Category Archives: Βιβλιοπαρουσίαση

Για το βιβλίο του Piketty, το Κεφάλαιο και τις ανισότητες (του Πέτρου Σταύρου)

Για το βιβλίο του Piketty, το Κεφάλαιο και τις ανισότητες
του Πέτρου Σταύρου
http://rednotebook.gr/2014/06/piketty/
piketty_capital-750x418

O Γάλλος Οικονομολόγος Thomas Piketty θεωρείται από τους «ροκ» συγγραφείς, μιας και το βιβλίο του «Capital in the Twenty First Century» δημιούργησε απρόσμενο «θόρυβο» στην Αμερική (και όχι τόσο στη Γαλλία), διθυραμβικά σχόλια αλλά και σκληρές έως κατεδαφιστικές κριτικές. Το θέμα του βιβλίου είναι ο καπιταλισμός, το κεφάλαιο και οι μορφές που αυτό παίρνει αλλά, κυρίως, το ζήτημα της άνισης διανομής των κεφαλαιακών στοιχείων στον πληθυσμό των καπιταλιστικών οικονομιών.

Φαίνεται πως η Αμερική είναι η χώρα που θεωρεί τον καπιταλισμό ως εθνικό της «ιδίωμα» και γι” αυτό ίσως συναρπάζεται με κάθε αφήγηση γι” αυτόν. Εδώ, όμως, δεν θα επιμείνουμε σε μια πολιτισμική ανάλυσή του αλλά θα εξετάσουμε συνοπτικά τα βασικά ευρήματα του βιβλίου και τις διαπιστώσεις που κάνει, για να δούμε αν υπάρχουν πολιτικές συνεπαγωγές των οικονομικών συμπερασμάτων του.

Η διατύπωση του πρώτου θεμελιώδους νόμου του καπιταλισμού

Η λογιστική ταυτότητα a=r x β, σύμφωνα με τον Pikkety ισχύει σε κάθε καπιταλιστική οικονομία και σε κάθε εποχή, και είναι βασική διότι παρουσιάζει με απλό τρόπο τη σχέση μεταξύ τριών θεμελιωδών πραγμάτων, του μεριδίου του εισοδήματος που προέρχεται από το κεφάλαιο στο εθνικό εισόδημα (α), του ποσοστού κέρδους (r) ή της απόδοσης ανά έτος και του συσσωρευμένου πλούτου (β) σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Αν, για παράδειγμα, έχουμε συσσωρευμένο πλούτο που ισοδυναμεί με το 600% του εθνικού εισοδήματος και απόδοση κεφαλαίου 5%, τότε το μερίδιο του κεφαλαίου στο παραγόμενο εισόδημα είναι 30% [1].

Η διατύπωση του δεύτερου θεμελιώδους νόμου του καπιταλισμού

Ο συσσωρευμένος πλούτος (β) συνδέεται με τη φόρμουλα Harrod–Domar–Solow και είναι β = s/g, δηλαδή προσδιορίζεται από την αποταμιευτική–σωρευτική συμπεριφορά (s) και από την επιβράδυνση της παραγωγικότητας στον καπιταλισμό, μεταξύ άλλων, και λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Για ρυθμό ανάπτυξης g = 3%, το β υπολογίζεται γύρω στο 300% και προσδιορίζει τις καπιταλιστικές οικονομίες της δεκαετίας του 1970. Με ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, το β είναι 600% και προσδιορίζει την αυξημένη ανισότητα των καπιταλιστικών οικονομιών από το 2010 και μετά [2].

Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού

Τα παραπάνω οδηγούν στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, που εκφράζεται με την ανισότητα r > g. Ο ρυθμός ανάπτυξης των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών θα υπολείπεται συστηματικά από την απόδοση του κεφαλαίου, και αυτή η σταθερότητα της ανισότητας μας οδηγεί σε κοινωνικές ανισότητες που είχαν να εμφανιστούν από τον 19ο αιώνα. Οι προηγμένες χώρες δεν φαίνεται να μπορούν, μακροπρόθεσμα, να ξεπεράσουν ρυθμούς ανάπτυξης του 1–1,5%. Μόνο οι αναπτυσσόμενες χώρες φαίνεται να μπορούν να αντιστρέψουν την ανισότητα. Η αποκάλυψη της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού οδηγεί τον Piketty στο να διατυπώσει, σαν πιθανό μέτρο αντιμετώπισης των ανισοτήτων, την παγκόσμια προοδευτική φορολογία του κεφαλαίου. Βέβαια, κάτι τέτοιο απαιτεί παγκόσμια συνεργασία, πράγμα που εκτιμά ως σχεδόν ακατόρθωτο υπό τις παρούσες συνθήκες. Ο εθνικός χώρος, λοιπόν, παραμένει ο μοναδικός χώρος στον οποίο μπορεί με κάποιες στοιχειώδεις πολιτικές αναδιανομής να αντιμετωπιστεί η τάση του καπιταλισμού για διεύρυνση της ανισότητας. Το συμπέρασμα αυτό θυμίζει λίγο την πολύ μεγάλη κουβέντα που έγινε, πριν λίγες δεκαετίες, για τον φόρο Tobin στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, αλλά και τις ελάχιστες απόπειρες που υπήρξαν πραγματικά για τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

Τι είναι το κεφάλαιο τελικά;

Τώρα, όμως, ας προσπαθήσουμε να δούμε με ένα απλό παράδειγμα πού κάνει λάθος ο Piketty και τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Ας μεταφέρουμε τις υποθέσεις του Piketty στο μικροοικονομικό επίπεδο και ας δούμε πως αποτιμάται μια εταιρία ως χρηματικός τίτλος στο χρηματιστήριο. Ας υποθέσουμε ότι μια εταιρία αξίζει χρηματιστηριακά 200 εκ.€ και πως με απόδοση 10% έχει 20 εκ.€ κέρδη ανά έτος. Η οπτική του Piketty θα έλεγε πως έχουμε μια επιχείρηση που το συσσωρευμένο κεφάλαιο της σε πάγια, αυτήν την στιγμή, αξίζει 200 εκ.€, και πως με ένα ποσοστό κέρδους 10% παράγει κάθε χρόνο 20 εκ.€ κέρδη. Η οπτική αυτή είναι η οπτική ενός σύγχρονου «φυσιοκράτη». Ο συσσωρευμένος πλούτος, στη μορφή παγίων μιας επιχείρησης, και με ένα σταθερό ποσοστό κέρδους (από πού ορίζεται δεν μας λέει…) παράγει μια χρηματική μάζα αποδόσεων κάθε χρόνο. Ο συσσωρευμένος πλούτος και το ποσοστό κέρδους προσδιορίζουν, εξαρχής, το εισόδημα του κεφαλαιοκράτη με την μορφή κερδών, και το υπόλοιπα από το συνολικό παραγόμενο προϊόν της επιχείρησης, που απομένει αν διανείμουμε τα κέρδη, είναι οι μισθοί και τα εισοδήματα των άλλων παραγωγικών συντελεστών. Μένει στο κράτος να έρθει, σε μεταγενέστερο χρόνο, και να αποφασίσει αν θέλει με τη φορολογία να κάνει μια πιο δίκαιη διανομή του εισοδήματος.

Το κεφάλαιο, όμως, δεν είναι μόνο ο συσσωρευμένος πλούτος σε μορφή παγίων και η καπιταλιστική σχέση δεν είναι μόνο ανταλλαγή εμπορευμάτων. Στην εγχρήματη οικονομία που ζούμε το κεφάλαιο παίρνει την μορφή των απαιτήσεων (των κυρίαρχων τάξεων) επί του παραγόμενου προϊόντος και της μελλοντικής παραγωγής. Μάλιστα, στην εγχρήματη καπιταλιστική οικονομία κυριαρχεί το πιστωτικό χρήμα και όχι το χρήμα που «τυπώνει» η κεντρική τράπεζα.
Με βάση τα προηγούμενα, το παράδειγμα της χρηματικής αξίας της επιχείρησης μπορεί να επαναδιατυπωθεί ως εξής: Υπάρχει μια επιχείρηση που ως φυσικό κεφάλαιο, ως συγκεκριμένα μηχανήματα και πάγια στοιχεία, ως οργανωτική δομή, ως εργατικό δυναμικό με συγκεκριμένες δεξιότητες και ως μάζα προϊόντων που παράγει για συγκεκριμένες αγορές δημιουργεί 20 εκ.€ κέρδη το έτος. Η καθαρή παρούσα των μελλοντικών ροών κερδών της επιχείρησης με το επιτόκιο προεξόφλησης στο 10% είναι 200 εκ.€ και αυτά είναι η αξία της επιχείρησης [3].

Για ποια πολιτική ενάντια στις ανισότητες;

Τι μας λέει η επαναδιατύπωση της έννοιας του κεφαλαίου ως εγχρήματης απαίτησης επί του παρόντος και μελλοντικού προϊόντος, και όχι απλά ως συσσωρευμένα φυσικά στοιχεία που προσδιορίζουν το εισόδημα από κεφάλαιο; Ότι το μέλλον των πολιτικών ενάντια στην ανισότητα δεν είναι ένα «κλειστό σύμπαν», πως τα εργαλεία πολιτικής δεν περιορίζονται μόνο σε ρυθμιστικούς φόρους εκτόνωσης των εντάσεων, αλλά και σε στρατηγικές των κοινωνικών απαιτήσεων (των υποτελών τάξεων) επί του παραγόμενου προϊόντος που τροποποιούν, εντέλει, και τα χαρακτηριστικά του τρόπου παραγωγής του παραγόμενου προϊόντος. Ότι το εισόδημα του κεφαλαίου δεν προσδιορίζει, εξ υπολοιπού, το είσοδημα των εργαζομένων, αλλά και πως μπορεί να γίνει το αντίθετο χωρίς να οδηγηθούμε σε μια μη λειτουργική οικονομία. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ της σύγχρονης αριστερής και ριζοσπαστικής πολιτικής με την κεντροαριστερή διευθέτηση κάποιων κοινωνικών ανισοτήτων, εν είδη «βαλβίδας» εκτόνωσης.

Σημειώσεις

1. Thomas Piketty, Capital in the twenty first century, The Belknap Press of Harvard University Press, 2014.
2. Thomas Piketty – Gabriel Zucman, Capital is back, Wealth-Income Ratios in Rich Countries 1700-2010, July 2013.
3. Mehrling on Black on Capital

ΠΑΣΟΚ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ (;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Π. ΚΩΣΤΑΣ, ΤΑΣΣΗΣ Δ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ)

ΠΑΣΟΚ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ (;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Π. ΚΩΣΤΑΣ, ΤΑΣΣΗΣ Δ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ

Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα που σημάδεψε τη μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία και καθόρισε το περιεχόμενο του πολιτικού ανταγωνισμού για παραπάνω από δύο δεκαετίες. Ο βαθμός επιρροής του στην ελληνική πολιτική φαίνεται από το γεγονός ότι η ολοκληρωτική κατάρρευση του κόμματος στις τελευταίες εκλογές σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας σε μια διαφορετική κοινωνικοπολιτική διευθέτηση. Το δοκίμιο αυτό περιγράφει και αναλύει την οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του, επισημαίνει εκείνα τα στοιχεία που κατοχύρωναν τον ηγεμονικό του ρόλο στο πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης και ερμηνεύει τους λόγους που οδήγησαν στην απίσχνανση της εκλογικής και πολιτικής επιρροής του. Η κατανόηση της «πτώσης του ΠΑΣΟΚ» είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού φαίνεται να προοικονομεί συγκεκριμένες εξελίξεις στο μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στον βαθμό που η κρίση στερεί από την τελευταία τα πολιτικά εργαλεία για να αρθρώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«…το βιβλίο δεν αποτελεί απλώς μια εξαιρετική ανάλυση της ανάδειξης του ΠΑΣΟΚ ως ηγεμονικού κόμματος… και των αντιφάσεων που το οδήγησαν στην παρακμή… [Η] μελέτη αυτή είναι επιπλέον χρήσιμη για την κατανόησή του πώς η οικονομική κρίση αποκάλυψε τη χρόνια πολιτική κρίση, η οποία με τη σειρά της κινδυνεύει να μετατραπεί σε κρίση δημοκρατίας… [Γι’ αυτό και αποτελεί] ένα εγχειρίδιο-οδηγό ώστε να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις από τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς και θεσμούς που φιλοδοξούν να μετασχηματίσουν την κρίση σε ευκαιρία… για την αρχή μιας νέας Μεταπολίτευσης…». (Από τον Πρόλογο του Μ. Σπουρδαλάκη)
Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΟΜΜΑΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
2. Η ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ (1974-2004)
Το ΠΑΣΟΚ ως το κατεξοχήν κόμμα του κράτους
1974 – 1981
1981 – 1993
1993 – 2004
Το ΠΑΣΟΚ ως το ηγεμονικό κόμμα του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος
Η «κοινωνική συμμαχία» του ΠΑΣΟΚ
Το αντιδεξιό επιχείρημα
3. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ (2004 – 2012)
2004 – 2009: το κόμμα ως «πειραματικός σωλήνας»
2009 – 2012: το Μνημόνιο και τα κληροδοτήματα του «συμμετοχικού εγχειρήματος»
Οι εκλογές του 2012: ρέκβιεμ για το ηγεμονικό κόμμα;
Η μετεκλογική συνθήκη
ΑΝΤΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λεπτομέρειες
ISBN13 9789604932412
Εκδότης ΣΑΒΒΑΛΑΣ
Σειρά ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Χρονολογία Έκδοσης Ιούλιος 2013
Αριθμός σελίδων 240

Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας & Η νεωτερικότητα σήμερα

Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός

1ος τόμος Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας
Stuart Hall, Bram Gieben (Επιμ.)

2ος τόμος Η νεωτερικότητα σήμερα
Stuart Hall, David Held, Anthony McGrew (Επιμ.)

Μετάφραση: Θανάσης Τσακίρης, Βίκτωρ Τσακίρης
Επιμέλεια σειράς: Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Εκδ. Σαββάλας, 2003

Το 1ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Ο Διαφωτισμός και η γέννηση της κοινωνικής επιστήμης» και τίθεται το ερώτημα «τι ήταν ο Διαφωτισμός» και αμέσως μετά ποια ήταν η κοινωνική, ιστορική και γεωγραφική θέση του Διαφωτισμού» μέσα από την οποία προέκυψε η «Εγκυκλοπαίδεια», η σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, μεταβλήθηκαν οι κοινωνικές τάξεις και άλλαξαν οι κοινωνικές δομές και εμφανίστηκε ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο δηλ. οι «Γυναίκες» που συνδέθηκαν με το Διαφωτισμό μέσω του «σαλονιού». Ο Διαφωτισμός είχε συγκροτηθεί ως ο βασικός σκοπός και η θεμελιώδης επιδίωξη της νεωτερικότητας˙ συνδέθηκε η ανάπτυξη της επιστήμης με την έννοια της προόδου. Για τη διάδοση, όμως, του Διαφωτισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου σημαντικό ρόλο έπαιξε η κοινωνική επιστήμη που μελέτησε την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία, την επανάσταση και τη μεταρρύθμιση. Έτσι, μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, γεννιέται η κοινωνιολογία με τους Ανρί ντε Σεν-Σιμόν και τον Ογκίστ Κοντ.

Το 2ο κεφάλαιο ασχολείται με την «Εξέλιξη του σύγχρονου κράτους», θέμα που ακόμη και σήμερα αποτελεί το υπό εξερεύνηση «μαύρο κουτί» της διακυβέρνησης των κοινωνιών μας. Γίνεται μια σύντομη ιστορική και γεωγραφική αναδρομή στην εξέλιξη των ευρωπαϊκών κρατών, δηλαδή γίνεται λόγος για τις μεγάλες αυτοκρατορίες, τα συστήματα διαιρεμένης εξουσίας στη μεσαιωνική Ευρώπη, το καθεστώς των νομοκατεστημένων τάξεων, τα απολυταρχικά κράτη που αποτέλεσαν τη μεταβατική μορφή προς την ανάδυση των σύγχρονων κρατών. Τα τελευταία ήταν τα «εθνικά κράτη», που η εμφάνιση και ανάπτυξή τους συνδέθηκε στενά με την επικράτηση του πολέμου και του μιλιταρισμού και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από την άλλη. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν μια γραμμικού τύπου εξέλιξη. Επί της πολιτικής φιλοσοφίας για την εγκαθίδρυση, τη σταθεροποίηση, επέκταση και ολοκλήρωσή του εθνικού κράτους, καθώς και για την κατάλληλη μορφή της πολιτικής εξουσίας συγκρούστηκαν τα «ιερά τέρατα» της θεωρίας: Τόμας Χομπς, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Τζον Λοκ, Τζον Στιούαρτ Μιλ, Κάρολος Μαρξ και Φρειδερίκος Ένγκελς και Μαξ Βέμπερ.

Το 3ο κεφάλαιο ασχολείται με την ανάπτυξη του τομέα της κοινωνίας με τον οποίο είναι δεμένη η ύπαρξη του ανθρώπου, δηλαδή την οικονομία. Πώς διαμορφώθηκε η «οικονομία της νεωτερικότητας»; Ήταν μια νέα εμπορική κοινωνία αυτή που αναδύθηκε κατά τον 18ο αιώνα; Πώς λειτουργούσε, ποιες ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της; Με ποιους τρόπους μεταβλήθηκε στη διάρκεια αυτού του αιώνα η οικονομική δομή; Αυτές οι συζητήσεις ξεκίνησαν με αφετηρία το έργο ενός οικονομολόγου του διαμετρήματος ενός Άνταμ Σμιθ που υποστήριζε την οικονομική ανάπτυξη μέσω της λειτουργίας της αγοράς και του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, την επικράτηση της έννοιας του ατομικού συμφέροντος και της εγωιστικής φιλοδοξίας ως κινητήριων ιδεών που συντελούν στην ομαλή λειτουργία και ανάπτυξη της οικονομίας για την ευημερία της κοινωνίας. Γεννήθηκε έτσι η σύγχρονη οικονομική επιστήμη στις γραμμές της οποίας θα άνθιζαν αργότερα μεγάλες θεωρίες όπως αυτές του Κάρολου Μαρξ, του Κέυνς και άλλων στοχαστών.

Το 4ο κεφάλαιο με τίτλο «Μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές: τάξη και φύλο» αναφέρεται στις δομικές αναδιαρθρώσεις που βίωσαν οι κοινωνίες περνώντας από την προβιομηχανική στη βιομηχανική εποχή. Οι προβιομηχανικές κοινωνίες, στηριζόμενες στην πατριαρχία και την ανδρική κυριαρχία και στις νομοκατεστημένες τάξεις δίνουν τη θέση τους σε νέες που στηρίζονται σε τάξεις με βάσεις στην κατοχή των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου. Οι νέες τάξεις είναι η αστική και η αντίπαλή της, δηλαδή η εργατική. Οι ανάγκες της νέας οικονομίας οδηγούν παράλληλα στην αλλαγή της κατανομής εργασίας και μεταξύ των φύλων, μια αλλαγή που δεν είναι καθόλου σίγουρη ως προς την ολοκλήρωσή της και γι’ αυτό το λόγο παρεμβάλλεται το κίνημα του φεμινισμού στη διαδικασία της ωρίμανσης της βιομηχανικής κοινωνίας διεκδικώντας την κατάργηση του κατά φύλα διαχωρισμού στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.

Το 5ο κεφάλαιο αναφέρεται στην «πολιτιστική διαμόρφωση της νεωτερικής κοινωνίας». Προσδιορίζεται και αναλύεται η κουλτούρα και η σχέση της με την κοινωνική αλλαγή. Ερωτήματα του τύπου «πώς διαμορφώνονται οι συλλογικές παραστάσεις», «πώς συνδέεται η θρησκεία με την άνοδο του καπιταλισμού», «ποιος είναι ο διαμορφωτικός συσχετισμός μεταξύ του δυτικού πολιτισμού, της επιστήμης και των αξιών», «ποιο είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την ανάπτυξη του πολιτισμού», «γιατί η απομάγευση των κοινωνιών και η σύνδεσή της με την ολοένα και αυξανόμενη ορθολογικότητα» οδηγούν στην απογοήτευση και τη θεώρηση του πολιτισμού ως πηγή δυστυχίας;»

Το 6ο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η Δύση και οι λοιποί: Λόγος και εξουσία». Ποια είναι η Δύση και ποιοι είναι οι «λοιποί» και πώς διαρθρώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις; «Πότε η Δύση και γιατί ανακάλυψε τους λοιπούς; Πώς έγιναν οι εξερευνήσεις και ποιες ήταν οι συνέπειες της επέκτασης της Ευρώπης στις νέες χώρες; Τι είναι λόγος και ιδεολογία πιοια και η σχέση τους; Υπάρχει λόγος «αθώος» ή πάντα κάτι άλλο υποκρύπτεται στην «αθωότητα», δηλαδή η εξουσία; Τι είναι ο «άλλος» και ποιοι είμαστε «εμείς»; Τι σημαίνει «οριενταλισμός» και τι «καθεστώς αλήθειας» Ποιοι είναι αυτοί που διαφέρουν και γιατί διαφέρουν; Ποιοι είναι οι «ευγενείς άγριοι» και ποιοι οι «ποταποί»; Υπάρχουν «πρωτόγονα» και «εξευγενισμένα έθνη»; Πώς ενσωματώθηκε ο λόγος περί της Δύσης και των λοιπών άλλων στην κοινωνιολογία της εποχής μας; Αρκεί να καταλάβουμε τη νόημα της τελευταίας πρότασης του Α΄ τόμου που βρίσκεται σε ένα από τα παρατιθέμενα αποσπάσματα του έργου του Πήτερ Χιουλμ: «Η παρεξήγηση ενδημούσε: οι Άγγλοι είχαν σαφώς ελάχιστη αντίληψη για τις ιδέες των Ινδιάνων της Αμερικής για τα κοινοτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, όπως και οι Αλγκόνκουιαν είχαν ελάχιστη γνώση για τις αγγλικές ιδέες περί ατομικής ιδιοκτησίας.» Καταλαβαίνουμε, έτσι, ποιο ήταν, και παραμένει, ένα από τα κυριότερα –ίσως το κυριότερο διακύβευμα στην εποχή της μετάβασης στη νεώτερη κοινωνία.

Ο δεύτερος τόμος αφορά τη μεταβολή που βιώνουν στη Δύση οι δικές μας οι γενιές στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική και την κουλτούρα. Το πρώτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Φιλελευθερισμός, μαρξισμός και δημοκρατία». Κατίσχυσε το 1989 ο «φιλελευθερισμός» και επήλθε το τέλος των ταξικών συγκρούσεων και της ιστορίας; Ήρθε το τέλος του μαρξισμού ως κοσμοθεωρία ή υπάρχει μέλλον γι’ αυτόν; Θεωρείται, δηλαδή, αναγκαίος; Κι αν το θέμα δεν είναι αυτό αλλά η μετάβαση από τη νεωτερικότητα σε κάτι που ονομάστηκε μετανεωτερικότητα αλλά ακόμη μας προβληματίζει γιατί έχει χιλιάδες ανεξερεύνητες όψεις; Τι είναι σήμερα πολιτικά επιθυμητό αλλά και εφικτό; Υπάρχει μέλλον για τη δημοκρατία ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών;

Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην πιο κρίσιμη έννοια της περιόδου, δηλαδή την «παγκοσμιοποίηση».Υπάρχει μία «παγκόσμια κοινωνία» με τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά; Ποια είναι η λογική και η δυναμική της παγκοσμιοποίησης; Έχει παγκοσμιοποιηθεί ο πολιτισμός, η οικονομία, η πολιτική; Το εθνικό κράτος τι ρόλο παίζει; Διαλύθηκε ή ανανεώθηκε; Μπορεί να αναθεωρηθεί η έννοια της κυριαρχίας και της πολιτικής κοινότητας όπως τη γνωρίζουμε τα τελευταία 200 χρόνια; Πώς τοποθετείται η κοινωνιολογία απέναντι στο φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης»;

Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τον κατ’ εξοχήν παγκόσμιο πλέον πρόβλημα, δηλαδή τις «περιβαλλοντικές προκλήσεις». Ρυπαίνεται η ατμόσφαιρα; Τι γίνεται με τα γήινα απόβλητα και με την εξάντληση των πόρων; Πώς προσεγγίζεται η οικολογία, από την πλευρά του δρώντος υποκειμένου ή από την πλευρά της δομικής μεθοδου; Πώς συγκροτείται και πώς διαμορφώνεται η πράσινη πολιτική ιδεολογία απέναντι στην ανάγκη της κινητοποίησης των πολιτών όπου γης; Μπορεί να συνυπάρξουν καπιταλισμός με οικολογία, είναι δηλαδή εφικτός ένας πράσινος καπιταλισμός ή μήπως πρέπει να επιβληθούν όρια μέσα από διαρκή συλλογική επαγρύπνηση και κοινωνική κινητοποίηση;

Το τέταρτο κεφάλαιο είναι επικεντρωμένο στα ιδιαίτερα στοιχεία που διαμορφώνουν την εργασία στο σύγχρονο καπιταλισμό, δηλαδή ο «μεταβιομηχανισμός» και ο μεταγοφορντισμός. Εξετάζονται οι εξελίξεις στην οικονομία, το εύρος των αλλαγών και η ταχύτητα και ο ρυθμός τους. Ο πληροφοριακός τρόπος ανάπτυξης προσδιορίζει κατά βάση τις εργασιακές σχέσεις που διέπουν τη διαμάχη κεφαλαίου εργασίας σήμερα.

Το πέμπτο κεφάλαιο καταπιάνεται με τη σχέση κοινωνικού πλουραλισμού και μετανεωτερικότητας. Η πρώτη ματιά μας δείχνει ότι ο «μεταμοντερνισμός» που τείνει να κυριαρχήσει αποτελεί έκφραση της πολιτιστικής λογικής του «ύστερου καπιταλισμού». Γι’ αυτό και ένα πολύμορφο ρεύμα αντιστέκεται στο μεταμοντερνισμό και απορρίπτει τόσο ως μέθοδο ανάλυσης όσο και ως ουσιαστική ανάλυση της πραγματικότητας. Περαιτέρω ερωτήματα αφορούν τη σχέση μεταξύ κατανάλωσης και αναπαραστάσεων και της μετανεωρικότητας, τις νέες συνάφειες του μεταμοντερνισμού.

Το έκτο κεφάλαιο έρχεται ς ένα βαθμό να προεκτείνει την έρευνα του προηγούμενου κεφαλαίου, θέτοντας ευθαρσώς το «ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας που βρίσκεται πια σε βαθιά κρίση, όπως σε κατάσταση κρίσης είναι και το ίδιο το «ορθολογικό» νεωτερικό υποκείμενο, που πλέον θεωρείται «αποκεντρωμένο». Οι εθνικοί πολιτισμοί είναι ένα καλό παράδειγμα. Αποτελούν «αφήγηση», δηλαδη μια «φαντασιακή κοινότητα;» Ποιο ρόλο παίζει κι εδώ η παγκοσμιοποίηση; Πώς αναδιαμορφώνονται οι σχέσεις παγκόσμιου, τοπικού και εθνικού;. Οι «λοιποί» εισβάλλουν σήμερα στη «Δύση»; Τι σημαίνει αυτό για τη διαλεκτική των ταυτοτήτων; Αποτελεί ο «φονταμενταλισμός» κατάλληλη απάντηση στην παγκοσμιοποίηση ή παρακολουθούμε ένα ιδιαίτερο υβρίδιο;

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο, το «πρόταγμα του Διαφωτισμού που βρίσκεται σε φάση επανεξέτασης τίθεται υπό εντονότατη αμφισβήτηση. Έτσι πρέπει να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις που είναι γραμμένες στα άρθρα των Λυοτάρ, Χαμπερμας κ.α. και να πάρουμε θέση απέναντι στα ηθικο-πολιτικά ιδεολογήματα του μεταμοντερνισμού και των υπερασπιστών της νεωτερικότητας αλλά και των μαρξιστών που συνηθίζουν να μην δίνουν εύκολα στον καπιταλισμό και τους εκπροσώπους του τα διαπιστευτήριά τους αλλά μένουν απ’ έξω από το χώρο που δεν τους παρέχει πλέον ιδεολογικο-θεωρητικό κίνητρο.

Για να μη μακρηγορώ άλλο, θα δώσω το λόγο στον Ανδρέα Πανταζόπουλο για να μας μιλήσει πιο αναλυτικά και με κριτικό πνεύμα για τις περιπέτειες της πολιτικής φιλοσοφίας και θεωρίας στην μακρά περιπλάνηση από την εποχή της νεωτερικότητας σε αυτή της μετανεωτερικότητας. Κατόπιν η Γιάννα Αθανασάτου θα μας μιλήσει για την κριτική του «ορθολογικού υποκειμένου» που δομήθηκε ως «υποκείμενο» με βάση το φύλο και τις συνέπειες που είχε αυτή η κατασκευή για τη διαμόρφωση της νεωτερικότητας και των κοινωνιών στις οποίες ζούμε, δρούμε, εργαζόμαστε και ολοκληρωνόμαστε ως πολίτες.

Από τη δική μου πλευρά θα ήθελα να τονίσω ορισμένες όψεις αυτής της συζήτησης που σχετίζονται με την εργασία και τους τρόπους με τους οποίους μεταλλάσσεται ως έννοια σήμερα.

Κεντρικό στοιχείο κάθε οργανωμένης κοινωνίας είναι η «εργασία».Στη νεωτερικότητα, που για ένα μεγάλο αριθμό στοχαστών ταυτίζεται με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η μισθωτή εργασία βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομίας και των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτεί, δηλαδή την αντίθεση του κεφαλαίου και της εργασίας. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής στα χέρια μιας άρχουσας τάξης κεφαλαιοκρατών και η μαζικοποίηση των γραμμών της προλεταριακής τάξης των εργατών δίνει το στίγμα των κοινωνικών αγώνων και των ταξικών συγκρούσεων του 19ου και του 20ού αιώνα. Η μετάβαση από το φιλελεύθερο καπιταλισμό στο βιομηχανικό καπιταλισμό και το διαχωρισμό της διοίκησης των επιχειρήσεων από την ιδιοκτησία, δηλαδή με τη δημιουργία των μεγάλων πολυμετοχικών επιχειρήσεων και ορίζει την καπιταλιστική νεωτερικότητα του 20ού αιώνα. Η πλειονότητα των εργατών και των υπαλλήλων οργανώνονται στα συνδικάτα και στα εργατικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα για τη διεκδίκηση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους και μέσα από αυτούς τους αγώνες δημιουργούν τη δική τους κοινωνική ταυτότητα. Ορισμένες πρωτοποριακές ομάδες της εργατικής τάξης θα προχωρήσουν παραπέρα και θα προσπαθήσουν από κοινού με διανοούμενους, που δεν βρίσκονταν υπό την επιρροή ή την καθοδήγηση είτε των δυνάμεων του παλιού καθεστώτος είτε της καπιταλιστικής ηγεμονίας, να ανατρέψουν ή, έστω, να μεταρρυθμίσουν την καπιταλιστική κοινωνική δομή με κατεύθυνση το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η καταστροφή ολόκληρων κοινωνιών και η εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, παράλληλα με τη δράση των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων και την απειλητική ύπαρξη του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οδήγησαν στη μεταβολή της πολιτικής των καπιταλιστικών αρχουσών μερίδων και τάξεων στον ταξικό συμβιβασμό του κοινωνικού κράτους πρόνοιας που συγκροτήθηκε μετά το 1945. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ενισχύθηκε με τον ταξικό συμβιβασμό, την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο πολιτικό σύστημα και τη μείωση του επαναστατικού δυναμισμού της μιας και πια όλο και κάτι είχε να χάσει «εκτός από τις αλυσίδες της».

Η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του ’70 και η οποία συνοδευόταν από το πετρελαϊκό σοκ οδήγησε τις αστικές τάξεις και τους πολιτικούς εκπροσώπους της σε αλλαγή στρατηγικής, με σκοπό την ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την ανασύνθεση της άρχουσας τάξης. Η στασιμότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνικο-πολιτική άποψη, και η τελική κατάρρευσή του το 1989, συνέβαλε στην όξυνση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής κρίσης των εργατικών συνδικάτων και των σοσιαλδημοκρατικών και των κομμουνιστικών κομμάτων που επαγγέλονταν μια εντελώς διαφορετική κοινωνία. Άλλα δείγματα της κρίσης είναι: η μαζικοποίηση της εφεδρικής στρατιάς των ανέργων και η μεγάλη χρονική διάρκειά της, η μείωση των μόνιμων θέσεων πλήρους απασχόλησης και η υπερβολική αύξηση των αριθμών των απασχολούμενων με ελαστικές σχέσεις εργασίας (part-time, προσωρινά απασχολούμενοι, ενοικιαζόμενοι εργαζομενοι κλπ.), η αφαίρεση συμμετοχικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων, η μείωση δικαιωμάτων και παροχών στους συνταξιούχους και τους ασφαλισμένους, η τεχνολογική επανάσταση των υπολογιστώ και των δικτύων που δημιουργούν νέες τάξεις και στρώματα ενώ ταυτόχρονα καταστρέφουν ολόκληρους κλάδους εργαζομένων, ανειδίκευτων και ειδικευμένων. Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει και τίποτε δεν είναι όπως παλιά. Η εκμετάλλευση εντείνεται και η νέα άρχουσα τάξη των κεφαλαιούχων και των διαχειριστών των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και του κράτους ιδιοποιείται ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Αυτές οι εξελίξεις εξετάζονται και ερευνώνται στις σελίδες των κεφαλαίων που ασχολούνται με τα θέματα της οικονομίας και της εργασίας. Οι αντιθέσεις με τη μορφή των διπόλων είτε του τύπου «φορντισμός-μεταφορντισμός» είτε του «μοντερνισμού-μεταμοντερνισμού» αλλά και οι έννοιες της κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης, το τέλος της εργασίας και της εργατικής τάξης ως του επαναστατικού υποκειμένου συζητώνται στους δύο τόμους από στοχαστές όπως ο Μάνουελ Καστέλς, ο Ντείβιντ Χαρβεϋ, ο Αντρέ Γκορζ, ο Γιούρκεν Χάμπερμας, ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ κ.α.

Ας τους διαβάσουμε και ας προβληματιστούμε για τις επερχόμενες αλλαγές και ας συζητήσουμε τρόπους αντιμετώπισής τους.

Θανάσης Τσακίρης