εξασφαλίσει τη γεωπολιτική της αυτοδυναμία. Από την άποψη αυτή αποτελεί απάντηση στο μερκαντιλισμό . Οι κάτοικοι όμως της ουτοπικής κοινότητας δεν ξεκόβονται απόλυτα από τον έξω κόσμο. Γνωρίζουν με ακρίβεια τι γίνεται στην υδρόγειο και χρησιμοποιούν όσα εφευρίσκονται σ’ άλλους τόπους αλλά δεν θέλουν ξένους στην περίπτωση που θα είχαν αποτέλεσμα αλλαγή προς το χειρότερο.

New_Harmony_by_F._Bate_(View_of_a_Community,_as_proposed_by_Robert_Owen)_printed_1838

Περίπου δύο αιώνες αργότερα, το νήμα θα έπιανε ο Claude Henri de Rouvroy, δούκας του Saint-Simon, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Σεν Σιμόν και θεωρείται ως ο πατέρας του γαλλικού σοσιαλισμού. Ο Σεν Σιμόν οραματίστηκε ένα νέο τύπο κοινωνίας, που αποτελούσε ουσιαστικά προσαρμογή και περαιτέρω επεξεργασία της Νέας Ατλαντίδας, μέσα στο κλίμα ενθουσιασμού που προκάλεσε το φιλοσοφικό κίνημα του Διαφωτισμού με την επιστημονική ορθολογικότητα. Βασικό στοιχείο του οράματός του ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία θα κυβερνούσε μια άρχουσα ελίτ, αποτελούμενη από τους επιστήμονες, τους βιομήχανους και τους καλλιτέχνες. Η πνευματική εξουσία θα ανήκε στους καλλιτέχνες, η κοσμική-υλική εξουσία στους βιομηχάνους, ενώ εξουσία επιλογής αυτών που θα ασκούσαν το λειτούργημα του ηγέτη θα είχαν οι πάντες. Η ανταμοιβή που θα ελάμβαναν οι ηγέτες θα ήταν ο σεβασμός. Ο λόγος που ο Σεν Σιμόν προτιμούσε την εξουσία μιας «εκπαιδευμένης ελίτ» ήταν η «λειτουργικότητά» της. Θεωρούσε, πιο συγκεκριμένα, ότι επιστήμονες, καλλιτέχνες και βιομήχανοι ήταν τα πλέον ικανά και παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Αν εξέλιπε αυτή η «διαφωτισμένη ελίτ», σύμφωνα με τον Σεν Σιμόν, η Γαλλία θα μετατρεπόταν σε ένα άψυχο σώμα. Αντίστροφα αν χάνονταν τα βασικά μέλη της αριστοκρατίας, θα ήταν σε θέση να αναπληρωθούν από την «διαφωτισμένη ελίτ». Το δυστύχημα, κατά τον Σεν Σιμόν, ήταν ότι αυτή η ελίτ υπόκειτο στην εξουσία των μελών του διοικητικού μηχανισμού. Η λύση ήταν η ανοικοδόμηση της κοινωνίας στη βάση του ορθολογισμού και της επιστήμης. Η φιλοσοφία του 19ου αιώνα, σημείωνε ο Σεν Σιμόν, ήταν κριτική και επαναστατική, ενώ στον 19ο αιώνα θα ήταν καινοτόμα, εφευρετική και δημιουργική. Ένθερμος υποστηρικτής του οράματος αυτού ήταν ο πατέρας του θετικισμού στην κοινωνιολογία, ο Αύγουστος Κοντ. Απάντησε στην κριτική όσων μιλούσαν για «επιστημονικό δεσποτισμό», λέγοντας ότι «ο φόβος ενός δεσποτισμού θεμελιωμένου στην επιστήμη αποτελεί γελοία φαντασίωση, επειδή η πίστη των πολιτών στους νέους ηγέτες τους, τους επιστήμονες, θα είναι διαφορετικού χαρακτήρα από την αναιτιολόγητη υποταγή στους ιερείς της θεολογικής φάσης».

Συνεχίζεται….

Κύκλος 4 – Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ

Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Διδάσκοντες : δρ. Αθανάσιος Τσακίρης, δρ. Κώστας Κανελλόπουλος
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com
Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com
Σελίδα σεμιναρίου στο Facebook: http://www.facebook.com/Tsakthan2
Κύριοι άξονες του σεμιναρίου θα είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

• Ανθρώπινες ανάγκες και σύγχρονη οικονομία: από τον «οίκο» στην «οικονομία»
• Παγκοσμιοποίηση πέρα από την οικονομία
• Ηθική του Επιχειρείν

Αυτά τα θέματα θα τα εξετάσουμε μέσα από ένα πολύ-επιστημονικό πρίσμα και οι επιμέρους ενότητες θα είναι οι παρακάτω:

1) Εισαγωγή. Τι είναι «Πολιτική Φιλοσοφία».Aρχαία και νέα ερωτήματα: Πλάτων, Αριστοτέλης. Ουτοπίες και δυστοπίες.

2) Κοινωνικά Συμβόλαια: Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ

3) Πολιτική και Οικονομία Ι: Φυσιοκράτες, Άνταμ Σμιθ, Ρικάρντο

4) Πολιτική και Οικονομία ΙΙ: Σοσιαλισμός: Καρλ Μαρξ

5) Οικονομικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας-Κράτος πρόνοιας: Κέυνς, Πολάνυ

6) Κράτος και Διαμεσολάβηση: Ιδεολογίες και Πολιτικά Κόμματα

7) Προς την «αποδιαμεσολάβηση»; Ομάδες Συμφερόντων και Κοινωνικά Κινήματα. Θεωρίες επικοινωνίας και διαδίκτυο.

8) Παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό κράτος: Πώς μετασχηματίζεται το κράτος – Νεοφιλελευθερισμός και Τρίτος Δρόμος-Μεταβιομηχανική οικονομία και κοινωνία Φιλοσοφία, οικονομία, πολιτική στον 21ο αιώνα. Συμπεράσματα.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• HALL STUART, GIEBEN BRAM (2003)Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• HALL STUART, MCGREW ANTHONY, HELD DAVID (2003) Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΗΜΕΡΑ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• AUDI ROBERT (ΕΠΙΜ.) ( 2011) ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ CAMBRIDGE. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ
• HEILBRONER ROBERT (2000)ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΖΩΗ, ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΡΙΤΙΚΗ
• MAURICE DUVERGER (1985) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com

Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com

FACEBOOK σελίδα μαθήματος http://www.facebook.com/Tsakthan2

ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ;

ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ;
Ορισμένες παρατηρήσεις του Θανάση Τσακίρη

Η ταινία «Μοντέρνοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν καταπιάνεται με την απανθρωπιά και την αποκτήνωση που αποτελεί επίπτωση μιας μονοδιάστατης αντίληψης και πρακτικής για την βιομηχανική πρόοδο και με τον αγώνα του «απλού ανθρωπάκου» -της πόλης κυρίως – να μπορέσει να κρατηθεί στη δουλειά του ή να βρει μια όποια απασχόληση έστω για να κρατηθεί στη ζωή σε χαλεπούς οικονομικά καιρούς. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1930 όταν η οικονομική κρίση μετά το κραχ του Χρηματιστηρίου το 1929 έχει στείλει δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενους στην ανεργία, οικογένειες δίχως στέγη, ανθρώπους χωρίς ελπίδα να γίνονται υποψήφια τιμημένα θύματα του επερχόμενου Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο «αλητάκος» του Τσάπλιν μπορεί να περνά άσκοπα τις μέρες του στη δουλειά του εργοστασίου σφίγγοντας βίδες στην αλυσίδα συναρμολόγησης αλλά μπορεί να είναι ένας σημερινός μερικής απασχόλησης ή/και προσωρινός συμβασιούχος ή ενοικιαζόμενος (αμφότερων των φύλων) που δουλεύει σε τηλεφωνικό κέντρο, σε κουβούκλιο εργασίας μιας τράπεζας ή μιας ασφαλιστικής εταιρείας, στις εργολαβικές εταιρείας καθαριότητας, σε delivery ή ψησταριά και αλλού στο πεδίο της μεταμοντέρνας κατάστασης που δημιουργεί τον «Τέταρτο Κόσμο» στον Πρώτο.

Ο Τσάπλιν φοβόταν, λένε ορισμένοι κριτικοί της εποχής του, ότι ο «Αλητάκος» δεν θα γινόταν αποδεκτός από το κοινό που κατέκλυζε τις κινηματογραφικές αίθουσες για να απολαύσει τα κατορθώματά του αν άκουγε τη φωνή του. Άλλοι του καταλόγισαν ότι φοβόταν την πρόοδο που έφερνε ο ομιλών κινηματογράφος κατατάσσοντάς τον σε «συντηρητικής αντίληψης» κύκλους, παρ’ όλο που επί Μακαρθισμού κλήθηκε να απαντήσει για τις «ανατρεπτικές» ιδέες του. Στο φιλμ, όμως, υπάρχουν στοιχεία ομιλούντος κινηματογράφου (όπως οι διαταγές, το τραγούδι στο κλαμπ) και παρήχθησαν ήχοι με εντελώς «πρωτόγονα» και απλά μέσα, τεχνική που ζήλεψαν ακριβοπληρωμένα τεχνικά συνεργεία του Χόλυγουντ μερικές δεκαετίας αργότερα. Σήμερα η μάχη τεχνοφοβικών και τεχνοφρικιών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση σε όλους τους τομείς στο πλαίσιο μιας «μεταβιομηχανικής κοινωνίας».

Η ταινία είχε σημαντική επίδραση στη γνώση που είχαν οι άνθρωποι για τον κόσμο που τους περιβάλλει. Για παράδειγμα, μετά από λίγο ανακαλύφθηκε ότι τα εργοστάσια δίπλα στο ποτάμι της Νότιας Καλιφόρνιας στην όχθη του οποίου στήσανε το φτωχό σπιτικό τους το ζεύγος των «αλητάκων» ήταν αυτά της Φορντ και της Έντισον. Ήταν, δηλαδή, η επιχείρηση που υιοθέτησε την αλυσίδα παραγωγής και τις αρχές της «επιστημονικής διοίκησης» του τεϊλορισμού. Έτσι, η κριτική του Φορντισμού είναι παραπάνω από συμβολική.

Όπως επισημαίνει η εφημερίδα “Charleston Daily Mail” της Δυτικής Βιρτζίνια με αφορμή την ψηφιακή επεξεργασία της ταινίας και την κυκλοφορία της σε DVD: «Αυτή η ταινία του 1936 μιλά για τις ταραχές, την ανεργία, τα ναρκωτικά τις απεργίες και τα λοκ-άουτ, τη φτώχεια, την τυραννία της μηχανής, την απανθρωπιά των εργασιακών χώρων. Και ταυτιζόμαστε με αυτόν τον τυπάκο που, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το αδούλωτο πνεύμα της ανθρωπότητας». Στη σημερινή εποχή των «μετά» με ποιον «αλητάκο» θα ταυτιστούμε;