Category Archives: Εργασιακές σχέσεις

Η εποχή των «μετα-» (του Θανάση Τσακίρη)

1. Η εποχή των «μετα-» Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Mεταμοντερνισμός • Ο μεταμοντερνισμός είναι αντίδραση στον μοντερνισμό. • Γι’ αυτό θα κατανοήσουμε τον μεταμοντερνισμό από ιστορική σκοπιά θα χρειαστεί πρώτα να κατανοήσουμε τον μοντερνισμό. • Έτσι …
  • 3. …μοντερνισμός είναι • Ο πειραματισμός με τις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας • κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα • Αξιολογικές κρίσεις (δηλ. Υψηλή Κουλτούρα = καλή, χαμηλή κουλτούρα = κακή)
  • 4. Αρχιτεκτονική • Απλοποίηση της μορφής και εξάλειψη των «διακοσμητικών» και των «στολιδιών»
  • 5. Τέχνη • Πειραματισμοί με την αναπαράσταση των ανθρώπων.
  • 6. Πυρηνική Οικογένεια
  • 7. Μοντερνισμός Τέχνη: χαρακτηρίζεται από την • σκόπιμη και προσεκτική «παρέκκλιση» από την παράδοση και • χρήση νεωτεριστικών μορφών έκφρασης. Ο μοντερνισμός αναφέρεται στο ενδιαφέρον της περιόδου για: – Νέους τύπους χρωμάτων και άλλων υλικών – Έκφραση αισθημάτων, ιδεών, φαντασιώσιων και ονείρων αντί του οπτικού κόσμου (visual world ) που ούτως ή άλλως βλέπουμε. – δημιουργία αφαιρέσεων αντί της αναπαράστασης αυτού που είναι πραγματτκό – απόρριψη του νατουραλιστικού χρώματος – χρήση γκοφρέ, τραχιών (choppy), καθαρών ορατών πινελιών – αποδοχή της γραμμής, της μορφής, του χρώματος, της διαδικασίας ως έγκυρων θεμάτων ως τέτοια – εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέση: το κοινό παίζει…..

 

 

Κύκλος 4 – Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ

Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Διδάσκοντες : δρ. Αθανάσιος Τσακίρης, δρ. Κώστας Κανελλόπουλος
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com
Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com
Σελίδα σεμιναρίου στο Facebook: http://www.facebook.com/Tsakthan2
Κύριοι άξονες του σεμιναρίου θα είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

• Ανθρώπινες ανάγκες και σύγχρονη οικονομία: από τον «οίκο» στην «οικονομία»
• Παγκοσμιοποίηση πέρα από την οικονομία
• Ηθική του Επιχειρείν

Αυτά τα θέματα θα τα εξετάσουμε μέσα από ένα πολύ-επιστημονικό πρίσμα και οι επιμέρους ενότητες θα είναι οι παρακάτω:

1) Εισαγωγή. Τι είναι «Πολιτική Φιλοσοφία».Aρχαία και νέα ερωτήματα: Πλάτων, Αριστοτέλης. Ουτοπίες και δυστοπίες.

2) Κοινωνικά Συμβόλαια: Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ

3) Πολιτική και Οικονομία Ι: Φυσιοκράτες, Άνταμ Σμιθ, Ρικάρντο

4) Πολιτική και Οικονομία ΙΙ: Σοσιαλισμός: Καρλ Μαρξ

5) Οικονομικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας-Κράτος πρόνοιας: Κέυνς, Πολάνυ

6) Κράτος και Διαμεσολάβηση: Ιδεολογίες και Πολιτικά Κόμματα

7) Προς την «αποδιαμεσολάβηση»; Ομάδες Συμφερόντων και Κοινωνικά Κινήματα. Θεωρίες επικοινωνίας και διαδίκτυο.

8) Παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό κράτος: Πώς μετασχηματίζεται το κράτος – Νεοφιλελευθερισμός και Τρίτος Δρόμος-Μεταβιομηχανική οικονομία και κοινωνία Φιλοσοφία, οικονομία, πολιτική στον 21ο αιώνα. Συμπεράσματα.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• HALL STUART, GIEBEN BRAM (2003)Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• HALL STUART, MCGREW ANTHONY, HELD DAVID (2003) Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΗΜΕΡΑ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• AUDI ROBERT (ΕΠΙΜ.) ( 2011) ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ CAMBRIDGE. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ
• HEILBRONER ROBERT (2000)ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΖΩΗ, ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΡΙΤΙΚΗ
• MAURICE DUVERGER (1985) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com

Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com

FACEBOOK σελίδα μαθήματος http://www.facebook.com/Tsakthan2

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ – ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ – ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

• Όταν ο Σερ Μάρτιν Σόρελ, διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου WPP που είναι κολοσσιαία διαφημιστική επιχείρηση, επισκέφτηκε την Google το περασμένο φθινόπωρο, ο Λάρρυ Πέιτζ, διευθύνων σύμβουλος της Google έστειλε ένα αυτοκίνητο για να τον παραλάβει από το ξενοδοχείο Ρόουζγουντ, 20 μίλια μακριά. Μόνο που δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο. Το LEXUS SUV οδηγούσε μόνο του, δίχως οδηγό.
• Ρεκόρ ανεργίας το 2013. Τα 202 εκατομμύρια θα φθάσουν οι άνεργοι παγκοσμίως
• Το 2012, η ανεργία σημείωσε άνοδο «αφήνοντας 197 εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς απασχόληση», δηλαδή 4 εκατομμύρια περισσότερους απ’ ό,τι το 2011 (193 εκατ.)
• Εν τω μεταξύ, καλπάζει ανεξέλεγκτη η ανεργία στην Ελλάδα.
• Αύξηση των εγγεγραμμένων ανέργων κατά 1,44% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και κατά 9,16% από τον Δεκέμβριο του 2011, δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), για τον Δεκέμβριο του 2012.
• Νέο ρεκόρ σημείωσε η ανεργία στη χώρα τον Οκτώβριο. Αυτή τη φορά σκαρφάλωσε στο 26,8% από 19,7% που ήταν τον Οκτώβριο του 2011 και 26,2% αντιστοίχως, τον Σεπτέμβριο του 2012.(ΕΛΣΤΑΤ)
• Τάσεις φυγής από την Ελλάδα έχουν οι μισοί Έλληνες από όσους βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία. Για ποιους λόγους και πόσο έτοιμοι είναι να φύγουν στο εξωτερικό για να εργαστούν Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του ομίλου παροχής υπηρεσιών ανθρώπινου δυναμικού «Adecco», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης, σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες, το 49%, ανέφεραν ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αναζητούν εργασία στο εξωτερικό και ένα επιπλέον 3% δήλωσε ότι έχει ήδη δεχθεί σχετική πρόταση, την οποία και εξετάζει.
• Αναφερόμενοι σε άλλα μέλη του νοικοκυριού τους, 30% όσων συμμετείχαν στην έρευνα απάντησαν ότι τουλάχιστον άλλο ένα μέλος του αναζητά εργασία στο εξωτερικό.
• Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, τα ισχυρότερα κίνητρα για μετακίνηση στο εξωτερικό, είναι η υψηλή ανεργία και η ύφεση. Το 36% προβάλει ως κύριο λόγο την ανεργία και την αδυναμία πρόσβασης ή επανένταξης στην αγορά εργασίας, το 29% την έλλειψη προοπτικής και μόλις το 12% τους χαμηλούς μισθούς στην Ελλάδα.
• Επίσης, το 39% δήλωσε ότι δεν εργάζεται τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ, από το υπόλοιπο 61%, ποσοστό 48% εργάζονται με σχέση πλήρους και 13% με σχέση μερικής απασχόλησης.
• Η πλειονότητα όσων δεν εργάζονται δήλωσαν ότι βρέθηκαν εκτός αγοράς εργασίας μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους από τον προηγούμενο εργοδότη τους, με ένα σημαντικό ποσοστό, 30%, να δηλώνουν επίσης ότι παραμένουν άνεργοι εδώ και περισσότερο από δύο χρόνια.
• Επίσης, στο ερώτημα τι έχει να τους προσφέρει η εργασία στο εξωτερικό, ποσοστό 63% απάντησαν ότι προσβλέπουν σε υψηλότερες οικονομικές απολαβές, 58% σε καλύτερη ποιότητα ζωής και 47% σε μία πιο αξιοκρατική επαγγελματική εξέλιξη. Σχετικά, με τον ελάχιστο επιδιωκόμενο μισθό, 29% του δείγματος απάντησε ότι θα μετοικούσε για ένα μισθό ύψους 2.000 ευρώ, με ποσοστό 28% να δηλώνει ότι θα μετοικούσε ακόμη και για ένα μισθό της τάξεως των 1.500 ευρώ.
• Ακόμη, σε ποσοστό 14% απάντησαν ότι αναζητούν θέσεις σχετικές με το αντικείμενό τους, 34% ότι αναζητούν μία θέση σε όσο το δυνατόν πιο συναφές αντικείμενο, ενώ 51% εμφανίζονται έτοιμοι να εξετάσουν δυνατότητες διαφορετικές από την ειδικότητά τους.
• Περισσότεροι από τους μισούς (53%) δήλωσαν ότι είναι αποφασισμένοι να φύγουν από την Ελλάδα αμέσως μόλις βρεθεί μια θέση εργασίας σε κάποια άλλη χώρα, ενώ 41% απάντησαν ότι θα μετοικήσουν μόνο στην περίπτωση που το αντικείμενο της εργασίας τούς ικανοποιεί.
• Το διαδίκτυο φαίνεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό.
• Το 42% των ενδιαφερόμενων πρόβαλαν ως κύριο μέσο αναζήτησης τις ιστοσελίδες επαγγελματικής δικτύωσης, το 37% δήλωσαν ότι ενημερώνονται πρωτίστως από τις ιστοσελίδες των εταιρειών του εξωτερικού που τους ενδιαφέρουν και το 33% απάντησαν ότι αντλούν τη σχετική πληροφόρηση μέσω ελληνικών ιστοσελίδων ανακοίνωσης θέσεων εργασίας που αναρτούν και αγγελίες για το εξωτερικό. Αντίστοιχα το 16% αναφέρει ότι επιλέγει για την πληροφόρησή του εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού.
• Σε ό,τι αφορά τις χώρες προορισμού, το 70% φαίνονται να προτιμούν τις ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία κλπ), το 45% τις ανεπτυγμένες χώρες εκτός ΕΕ (ΗΠΑ, Αυστραλία κλπ), ενώ ένα 12% δείχνει να επικεντρώνει τις προσπάθειές του σε αναπτυσσόμενες χώρες εκτός ΕΕ (Μέση Ανατολή κλπ).
• Στην ερώτηση για το ποιοι είναι οι λόγοι που λειτουργούν ανασταλτικά για την αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό, 32% απάντησαν ότι αποθαρρύνονται λόγω των συναισθηματικών τους δεσμών με την Ελλάδα, 14% ότι δεν προχωρούν σε μια τέτοια απόφαση εξαιτίας της φροντίδας εξαρτημένων μελών (π.χ. παιδιά, ηλικιωμένοι) και 10% επειδή για την ώρα είναι ικανοποιημένοι από την επαγγελματική/οικονομική τους κατάσταση.
• Η έρευνα διεξήχθη μέσω διαδικτύου πανελλαδικά, σε δείγμα 400 ατόμων άνω των 18 ετών με τη χρήση του ερευνητικού εργαλείου Digipoll της Wizzard.

Μιλούν άνεργοι/ες
http://www.dailymotion.com/video/xwa9jx_yyyyy-yyyyyy-yyyyyyyyyyyyy_news
http://www.dailymotion.com/video/xwa8kt_yyyyyy-yyyyyyyy-yyyyyyyyyyyyy_news
http://www.dailymotion.com/video/xwa8rg_yyyyyy-yyyyyyyy-yyyyyyyyyyyyy2_news

ΠΗΓΕΣ:
Miguel Helft (2013) “Larry Page look ahead”, Περιοδικό FORTUNE (EUROPE EDITION) vol. 167, no.1, 14/1/13
http://news247.gr

ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ;

ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ;
Ορισμένες παρατηρήσεις του Θανάση Τσακίρη

Η ταινία «Μοντέρνοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν καταπιάνεται με την απανθρωπιά και την αποκτήνωση που αποτελεί επίπτωση μιας μονοδιάστατης αντίληψης και πρακτικής για την βιομηχανική πρόοδο και με τον αγώνα του «απλού ανθρωπάκου» -της πόλης κυρίως – να μπορέσει να κρατηθεί στη δουλειά του ή να βρει μια όποια απασχόληση έστω για να κρατηθεί στη ζωή σε χαλεπούς οικονομικά καιρούς. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1930 όταν η οικονομική κρίση μετά το κραχ του Χρηματιστηρίου το 1929 έχει στείλει δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενους στην ανεργία, οικογένειες δίχως στέγη, ανθρώπους χωρίς ελπίδα να γίνονται υποψήφια τιμημένα θύματα του επερχόμενου Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο «αλητάκος» του Τσάπλιν μπορεί να περνά άσκοπα τις μέρες του στη δουλειά του εργοστασίου σφίγγοντας βίδες στην αλυσίδα συναρμολόγησης αλλά μπορεί να είναι ένας σημερινός μερικής απασχόλησης ή/και προσωρινός συμβασιούχος ή ενοικιαζόμενος (αμφότερων των φύλων) που δουλεύει σε τηλεφωνικό κέντρο, σε κουβούκλιο εργασίας μιας τράπεζας ή μιας ασφαλιστικής εταιρείας, στις εργολαβικές εταιρείας καθαριότητας, σε delivery ή ψησταριά και αλλού στο πεδίο της μεταμοντέρνας κατάστασης που δημιουργεί τον «Τέταρτο Κόσμο» στον Πρώτο.

Ο Τσάπλιν φοβόταν, λένε ορισμένοι κριτικοί της εποχής του, ότι ο «Αλητάκος» δεν θα γινόταν αποδεκτός από το κοινό που κατέκλυζε τις κινηματογραφικές αίθουσες για να απολαύσει τα κατορθώματά του αν άκουγε τη φωνή του. Άλλοι του καταλόγισαν ότι φοβόταν την πρόοδο που έφερνε ο ομιλών κινηματογράφος κατατάσσοντάς τον σε «συντηρητικής αντίληψης» κύκλους, παρ’ όλο που επί Μακαρθισμού κλήθηκε να απαντήσει για τις «ανατρεπτικές» ιδέες του. Στο φιλμ, όμως, υπάρχουν στοιχεία ομιλούντος κινηματογράφου (όπως οι διαταγές, το τραγούδι στο κλαμπ) και παρήχθησαν ήχοι με εντελώς «πρωτόγονα» και απλά μέσα, τεχνική που ζήλεψαν ακριβοπληρωμένα τεχνικά συνεργεία του Χόλυγουντ μερικές δεκαετίας αργότερα. Σήμερα η μάχη τεχνοφοβικών και τεχνοφρικιών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση σε όλους τους τομείς στο πλαίσιο μιας «μεταβιομηχανικής κοινωνίας».

Η ταινία είχε σημαντική επίδραση στη γνώση που είχαν οι άνθρωποι για τον κόσμο που τους περιβάλλει. Για παράδειγμα, μετά από λίγο ανακαλύφθηκε ότι τα εργοστάσια δίπλα στο ποτάμι της Νότιας Καλιφόρνιας στην όχθη του οποίου στήσανε το φτωχό σπιτικό τους το ζεύγος των «αλητάκων» ήταν αυτά της Φορντ και της Έντισον. Ήταν, δηλαδή, η επιχείρηση που υιοθέτησε την αλυσίδα παραγωγής και τις αρχές της «επιστημονικής διοίκησης» του τεϊλορισμού. Έτσι, η κριτική του Φορντισμού είναι παραπάνω από συμβολική.

Όπως επισημαίνει η εφημερίδα “Charleston Daily Mail” της Δυτικής Βιρτζίνια με αφορμή την ψηφιακή επεξεργασία της ταινίας και την κυκλοφορία της σε DVD: «Αυτή η ταινία του 1936 μιλά για τις ταραχές, την ανεργία, τα ναρκωτικά τις απεργίες και τα λοκ-άουτ, τη φτώχεια, την τυραννία της μηχανής, την απανθρωπιά των εργασιακών χώρων. Και ταυτιζόμαστε με αυτόν τον τυπάκο που, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το αδούλωτο πνεύμα της ανθρωπότητας». Στη σημερινή εποχή των «μετά» με ποιον «αλητάκο» θα ταυτιστούμε;

«Ακαδημία Πλάτωνος» Πρόγραμμα Ενηλίκων: Εργαστήριο μαθήματος Σάββατο 12/1/2013

16:00-20:00: εργαστήρι ενότητας 1.1: Φιλοσοφία, Οικονομία και Πολιτική: αντινομίες και προοπτικές, Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος, Αθανάσιος Τσακίρης, Ευθύμης Παπαβλασόπουλος δράση εργαστηρίου: προβολή ταινιών και συζήτηση σχετική με τα θέματα των ταινιών.

1. Μοντέρνοι Καιροί
Σκηνοθεσία
Τσάρλι Τσάπλιν

Παραγωγή
Τσάρλι Τσάπλιν

Σενάριο
Τσάρλι Τσάπλιν

Πρωταγωνιστές
Τσάρλι Τσάπλιν
Paulette Goddard
Henry Bergman
Stanley Sandford
Chester Conklin

Πρώτη προβολή
5 Φεβρουαρίου 1936 (ΗΠΑ)

Μουσική
Τσάρλι Τσάπλιν

Διάρκεια
87 λεπτά

Λεπτομέρειες: http://www.cine.gr/film.asp?id=703321

2. Blade Runner

Σκηνοθεσία
Ridley Scott

Παραγωγή
Μάικλ Ντήλι – Ρίντλεϊ Σκοτ

Σενάριο
Χάμπτον Φέιντσερ – Ντέιβιντ Πηπλς

Μουσική
Βαγγέλης Παπαθανασίου (Vangelis)

Παίζουν
Harrison Ford, Rutger Hauer, Sean Young, Edward James Olmos

Κυκλοφορία
1982

Διάρκεια
112′

Λεπτομέρειες: http://www.videolesxi.gr/index.php?view_option=viewsp&for_sale=0&id=6458&adult=0

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ.

του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Σημαντικό πρόβλημα σε μια παγκόσμια οικονομία είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γραφείου και μαζικής ένταξης στην παραγωγική διαδικασία των προϊόντων και των διαδικασιών της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής που αενάως ανανεώνεται με αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση των θέσεων εργασίας και τις μαζικές απολύσεις, που αφενός θυμίζει την κατάσταση του 19ου αιώνα και αφετέρου μας δείχνει ότι η τάση της εποχής αυτής είναι αντίστροφα με την βιομηχανική εποχή να αποκοινωνικοποιείται η εργασία. Η αλλοτρίωση/αποξένωση των εργαζομένων στη «δικτυακή κοινωνία» είναι προϊόν της «εξατομίκευσης της εργασίας» καθώς η δικτυακή εργασία και εξατομικευτική λογική της αφήνει τους εργαζόμενους μόνους με τους εαυτούς τους. Αν είναι ισχυροί οι εργαζόμενοι δεν έχουν προβλήματα ιδιαίτερα αλλά γίνεται δραματική η κατάσταση όταν δεν διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες ή πέφτουν σε ορισμένες από τις παγίδες του συστήματος (ασθένεια, εθισμοί, ψυχολογικά προβλήματα, έλλειψη στέγασης, ή ασφάλισης υγείας).[1]
Ως αλλοτρίωση ή αποξένωση νοείται να είναι κανείς σε απόσταση από κάτι, σε αντίθεση με κάτι ή σε μια προβληματική σχέση με κάτι. Ο Μαρξ στα πρώιμα γραπτά του διατύπωνε μια σημασία της λέξης «αλλοτρίωση». Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Μαρξ, όταν λέμε ότι είμαστε αλλοτριωμένοι ή αποξενωμένοι αυτό σημαίνει πως ότι δεν έχουμε μια κατάλληλη σχέση ως προς ορισμένα προϊόντα, δραστηριότητες, ανθρώπους ή χαρακτηριστικά στοιχεία της ζωής μας. Έτσι, ουσιαστικά αισθανόμαστε ανικανοποίητοι και δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Το να πετύχουμε τους στόχους μας, τις επιδιώξεις μας και τις επιθυμίες μας σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε μια αρμονική σχέση ως προς αυτά τα πράγματα.
Κατά τον Μαρξ το πρωταρχικό γνώρισμα της ανθρώπινης ζωής είναι η «παραγωγική δραστηριότητα». Τα ανθρώπινα όντα είναι, κατά τον Μαρξ, τα κατ’ εξοχήν όντα που πρέπει να είναι παραγωγικά, που πρέπει να συνεργάζονται και να αλληλεπιδρούν με τη φύση και τα άλλα ανθρώπινα όντα ώστε να δημιουργούν πράγματα και καταστάσεις για να επιφέρουν αλλαγές στον κόσμο που μας περιβάλλει. Το ειδικό χαρακτηριστικό που αποτελεί την «πεμπτουσία» των ανθρώπινου είδους είναι η παραγωγική ικανότητά του. Έτσι, το να αποξενωνόμαστε από τις είδος μας σημαίνει να απομακρυνόμαστε από τη θεμελιώδη φύση μας ως παραγωγικά όντα. Η παραγωγική ικανότητα των ανθρώπων είναι αναγκαία για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Για τους ανθρώπους, η παραγωγή είναι ουσιαστικά ικανοποίηση. Ουσιαστικά, η παραγωγή είναι κοινωνική δραστηριότητα. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα ζώα, μπορούμε να κάνουμε επιλογές σχετικά με το τι παράγουμε και πώς το παράγουμε. Αυτό είναι σημαντικό γιατί αυτή η ικανότητα μας καθιστά ικανούς να να επιλέγουμε ποιο θα είναι το είδος της ατομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής να ζήσουμε.

Ο Μαρξ θεωρεί ότι το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης είναι ότι οι άνθρωποι απολαμβάνουν την εργασία που τους προκαλεί και τους κινητοποιεί να δημιουργούν, ολοένα και πιο αποτελεσματικά, περισσότερα και καλύτερα προϊόντα. Όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να κάνουν μια τόσο ωραία δουλειά θα την προτιμήσουν από τη σχόλη. Όμως, στον καπιταλισμό τα πράγματα δεν είναι τόσο ιδανικά. Αντιθέτως, η εργασία θεωρείται αναγκαιότητα και αγγαρεία. Οι εργαζόμενοι δεν είναι ελεύθεροι συνειδητοί κοινωνικοί παραγωγοί αλλά εξαναγκάζονται να δουλεύουν σε δουλειές που δεν τους ευχαριστούν και δεν τους ικανοποιούν και τους φέρνουν σε σύγκρουση με άλλους ανθρώπους. Έτσι, η αλλοτρίωση των εργαζομένων παίρνει τέσσερις μορφές: 1) αποξένωση από τα προϊόντα που παράγουν, 2) αποξένωση από την ίδια την παραγωγική τους δραστηριότητα, 3) απομάκρυνση από την ανθρώπινη ουσία και 4) αποξένωση από τους άλλους ανθρώπους.

O Ούγγρος Μαρξιστής Γκέοργκ Λούκατς εισήγαγε την έννοια της ολότητας στη μαρξιστική θεωρία καθώς και την έννοια της πραγμοποίησης. Αναθεώρησε κατά κάποιο τρόπο την κυρίαρχη αντίληψη για τη μαρξιστική θεωρία καθώς υποβάθμισε τον οικονομικό ντετερμινισμό και ανέδειξε εκείνες τις πλευρές του έργου του Μαρξ που αφορούν την αλλοτρίωση και τον εμπορευματικό φετιχισμό αλλά και του Μαξ Βέμπερ για τον εξορθολογισμό. Τόνισε ότι ο αγώνας αφορά το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων και ειδικότερα αυτών μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας που γίνονταν αντιληπτές ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Η αλλοτρίωση, όμως, σύμφωνα με τον Μαρξ, φαίνεται να είναι κοινό χαρακτηριστικό κάθε μορφής μισθωτής εργασίας στον καπιταλισμό. Το ερώτημα που τέθηκε με την κατάργηση ή μείωση των παλιών μορφών εργασίας των τεχνιτών και την ανάπτυξη του εργοστασιακού συστήματος παραγωγής και της τεχνολογικής καινοτομίας είναι το κατά πόσο ορισμένα επαγγέλματα διακρίνονται από την τάση αυτή περισσότερο ή λιγότερο από άλλα. Αυτή η σκέψη οδήγησε έναν άλλο κοινωνιολόγο της εργασίας να εξερευνήσει ορισμένες περιπτώσεις και να ανακαλύψει ότι, όντως, υπάρχουν επαγγέλματα που διαφοροποιούνται από άλλα ανάλογα με το βαθμό αλλοτρίωσης και αποξένωσης. Αρχικά ο Melvin Seeman προσπάθησε να κατασκευάσει ορισμένες μετρήσιμες έννοιες για την αλλοτρίωση:[2]
1. Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness), δηλαδή η αίσθηση που έχει κανείς πως δεν ασκεί παρά ελάχιστο έλεγχο σε όσα συμβαίνουν γύρω του: «Ό,τι κι αν κάνω, δεν βλέπω διαφορά»
2. Αίσθηση ανομίας/έλλειψης κανόνων (normlessness), δηλαδή χρήση κοινωνικά μη αποδεκτών μέσων επίτευξης στόχων: «Το να είσαι ‘καλός’ δεν ωφελεί πια», «Οι ωραίοι είναι πάντα τελευταίοι»”
3. Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness), αίσθηση αδυναμίας κατανόησης των προσωπικών και των κοινωνικών υποθέσεων: «Δεν καταλαβαίνω τίποτε πια» «Και ποιο είναι το νόημα όλων αυτών;»
4. Πολιτισμική αποξένωση (cultural estrangement), δηλαδή απόρριψη των ισχυουσών αξιών και προτύπων: «Οι πολιτισμικές αξίες μου δεν είναι δικές μου» «Και τι πάει να πει ‘επιτυχία’ στο κάτω-κάτω της γραφής;»
5. Αυτό-αποξένωση (self-estrangement), ενασχόληση με δραστηριότητες χωρίς ουσιαστική ανταμοιβή και ικανοποίηση: «Η δουλειά μου δεν μου λέει πολλά πράγματα» Αυτά που μαθαίνω στο σχολείο είναι άσχετα»
6. Κοινωνική απομόνωση (social isolation), δηλαδή αίσθηση αποκλεισμού ή απόρριψης: «Είμαι μόνος» «Δεν κολλάω με τους άλλους» «Κανείς δεν με επισκέπτεται πια»
.
Στους χώρους δουλειάς επικρατούν η αίσθηση αδυναμίας και η αυτοαποξένωση, όπως έχουν δείξει έρευνες του Seeman. Η έντονη ικανοποίηση τείνει να σχετίζεται θετικά με το ουσιαστικό ενδιαφέρον που προκαλεί η εργασία, το βαθμό ελέγχου πάνω στην εργασία, τα επίπεδα αμοιβών και οικονομικής ασφάλειας και με τις ευκαιρίες κοινωνικής συνεργασίας και διάδρασης. Οι άνθρωποι που νοιώθουν ότι ελέγχουν την εργασία τους τείνουν να είναι λιγότερο αυταρχικοί, λιγότερο αυτό-επικριτικοί, λιγότερο μοιρολατρικοί και λιγότερο κομφορμιστές από πλευράς ιδεών ενώ έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση και πιο υπεύθυνοι από πλευράς ηθικότητας.[3] Τη δουλειά του Seeman ανέλαβε να προωθήσει ο R. Blauner επιχειρώντας να συνδέσει διαφορετικές μορφές και βαθμούς αλλοτρίωσης με διαφορετικά επαγγέλματα και κλάδους.[4]

Ερεύνησε τέσσερις κλάδους παραγωγής και τη συσχέτιση της εξαρτημένης μεταβλητής της αλλοτρίωσης με την ανεξάρτητη μεταβλητή που είναι η τεχνολογία. Έτσι, διαπίστωσε ότι στην βιομηχανία των εκτυπώσεων η βιοτεχνική τεχνολογία που χρησιμοποιείτο έδινε τη δυνατότητα στους τυπογράφους να συνεργάζονται με τους συναδέλφους τους σε ομάδα τεχνιτών που ξεκινούσαν την επαγγελματική τους καριέρα από νεαρή ηλικία. Στην κλωστοϋφαντουργία η τεχνολογία ήταν κάπως περίπλοκη και οι εργάτες έπρεπε να έχουν κάποιες δεξιότητες χειρισμού τους. Οι εργάτες στις αυτοκινητοβιομηχανίες ήταν πολύ διαφορετική περίπτωση από πλευράς κοινωνικών εμπειριών. Η έλλειψη απαιτήσεων σε δεξιότητες οδηγούσε στη συγκρότηση ενός σώματος εργατών που δεν διέθεταν παρά ελάχιστες δυνατότητες εργασιακής αυτονομίας, όπως οι τυπογράφοι. Βρίσκονταν στο έλεος των ρυθμών της αλυσίδας παραγωγής. Τέλος, στη χημική βιομηχανία η καινοτομική τεχνολογία απαιτεί έναν υψηλό βαθμό ατομικής ευθύνης από τον εργαζόμενο ενώ οι συνήθως ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες για την ευημερία του κλάδου (επέκταση αγορών και προϊόντων, υψηλή κερδοφορία) δημιουργούσαν συχνά υψηλό βαθμό ικανοποίησης από την άποψη των μισθολογικών και ασφαλιστικών διεκδικήσεων. Έτσι, δημιούργησε τον παρακάτω πίνακα:[5]

Αλλοτρίωση Ορισμός/Βασικά μέτρα Μη αλλοτρίωση
Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness) Έλλειψη ελευθερίας και ελέγχου / ελευθερία φυσικής και κοινωνικής κίνησης Ελευθερία και έλεγχος
Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness) Έλλειψη κατανόησης και σκοπού / υποδιαιρεμένα και περιορισμένα εργασιακά καθήκοντα Κατανόηση και σκοπός
Κοινωνική απομόνωση Έλλειψη αίσθησης του ανήκειν και αναγνώρισης-ταύτισης Ανήκειν και ταυτότητα
Αυτο-αποξένωση (self-estrangement) Έλλειψη συμμετοχής και εκπλήρωσης/εργαλειακή στάση και βαρεμάρα Συμμετοχή και αυτοέκφραση

Έτσι, λοιπόν, σχέση αιτίου (τύπου τεχνολογίας) και αιτιατού (μορφή αλλοτρίωσης) παρεμβαίνουν τρεις μεταβλητές. Πρώτα απ’ όλα, οι διαφορές στην κατανομή της εργασίας ή στην έκταση της υποδιαίρεσης των εργασιακών καθηκόντων. Δεύτερη μεταβλητή είναι ο τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, κατά πόσο, δηλαδή, ένας κλάδος οργανώνεται σε παραδοσιακή (προσωπικοί δεσμοί) βάση ή σε γραφειοκρατική (απρόσωποι δεσμοί) βάση. Τρίτη μεταβλητή είναι η οικονομική δομή ενός κλάδου και ιδιαίτερα η οικονομική επιτυχία ή αποτυχία του. Ο παρακάτω πίνακας[6] δείχνει αυτό το σχήμα των μεταβλητών:

Ανεξάρτητη μεταβλητή > Παρεμβάλλουσες μεταβλητές > Εξαρτημένη μεταβλητή
Τεχνολογία > Καταμερισμός εργασίας
Κοινωνική οργάνωση
Οικονομική δομή > Αλλοτρίωση

Ο παρακάτω πίνακας δίνει τη συσχέτιση του τύπου τεχνολογίας με το βαθμό αλλοτρίωσης:[7]

Βαθμός αλλοτρίωσης (εξαρτημένη μεταβλητή)
Τύπος τεχνολογίας (ανεξάρτητη μεταβλητή) Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness) Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness) Κοινωνική απομόνωση Αυτο-αποξένωση (self-estrangement)
Βιοτεχνική τεχνολογία (τυπογραφία) Χαμηλή Χαμηλή Χαμηλή Χαμηλή
Μηχανική εργασία (κλωστοϋφαντουργία νοτίων ΗΠΑ) Υψηλή Υψηλή Χαμηλή Υψηλή
Αλυσίδα παραγωγής (αυτοκινητοβιομηχανία) Υψηλή Υψηλή Υψηλή Υψηλή
Τεχνολογία διαδικασιών (χημική βιομηχανία) Χαμηλή Χαμηλή Χαμηλή Χαμηλή

Οι τυπογράφοι ίσως είναι οι πιο ικανοποιημένοι από όλους τους παραπάνω κλάδους. Η βιοτεχνική τεχνολογία τους συνδυάζεται με ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και παραδοσιακά ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Είναι σχετικά ειδικευμένοι μετά από μακρόχρονη μαθητεία συχνά στον ίδιο το χώρο εργασίας που είναι μικρός σε μέγεθος. Ως αποτέλεσμα οι εργάτες αυτοί θεωρούν ότι η δουλειά τους έχει νόημα, είναι πρόκληση για συμμετοχή στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της, και έτσι ταυτίζονται με το επάγγελμα. Οι κλωστοϋφαντουργοί δεν έχουν ιδιαίτερη εξειδίκευση και δεξιότητες, η δε δουλειά τους είναι ανιαρή και μη ενδιαφέρουσα. Στις μικρές κοινότητες των Νότιων Πολιτειών των ΗΠΑ όπου έγινε η έρευνα του Blauner η ενασχόληση με τις οικογενειακές και τις ενοριακές υποθέσεις αντιστάθμιζε τη ρουτίνα της εργασιακής δραστηριότητας στα εργοστάσια και την έλλειψη συνδικαλιστικής κίνησης.[8] Το αρχέτυπο της κοινωνιολογίας για την αλλοτρίωση ήταν πάντοτε οι εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η εργασία στην αλυσίδα παραγωγής αφορά μια σειρά έντονα συγχρονισμένων απλών επαναλαμβανόμενων καθηκόντων ο ρυθμός των οποίων καθορίζεται από τρίτους. Η εργασία αυτή ουσιαστικά απαιτεί καλή σωματική κατάσταση αλλά δεν έχει διανοητικές απαιτήσεις. Η τυποποίηση, η γραφειοκρατική οργάνωση λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων, το μεγάλο μέγεθος των εργοστασιακών εγκαταστάσεων, η ομογενοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, οι περιορισμένες ευκαιρίες προαγωγής, και η εξατομίκευση των καθηκόντων αποτελούν σημαντικότατους παράγοντες πρόκλησης της τέλειας αλλοτρίωσης, αποξένωσης και απομόνωσης. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν δεν έχουν ως αποτέλεσμα μόνο τη μονοτονία και την άκρως λεπτομερειακή οργάνωση της παραγωγής αλλά την ανάπτυξης μιας εντελώς εργαλειακής αντίληψης για τη δουλειά. Οι εργαζόμενοι στη χημική βιομηχανία λειτουργώντας σε συνθήκες διαρκούς τεχνολογικού ανασχεδιασμού και οργανωτικού μετασχηματισμού έδειξαν το χαμηλότερο βαθμό αλλοτρίωσης. Η τεχνολογία του κλάδου επιτρέπει να αναπτύσσει ο εργαζόμενος τη δική του πρωτοβουλία και αίσθημα ευθύνης και σε συνδυασμό με την πολύ καλή οικονομική κατάσταση του κλάδου η ικανοποίηση των εργαζομένων είναι υψηλή.

________________________________________
[1]Castells, Manuel (1999) End of Millennium, Vol. 3 of The Information Age, Oxford: Blackwell.
[2] Βλ. Seeman M. (1959) “On the meaning of alienation” American Sociological Review. 24 (6), σελ. 783-91
[3] Spenner, Kenneth (1988) “Social Stratification, Work and Personality.” Annual Review of Sociology 14:69-97.
[4] Blauner Robert (1964) Alienation and Freedom: The Factory Worker and His Industry. Chicago, Ill.: University of Chicago Press.
[5] Bλ. Edgell Stephen (2006) The Sociology of Work. Thousand Oaks, CA and London, UK: Sage, σελ. 32
[6] Ibid, σελ. 33
[7] Ibid, σελ. 34
[8] Ενδιαφέρουσα είναι η παρουσίαση τέτοιας περίπτωσης στην ταινία Norma Rae (1979) που διηγείται την ιστορία μιας γυναίκας σε μια τέτοια μικρή «εταιρική» πόλη των νότιων ΗΠΑ. Η Νόρμα ρέι Γουέμπστερ εργάζεται κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο υπό άθλιες συνθήκες αλλά τις αντιπαρέρχεται επειδή ασχολείται με τα μέλη της οικογένειάς της που έχουν προβλήματα υγείας λόγω ανθυγιεινής εργασίας στο κλωστοϋφαντουργείο. Στην πόλη καταφθάνει ένας συνδικαλιστής-οργανωτής για να οργανώσει τους εργάτες και τις εργάτριες σε συνδικάτο. Μετά την ομιλία του εκδιώκεται από την πόλη αλλά η Νόρμα εμπνεύστηκε από την ομιλία και άρχισε να δραστηριοποιείται παρά την σύγκρουση με την οικογένειά της για τη διενέργεια εκλογών στο εργοστάσιο για την οργάνωση και αναγνώριση συνδικάτου. Μετά από μερικές ημέρες η Νόρμα σταματάει τη μηχανή της και στέκεται πάνω της κρατώντας μια πικέτα με τη λέξη ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ. Σύντομα όλοι/ες οι εργάτες/τριες ακολουθούν το παράδειγμά της και ιδρύουν το συνδικάτο. Βλ. Giroux Henry (2002) Breaking in the Movies: Film and the Culture of Politics. Molden, MA: Wiley-Blackwell, σελ. 19-28.

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας

του Θανάση Τσακίρη

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας.

Ο πιο συνήθης ορισμός των εργασιακών σχέσεων είναι ο νομικός, που τις ορίζει
– ως συλλογικές διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο
– ως διαδικασίες προσλήψεων, προαγωγών, επιβολής ποινών, καταγγελίας σύμβασης και απόλυσης, απόδοσης αποζημιώσεων και συνταξιοδότησης
– ως διαιτησία (υποχρεωτική ή προαιρετική).
Επίσης ως εργασιακές σχέσεις ορίζονται οι συνθήκες εργασίας, η συμπεριφορά των εργαζομένων μέσα στο εργασιακό περιβάλλον και η απόδοσή τους σε σύγκριση με τους στόχους της επιχείρησης ή του οργανισμού. Συνοπτικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι οι εργασιακές σχέσεις περιλαμβάνουν όλες τις διαστάσεις των σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.

Η εργασιακή σχέση είναι σχέση εξουσίας. Eξουσία είναι «η ικανότητα να επηρεάζουμε την συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου μέσω κάποιας μορφής κύρωσης». ή αλλιώς «η ικανότητα ενός δρώντος υποκειμένου να επιτύχει τους στόχους του παρά την αντίσταση».Όμως, η έννοια της εξουσίας δεν έχει μόνο αυτή τη διάσταση. Η τρισδιάστατη άποψη για την εξουσία δίνει επιπλέον έμφαση στο ρόλο των πολιτικών συμφερόντων και ασπάζεται τη θέση ότι οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων μπορούν να τροποποιούνται και να διαμορφώνονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Η εξουσία δεν ενοικεί μόνο στους επίσημους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς αλλά είναι μια ιδιότητα που είναι διάχυτη στο πλαίσιο ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων. Η εξουσία είναι παντού, όχι επειδή αγκαλιάζει τα πάντα, αλλά επειδή προέρχεται από παντού. Ο εργοδότης έχει το σύννομο δικαίωμα να διευθύνει τις εργασίες και να κατευθύνει τις προσπάθειες προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Από την άλλη πλευρά, ο μισθωτός εργαζόμενος μπορεί –άτυπα και ανεπίσημα- να ματαιώσει την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Συνεπώς, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, οι εργασιακές σχέσεις αποτελούν ένα πεδίο αντιπαράθεσης, παρ’ όλη τη φιλολογία περί εργασιακής γαλήνης και τήρησης του συμβολαιϊκού χαρακτήρα τους και από τα δύο μέρη ως δείγμα καλής πίστης που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών. Συνεπώς, πρόκειται για συσχετισμό δυνάμεων.

Μια διάσταση των εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια του συγκρουσιακού χαρακτήρα είναι η μάχη για το χρόνο εργασίας. Αυτή η μάχη αφορά τον «ελεύθερο χώρο» μεταξύ της σχετικής και της απόλυτης υποταγής και πειθαρχίας που απαιτεί η καπιταλιστική παραγωγή. Με άλλα λόγια, αφορά τον αγώνα για τον τρόπο χρήσης και κατανάλωσης της εργατικής δύναμης στο πλαίσιο της εργασιακής διαδικασίας.

Οργάνωση της εργασίας και εργασιακές σχέσεις
Από τον καιρό της αρχαίας Κίνας και της Αθηναϊκής Δημοκρατίας υπάρχουν αναφορές σχετικά με την κατανομή της εργασίας. ο Πλάτωνα (Πολιτεία) μιλούσε για την «αρχή του καταμερισμού της εργασίας» σε μια κοινωνία που δεν εκτιμούσε την εργασία ως καθήκον των ελεύθερων πολιτών. Ο φιλόσοφος Meng-tzu συνέλαβε την ιδέα των μοντέλων και συστημάτων που σήμερα αποκαλούμε «τεχνικές διοίκησης παραγωγής» και τόνισε την αξία και τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας. Όσο προχωρούσε η ανθρώπινη ιστορία προς την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση τόσο αναπτύσσονταν θεωρητικά μοντέλα και πρακτικές καταμερισμού της εργασίας.

Τεϊλορισμός και Φορντισμός

Από αυτά κυρίαρχος κατά την εποχή της μαζικής παραγωγής ήταν ο Τεϊλορισμός. Αρχικά ο κοινωνιολόγος Max Weber με βάση το ορθολογικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης έδωσε έμφαση στον ορθολογισμό αλλά δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με βασικές παραμέτρους του ούτε και με το ρόλο της διοίκησης στη λειτουργικότητα του συνόλου. Το έκανε ο Frederick Taylor, ο οποίος παρατηρούσε τη διαδικασία εκτέλεσης των διαφόρων εργασιών, αναζητώντας τον άριστο τρόπο πραγματοποίησής τους. Επεδίωκε να βελτιωθεί η αμοιβή του εργαζόμενου με παράλληλη αύξηση της παραγωγικής απόδοσής τους. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν την εργασία τους πιο έξυπνα και πιο συνειδητά. Μέθοδος ήταν «η επιστημονική οργάνωση της εργασίας» και γενικός στόχος η μεγιστοποίηση του κέρδους. Επιμέρους στόχοι ήταν η μείωση των άσκοπων καθυστερήσεων και της σπατάλης του χρόνου με μελέτη του χρόνου και των κινήσεων. Ο εργάτης αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο της παραγωγής, το οποίο αφού γίνει γνωστό σε κάθε λεπτομέρειά του μπορεί με τις κατάλληλες επεμβάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις συγκεκριμένες έρευνες, να αποδώσει τα μέγιστα. Βασική θέση του Taylor είναι ότι υπάρχει ένας άριστος τρόπος εκτέλεσης κάθε καθήκοντος, κάθε εργασίας, κάθε διαδικασίας. Η κάθε θέση, ο κάθε εργασιακός ρόλος, είχε ως προαπαιτούμενο συγκεκριμένα, καταγεγραμμένα προσόντα και δεξιότητες. Σε γενικές γραμμές επιδίωκε την κατασκευή ενός σκληρού οργανωτικού πυρήνα που εξασφαλίζει την «αποπροσωποποίηση», την «αντικειμενική στελέχωση» και αναπαραγωγή της παραγωγικής διαδικασίας. Τελικός σκοπός ήταν η εξαφάνιση αβεβαιότητας στην εκτέλεση του καθήκοντος. Ο εργάτης δεν είχε καμία δυνατότητα να πράξει σύμφωνα με την επιλογή του. Ο εργασιακός του ρόλος προσδιόριζε λεπτομερειακά κάθε ενέργειά του, με αποτέλεσμα η όλη του εργασιακή συμπεριφορά να είναι πλήρως προβλέψιμη και κατευθυνόμενη. Κάθε λειτουργία που απαιτείτο για να παραχθεί ένα αντικείμενο ή ένα μέρος του αναλύθηκε και μελετήθηκε με σχολαστική ακρίβεια και όλες οι περιττές κινήσεις καταργήθηκαν. Σε αντιστάθμισμα της μονοτονίας εισήχθησαν σειρές κινήτρων για την κινητοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού. Έτσι εγκαινιάστηκε η πριμοδότηση των εργατών με οικονομικά κίνητρα για την αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας της εργασίας. Προσπάθησαν να τονώσουν την εργασιακή συμπεριφορά και διαμόρφωσαν ένα μέσο όρο μισθού, που δινόταν σε κάθε εργαζόμενο κι από εκεί και πέρα, ανάλογα με την συνεισφορά του καθενός στην αύξηση της παραγωγικότητας, προσφερόταν ένα επιπλέον χρηματικό ποσό (μισθός με το κομμάτι).

Το μοντέλο αντιμετώπισε σφοδρή κριτική. Ο Harry Braverman θεώρησε ότι ο Τεϋλορισμός είναι «ο καπιταλιστικός τρόπος διοίκησης».Σημαντικό στοιχείο στη θεωρία του Taylor αποτελεί η έννοια του ελέγχου. Η διοίκηση δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον εργάτη γιατί μεταξύ αυτού και του εργοδότη υπάρχει συγκρουσιακή κατάσταση που πηγάζει από την προτεραιότητα του κέρδους στον καπιταλισμό σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου. Άμεση συνέπεια της εστίασης και της προβολής του ελέγχου ήταν ο διαχωρισμός του σχεδιασμού από την εργασία και της πνευματικής από την χειρωνακτική εργασία. Ο διαχωρισμός και υποβάθμιση της εργασίας σε ένα μονότονο σύνολο με την ταυτόχρονη αναβάθμιση του διοικητικού έργου συνεπάγεται την αποειδίκευση του εργάτη και την υποταγή του στα κελεύσματα της εργοδοσίας. Τον παραλογισμό του μοντέλου του Taylor έδειξε με το μοναδικό και απαράμιλλο τρόπο ο μεγάλος κινηματογραφικός κωμικός Τσάρλυ Τσάπλιν (Σαρλό για τους/τις παλαιότερους/ες) στην εκπληκτική σάτιρα Μοντέρνοι Καιροί.

Ο Φορντισμός διαφέρει από τον Τεϋλορισμό καθώς ασχολείται και με την κατανάλωσή των παραγόμενων προϊόντων από το αγοραστικό κοινό. Δεν ήταν μόνο θέμα μείωσης κόστους παραγωγής. Σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν συντονισμένα δίκτυα προώθησης και πώλησης των προϊόντων και με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων πώλησης (μάρκετινγκ – διαφήμιση) επηρέαζαν τις καταναλωτικές συνήθειες. Η μαζική παραγωγή συνεπάγεται (και προϋποθέτει) μαζική κατανάλωση. Συνεπώς, ο φορντισμός έγινε ένα μοντέλο ρύθμισης σε γενικότερη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο εργάτης δεν αντιμετωπίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος ως απλός φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που ο ίδιος παράγει. Όμως, η αντίληψη τόσο του Τεϋλορισμού όσο και του Φορντισμού αγνοεί τις ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προσεγγίσεις της εργασιακής συμπεριφοράς, μελετώντας την σε εργαστηριακό κενό και με ατομικιστικό τρόπο.

Η εστίαση στο τυπικό επίπεδο των οργανωτικών σχέσεων και η εργαλειακή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως στοιχείου της παραγωγής προσδίδουν μονομέρεια στη συγκεκριμένη θεώρηση της οργάνωσης. Κι αυτό το κενό ήλθε να καλύψει η θεωρία των ανθρωπινών σχέσεων, με πρόδρομο τον Henri Fayol που ερεύνησε το φαινόμενο της οργάνωσης της εργασίας στο μακρο-επίπεδο και προσπάθησε να διατυπώσει κάποιους γενικούς αφηρημένους κανόνες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως το βασικό πλαίσιο συγκρότησης της οργανωτικής πραγματικότητας. Η ορθολογικοποίηση της οργάνωσης τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό (ομαδικό) ή ατομικό μπορεί να οδηγήσει στη λειτουργική αναδιάρθρωση της οργάνωσης. Η πρακτική έκφραση του ορθολογισμού ήταν ο σχεδιασμός, η τμηματοποίηση και εξειδίκευση των επιμέρους έργων και καθηκόντων με σαφή και κανονιστικό τρόπο. Η πρότασή είχε δύο βασικά στοιχεία: σημασία συντονισμού και εξειδίκευσης στην ιεραρχικά δομημένη πυραμίδα. Η εκτέλεση των καθημερινών εργασιών πρέπει να γίνεται από τους υφιστάμενους και ο προϊστάμενος να μπορεί απερίσπαστος να αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που ξεφεύγουν από τα καθημερινά πλαίσια. Ο Fayol εισάγει στην οργανωτική θεωρία μια σειρά στοιχείων που βοηθούν στην πληρέστερη διερεύνηση της οργανωτικής συμπεριφοράς: εξουσία, πειθαρχία, καταμερισμός και εξειδίκευση, ανταμοιβή εργαζόμενου, μονιμότητα του προσωπικού. Η μονιμότητα αναλύεται ως ψυχολογικό στοιχείο που προσφέρει ουσιαστική αφοσίωση του εργαζόμενου στο καθήκον του. Παράλληλα προφέρει και στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων εξομαλύνοντας τις αντιθέσεις δημιουργώντας κλίμα συνέχειας και αναπαραγωγής των σχέσεων. Το πρόβλημα της θεωρίας του Fayol ήταν ότι κινιόταν σε αφηρημένο επίπεδο διατύπωσης τυποποιημένων και αφηρημένων αρχών χωρίς εξέταση ιδιομορφιών.

Συνέπεια της θεωρίας του Fayol ήταν να εγκαθιδρυθεί η νέα σχολή των Ανθρωπίνων Σχέσεων από τον Elton Mayo. Η κριτική του εστιάστηκε στο ότι η κυρίαρχη μέχρι τότε θέση στην οργανωτική θεωρία ήταν μονομερής και αντιμετώπιζε το οργανωτικό φαινόμενο στη βάση μιας ψυχρής ορθολογικότητας και υποστήριζε ότι βασική παράμετρος που κατευθύνει τις εκάστοτε συμπεριφορές ήταν η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους.
Ο βασικός πυρήνας των απόψεων της νέας σχολής προήλθε από μια σειρά πειραμάτων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των ερευνών Hawthorn (προάστιο του Chicago όπου ήταν το εργοστάσιο ανταλλακτικών τηλεφωνικών συσκευών της Western Electric Co.) για τη μελέτη της στάσης και της συμπεριφοράς των εργαζομένων Έτσι συντελείται το πέρασμα από το μακροσκοπικό στο μικροσκοπικό επίπεδο. η ανθρώπινη συμπεριφορά θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα πολύπλοκο σύνολο του οποίου η παρακίνηση μέσω οικονομικών κινήτρων αποτελούσε μόνο μία πτυχή. Ο εργαζόμενος θα μπορούσε να συμμετάσχει πιο ενεργά στην αύξηση της παραγωγικότητας με χρησιμοποίηση και άλλων τεχνικών (κοινωνικών, ψυχολογικών). Βασική θέση ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας που επηρεάζεται από 3 παράγοντες:
α) φυσικό περιβάλλον της επιχείρησης
β) εργασιακή συμπεριφορά των εργαζομένων
γ) οικονομικά κίνητρα
Στα νέα πειράματα του Mayo διερευνάται:
α) η συμπεριφορά των εργατών απέναντι στην εργασία τους, και
β) η συμπεριφορά των εργατών όχι ως ατόμων αλλά ως μελών μιας ομάδας, δηλαδή ως συλλογικών και όχι ως ατομικών υποκειμένων.
Η δεύτερη διάσταση είναι που έφερε στην οργανωτική θεωρία την ανάλυση των άτυπων σχέσεων.
Έτσι, σημασία πλέον αποκτούν για τη εξήγηση της οργανωτικής συμπεριφοράς συνολικά η κοινωνική οργάνωση και οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στο πλαίσιο του εργοστασίου, που περιβάλλουν και «κοινωνικοποιούν» τον εργαζόμενο διαμορφώνοντάς του μία συγκεκριμένη στάση απέναντι σε καταστάσεις και γεγονότα. Για πρώτη φορά έρχεται στο φως η οργανωτική πραγματικότητα ως ένα πολύπλοκο δίκτυο διαντιδράσεων και συμπεριφορών, δηλαδή ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια από καμία καταγραφή όσο λεπτομερής και αν είναι.
Οι νέες βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η κατανόηση της εργασιακής συμπεριφοράς ήταν:
α) η ομάδα
β) οι ενδοομαδικοί κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς
γ) η άτυπη μορφή οργάνωσης
Η καθημερινή επαφή του μεμονωμένου εργαζόμενου με την ομάδα των εργαζομένων, τα κοινά συμφέροντα και η κοινή αντίληψη «δένουν» τον εργαζόμενο.
Η ισχύς αυτών των άτυπων σχέσεων είναι τόσο δεσμευτική ώστε τις περισσότερες μορφές κυριαρχεί απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία του ατόμου, ακόμη και σε εντολές της διοίκησης της επιχείρησης. Η ανάγκη ένταξης σε μία ομάδα, η επιβεβαίωση, η επιβράβευση, η αποδοχή από τους ομοίους αποτελούν ισχυρούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν την μη οικονομικά ορθολογική συμπεριφορά των εργαζομένων.

Ο Abraham Maslow προσπάθησε να δείξει στους διοικούντες πώς να υποκινήσουν τους εργαζόμενους ώστε να ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στο εργασιακό καθήκον τους. Η διαδικασία της υποκίνησης του εργαζόμενου αποτελεί ένα πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ των αναγκών του εργαζόμενου από τη μια και από την άλλη των στόχων της επιχείρησης με τη μεσολάβηση μεταξύ των δύο αυτών, των κινήτρων, που χρησιμοποιεί η διοίκηση για να οδηγήσει τον εργαζόμενο στην αύξηση της εργασιακής του παραγωγικότητας. Πρόκειται για δυναμική κατάσταση όπου το πρωταρχικό στοιχείο είναι η ύπαρξη συνειδητών ή/και ακόμα ασυνείδητων αναγκών. Η ανάγκη παράγει τα κίνητρα. Το κίνητρο είναι μια μορφή πίεσης προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες. Το κίνητρο οδηγεί στον προσδιορισμό στόχων, που δεν είναι τίποτε άλλο από την κάλυψη της ίδιας της ανάγκης. Η πραγματοποίηση του στόχου στη συνέχεια οδηγεί στην κάλυψη της ανάγκης που τον δημιούργησε και, σε τελευταία ανάλυση, στην κατάργηση του κινήτρου, εφόσον πραγματοποίησε το έργο του. Η υποκίνηση, βέβαια, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, διαστάσεις του οποίου αποτελούν μια πληθώρα εξωτερικών και εσωτερικών μεταβλητών, που μεταβάλλοντα χωροχρονικά.

Βασική θέση της θεωρίας του Maslow είναι ότι ο άνθρωπος αποτελεί μια οντότητα η οποία αδιάκοπα προσβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών του. Η διαδικασία κάλυψης των αναγκών είναι αδιάκοπη, μιας και μόλις καλυφθούν κάποιες ανάγκες, το άτομο στρέφεται αυτόματα στην κάλυψη κάποιων άλλων επόμενων αναγκών:
• Φυσιολογικές ανάγκες. Τις ανάγκες της επιβίωσης, αυτές που με την ικανοποίησή τους κρατιόμαστε στην ζωή.
• Οι ανάγκες ασφάλειας που είναι δημιουργήματα των συναισθημάτων της αυτοσυντήρησης.
• Κοινωνικές ανάγκες. Η ανάγκη για αγάπη, η σύνδεση με άλλους, η ένταξη σε ομάδα, η φιλία.
• Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους άλλους. (Φήμη, κύρος, εκτίμηση, σεβασμός)
• Η ανάγκη για αυτοολοκλήρωση, αυτενέργεια και αυτοανάπτυξη.
Όμως, παρά τη σχηματικότητά της και την έλλειψη εμπειρικής τεκμηρίωσής της, η θεωρία του Maslow είχε ορισμένα αποτελέσματα στην οργανωσιακή θεωρία.
Π.χ. αν θέλουν οι διοικήσεις να κινητοποιήσουν την εργασιακή συμπεριφορά οφείλουν να λάβουν υπόψη τους το αίσθημα ασφάλειας που επιθυμούν να αισθάνονται οι εργαζόμενοι, που είναι ιδιαίτερα ισχυρό στην εποχή μας (λ.χ. μαζικές απολύσεις λόγω τεχνολογικής και οργανωτικής αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων, άπιαστοι ατομικοί στόχοι κ.ο.κ). Η πρακτική έκφραση των προτάσεων του Maslow είναι η διαμόρφωση ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο το άτομο (ή ορθότερα η οργάνωση) θα κατορθώνει να καλύπτει τις ανάγκες του ατόμου για ικανοποίηση και αυτοεπιβεβαίωση.

Σημερινές τάσεις
Με το πέρασμα των ετών, οι εργάτες μέσα από τα συνδικάτα τους αγωνίστηκαν και κέρδισαν υψηλότερους μισθούς, παροχές και επιδόματα καθώς και ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής και ικανοποιητικές συντάξεις. Όμως, κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, οι περικοπές και ο περιορισμοί των μεγεθών των επιχειρήσεων και των εργασιών οδήγησαν ουσιαστικά στη μείωση πολλών από τις παροχές αυτές. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επιτρέπουν την αγορά μετοχών τους από τους εργαζόμενους σ’ αυτές, ενώ άλλες φροντίζουν για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλιά τους ή στις επιτροπές εργασιακών παραπόνων. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επίσης παρέχουν ειδικές ευκαιρίες για κατάρτιση και προαγωγή στους εργαζόμενους που επιθυμούν να προωθηθούν, και ορισμένες έκαναν προσπάθειες για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων όπως αυτά της εργασιακής ασφάλειας και ενός εγγυημένου ετήσιου μισθού.

Οι σύγχρονες τεχνολογικές επιστημονικές τάσεις (Η/Υ, ηλεκτρονική, θερμοδυναμική και μηχανική) έχουν κάνει πραγματικότητα τις αυτόματες και ημιαυτόματες μηχανές.
Η ανάπτυξη αυτού του αυτοματισμού επιφέρει μια «δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και προκαλεί τεράστιες αλλαγές στο εμπόριο καθώς και στους τρόπους οργάνωσης της εργασίας. Αυτές οι τεχνολογικές μεταβολές και η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προϊόντων επέφεραν επίσης αλλαγές στις πρακτικές βιομηχανικής διοίκησης. Π.χ. στη Σουηδία κατά τη δεκαετία 1960-70, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανακάλυψαν ότι ήταν δυνατή η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω συστήματος ομαδικής συναρμολόγησης. Σε αντίθεση με το παρελθόν όπου ένας εργάτης ήταν υπεύθυνος για την τοποθέτηση ενός μόνο κομματιού του αυτοκινήτου, η ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για την συναρμολόγηση ενός ολόκληρου αυτοκινήτου.

Το σύστημα εφαρμόστηκε και στην Ιαπωνία, όπου οι διευθυντές ανέπτυξαν μια σειρά νέων καινοτομικών συστημάτων με στόχο τη μείωση των δαπανών και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.
Μια Ιαπωνική καινοτομία ήταν οι «κύκλοι ποιότητας», που επέτρεπαν στους εργάτες να προτείνουν στη διοίκηση προτάσεις για το πώς θα γίνεται πιο αποτελεσματική και αποδοτική η παραγωγή και η επίλυση προβλημάτων. Δόθηκε επίσης στους εργάτες το δικαίωμα να σταματούν την αλυσίδα συναρμολόγησης σε περίπτωση προβλήματος, σε αντίθεση με τα αμερικανικά εργοστάσια. Ελέγχοντας προσεκτικά τη διαδικασία μεταποίησης, οι Ιάπωνες διευθυντές μπόρεσαν να περικόψουν δαπάνες, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν τα αποθέματα μειώνοντας σημαντικά το κόστος και βελτιώνοντας την ποιότητα.
Ως τις αρχές της δεκαετία 1980-90, οι Ιαπωνικές εταιρείες, που για άλλη μια φορά επικρίθηκαν για παραγωγή χαμηλής ποιότητας αγαθών, είχαν καθιερώσει τη φήμη ότι παράγουν αποτελεσματικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και τεχνολογίας. Στις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 πολλές εταιρείες των ΗΠΑ επεδίωκαν να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους με την υιοθέτηση και προσαρμογή Ιαπωνικών μεθόδων βελτίωσης της ποιότητας.
ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ
Κατά τη μετάβαση από το «φορντιστικό» καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής σε μια άλλη φάση που χαρακτηρίζεται από τον κυριαρχία του «μεταφορντιστικού» ή «νεοφορντιστικού» καπιταλιστικού μοντέλου η συνεχής μεταβολή των οργανωτικών δομών («καπιταλιστική αναδιάρθρωση») είναι η «νόρμα» με χαρακτηριστικά την αναδιοργάνωση (reengineering), την κατάργηση ενδιάμεσων διευθυντικών στρωμάτων (delayering), τη μείωση του μεγέθους και των εργασιών της επιχείρησης (downsizing), την ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing) και τη δημιουργία νέων εργασιακών σχέσεων και μεθόδων εργασίας. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της νέας εταιρικής κουλτούρας είναι η πελατοκεντρική λογική, που διέπει όλες αυτές τις τάσεις σε αντίθεση με τη λογική της μαζικής παραγωγής του «φορντισμού».
Όλα αυτά βοηθήθηκαν από τους εξής παράγοντες:
Α. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές. Το 1971 αρχίζει η μετάβαση σε μια νέα εποχή. Ο μικροεπεξεργαστής οδηγεί σε μικρούς, φθηνούς και ισχυρούς υπολογιστές (PC) που διαχέονται στα νοικοκυριά, καθώς και σε τεράστιο αριθμό επαγγελματιών χρηστών. Οι προσωπικοί υπολογιστές αλλάζουν τη βιομηχανία αυτή . Ο ρόλος των μεγάλων κεντρικών υπολογιστών και των συγκεντροποιημένων τμημάτων μηχανογράφησης μειώνεται, καθώς οι σταθμοί εργασίας και τα PC κερδίζουν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς».
Β. Αλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών. Με την εισαγωγή των Η/Υ πολλοί κλάδοι των υπηρεσιών και ιδιαίτερα οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, μετατρέπονται σε εντάσεως κεφαλαίου. Οι κλάδοι των υπηρεσιών αρχίζουν να διεξάγουν δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και δραστηριότητες καινοτομίας προϊόντων σε μεγαλύτερο βαθμό. Εμφανίζονται φαινόμενα «διαγωνιοποίησης» των υπηρεσιών, με βάση τις υπάρχουσες δυνατότητες στον τομέα των ΤΠΕ (τουριστικές εταιρείες στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και αντίστροφα˙ τράπεζες στις κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, κλπ.).
Γ. Οργάνωση των επιχειρήσεων. Φθηνά και ευρύτατα διαδεδομένα τερματικά υπολογιστών οδηγούν σε «επανάσταση» στις επιχειρήσεις, που βασίζεται στην αποκέντρωση ορισμένων λειτουργιών, τις οριζόντιες ροές πληροφοριών, τα λιτά συστήματα παραγωγής και τη δικτύωση στο εσωτερικό αλλά και μεταξύ επιχειρήσεων. Έντονες πιέσεις και αντιπαραθέσεις συνοδεύουν τη σύγκρουση των πολιτιστικών αντιλήψεων, την αναδιοργάνωση της παραγωγής και την οργάνωση σε συστήματα, καθώς και την εκχώρηση σε τρίτους πολλών εσωτερικών λειτουργιών..
Δ. Απασχόληση και ανεργία. Η διαρθρωτική ανεργία γίνεται εντονότερη με κάθε περίοδο οικονομικής ύφεσης, υπάρχει μεγάλη αύξηση στη μερική απασχόληση καθώς και στη συμμετοχή των γυναικών. Ο εκβιασμός της απόλυσης και η εντατικοποίηση της εργασίας μέσω του ηλεκτρονικού ελέγχου (από την επίβλεψη των χώρων εργασίας ως τον έλεγχο προσέλευσης και αποχώρησης) καταλήγουν στην πειθάρχηση των εργαζομένων. Η λιτή παραγωγή και η ηλεκτρονικοποίηση της διαχείριση έχει ως αποτέλεσμα το στένεμα της εργασιακής ιεραρχικής πυραμίδας. Διαρκής δραστηριότητα κατάρτισης και επανακατάρτισης, με σκοπό την αλλαγή των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Τα προβλήματα όμως παραμένουν, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ατόμων με χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης και μόρφωσης. Τα προβλήματα μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας των νέων προσλαμβάνουν σημαντικές διαστάσεις.».

ΕΝΑ ΙΔΙΑΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Οι τράπεζες αναπτύχθηκαν αρχικά με πολύ διαφορετικό τρόπο λόγω της «άυλης» και ιδιαίτερα κερδοφόρας εργασίας τους. Οι αγώνες των εργαζομένων του τραπεζικού τομέα στην Ευρώπη βασίστηκαν στην ιδιαιτερότητα των υψηλών κερδών των επιχειρήσεων του. Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι εργασιακές σχέσεις ήταν κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα παρά τον αγγλοσαξονικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι βρετανικές τράπεζες αποτελούσαν πρότυπο για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές καθώς οι εργασιακές σχέσεις στον κλάδο χαρακτηρίζονταν από πειθαρχία, ειρήνη και συγκεντρωτική συνεργασία. Οι εργαζόμενοι/ες είχαν δια βίου απασχόληση, οργανωμένη καριέρα, και οι πατερναλιστικές πολιτικές πρόνοιας επικεντρώνονταν στο προσωπικό.

Το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη προέβλεπε και υλοποιούσε σταδιακά τις εξής επιμέρους πολιτικές: αποεθνικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση μηνιαίων εισφορών και μείωση δαπανών με μείωση συντάξεων και επιδομάτων), μέτρα αυστηρής εισοδηματικής λιτότητας (κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, αυξήσεις φόρων κλπ). Ταυτόχρονα προωθούσε την απορύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και την έγκριση για χρήση ολοένα και περισσότερων εποχιακώς ή μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων. Αυτή η πολιτική προκάλεσε πολλά προβλήματα στις διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης, ειδικά στην ΟΤΟΕ, όταν το 1991 οι εργοδότες προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με δικά τους αιτήματα που αφορούσαν την εισαγωγή του ευέλικτου ωραρίου εργασίας και της λειτουργίας των τραπεζών κατά τα απογεύματα και τα Σάββατα. Το 1993 προσήλθαν με αίτημα την ουσιαστική κατάργηση του «επιδόματος ισολογισμού» καθώς ζητούσαν να καταβάλλεται μόνο κατόπιν αποφάσεως των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων κάθε Τράπεζας και στο βαθμό που θα υπήρχαν κέρδη. Απαιτούσαν επίσης τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα, την εξάλειψη κάθε μορφής εξομοίωσης των υπαλλήλων των τραπεζών, την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας και την αποφυγή θεσμοθέτησης του τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Είναι σαφές ότι δύο στοιχεία χαρακτηρίζουν και διαπνέουν την στρατηγική των τραπεζών. Από τη μια η γενική τάση μείωσης των εξόδων και αύξησης των εσόδων τους που μπορούσαν να επιτευχθούν τόσο με τη μείωση του εργασιακού κόστους (μείωση προσλήψεων, έξοδος υψηλόμισθων κ.ά) όσο και με την αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας και της ευελικτοποίησης των ατομικών και συλλογικών εργασιακών σχέσεων με την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας και παράλληλη μείωση του κόστους της υπερωριακής απασχόλησης καθώς και το σπάσιμο των ενιαίων ωραρίων.

Στις μέρες μας η 24ωρη λειτουργία των χρηματιστικών αγορών σε όλο τον κόσμο ωθεί τις τράπεζες να λειτουργούν με βάση αυτά τα ωράρια. Στο επίπεδο των οργανωτικών αλλαγών των τραπεζικών επιχειρήσεων σχετίζονται με τις νέες ανάγκες της πελατοκεντρικής ευέλικτης επιχείρισης καθημερινά σημειώνονται νέες μεταβολές που αλλάζουν ριζικά το χαρακτήρα της εργασίας, ενώ σε γενικές γραμμές το συνδικαλιστικό κίνημα, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του για «διάλογο» δεν παρεμβαίνει ενεργητικά. Η ανάγκη του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί σε 24ωρη βάση, για να εξυπηρετεί το σύνολο των χρηματοοικονομικών αγορών που λειτουργούν σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οδηγεί σε ραγδαία και συνεχή εισαγωγή νέων τεχνολογιών που συμβάλλουν με τη σειρά τους στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ενώ τα συνδικάτα λόγω του γραφειοκρατικού χαρακτήρα τους αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτούς τους ρυθμούς. Παραδείγματος χάριν, η ηλεκτρονική τραπεζική τόσο ως σύνολο τεχνολογιών όσο και ως σύνολο επιχειρηματικών πρακτικών αποτελούν μέρος της «μεταφορντικής περιόδου» του τραπεζικού χώρου. Η ικανότητα παροχής 24ωρης και 7ήμερης λειτουργίας υπηρεσιών σε πραγματικό χρόνο, υπηρεσιών υποστήριξης πελατών (help-desks), η εξωτερίκευση εργασιών και η ανάθεσή τους σε τρίτους, η κατασκευή βάσεων δεδομένων με τα εξατομικευμένα προφίλ πελατών, η διαδικτυακή πρόσβαση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μέσω των εταιρικών πυλών κ.ο.κ. αποτελούν την ηλεκτρονική τραπεζική που δεν γνωρίζει τι σημαίνει απεργία και διαμεσολάβηση ανθρώπινου παράγοντα (direct banking). Έτσι είναι ανάγκη για τις κερδοφορικές προοπτικές των τραπεζών να υπάρξουν αλλαγές στα οργανογράμματα που σημαίνει να καταργηθούν πολλά διευθυντικά στρώματα, να προστεθούν θέσεις εργασίας εκτός χώρου εργασίας (τηλεργασία, εργασία από απόσταση κλπ.) και να ανασχεδιασθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας σε πελατοκεντρική βάση με έμφαση στο σημείο επαφής με τον πελάτη (front office). Διευκολύνεται έτσι η ευελιξία, η ανταποκρισιμότητα, η προσαρμογή στις ανάγκες του κάθε πελάτη ξεχωριστά (customization), η εξατομίκευση προϊόντων και υπηρεσιών και η συνεχής αναδημιουργία των δομών και διαδικασιών. Κατά συνέπεια, διευκολύνονται τα παγκόσμια δίκτυα και η διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, η σύνδεση των αγορών μεταξύ τους καθώς και των νομισμάτων και των οργανισμών.

Αυτή, όμως, η κατάσταση έχει και αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, τον αριθμό των απασχολουμένων (π.χ. απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, μείωση αριθμού προσλαμβανόμενων κ.ο.κ.), την αλλαγή των συνθηκών απασχόλησης (μερική απασχόληση, πρόσκαιρη και εποχιακή απασχόληση, απασχόληση on call, ενοικίαση εργαζομένων κ.ο.κ.) και πάνω από όλα τη γενίκευση μιας νοοτροπίας ευελιξίας ολόκληρης της εργασιακής ζωής. Δημιουργείται μια δομή εργασίας και καριέρας λιγότερο ασφαλής και περισσότερο κατακερματισμένης. Η δυνατότητα εργασίας από το σπίτι και από απόσταση δεν φαίνεται να αποτελεί για τους περισσότερους εργαζόμενους εναλλακτική διέξοδο καθόσον ότι οδηγεί σε μια κατάσταση όπου τα μεσαία στελέχη και ειδικά πολλοί εξειδικευμένοι εργαζόμενοι είναι «στο πόδι» σε διαρκή βάση αναγκασμένοι να εργάζονται σε κάθε χώρο και σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της ημέρας ώστε να είναι σε επαφή με την εργασιακή πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνο μία όψη. Αν συνδεθεί με τους νόμους που ψηφίζονται από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με μικρές παραλλαγές όσον αφορά τη διευθέτηση του υπερωριακού καθεστώτος και των ωρών εργασίας (διευθέτηση σε μηνιαία, εξαμηνιαία και ετήσια βάση) με ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος και την ακύρωση της συμμετοχής των συνδικάτων στον συγκαθορισμό της διευθέτησης, τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη για την πλειονότητα των μισθωτών εργαζομένων.