Category Archives: ΅Πολιτική Οικονομία

Η εποχή των «μετα-» (του Θανάση Τσακίρη)

1. Η εποχή των «μετα-» Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

  • 2. Mεταμοντερνισμός • Ο μεταμοντερνισμός είναι αντίδραση στον μοντερνισμό. • Γι’ αυτό θα κατανοήσουμε τον μεταμοντερνισμό από ιστορική σκοπιά θα χρειαστεί πρώτα να κατανοήσουμε τον μοντερνισμό. • Έτσι …
  • 3. …μοντερνισμός είναι • Ο πειραματισμός με τις αναπαραστάσεις της πραγματικότητας • κατά το πρώτο μέρος του 20ού αιώνα • Αξιολογικές κρίσεις (δηλ. Υψηλή Κουλτούρα = καλή, χαμηλή κουλτούρα = κακή)
  • 4. Αρχιτεκτονική • Απλοποίηση της μορφής και εξάλειψη των «διακοσμητικών» και των «στολιδιών»
  • 5. Τέχνη • Πειραματισμοί με την αναπαράσταση των ανθρώπων.
  • 6. Πυρηνική Οικογένεια
  • 7. Μοντερνισμός Τέχνη: χαρακτηρίζεται από την • σκόπιμη και προσεκτική «παρέκκλιση» από την παράδοση και • χρήση νεωτεριστικών μορφών έκφρασης. Ο μοντερνισμός αναφέρεται στο ενδιαφέρον της περιόδου για: – Νέους τύπους χρωμάτων και άλλων υλικών – Έκφραση αισθημάτων, ιδεών, φαντασιώσιων και ονείρων αντί του οπτικού κόσμου (visual world ) που ούτως ή άλλως βλέπουμε. – δημιουργία αφαιρέσεων αντί της αναπαράστασης αυτού που είναι πραγματτκό – απόρριψη του νατουραλιστικού χρώματος – χρήση γκοφρέ, τραχιών (choppy), καθαρών ορατών πινελιών – αποδοχή της γραμμής, της μορφής, του χρώματος, της διαδικασίας ως έγκυρων θεμάτων ως τέτοια – εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέση: το κοινό παίζει…..

 

 

Advertisements

Για το βιβλίο του Piketty, το Κεφάλαιο και τις ανισότητες (του Πέτρου Σταύρου)

Για το βιβλίο του Piketty, το Κεφάλαιο και τις ανισότητες
του Πέτρου Σταύρου
http://rednotebook.gr/2014/06/piketty/
piketty_capital-750x418

O Γάλλος Οικονομολόγος Thomas Piketty θεωρείται από τους «ροκ» συγγραφείς, μιας και το βιβλίο του «Capital in the Twenty First Century» δημιούργησε απρόσμενο «θόρυβο» στην Αμερική (και όχι τόσο στη Γαλλία), διθυραμβικά σχόλια αλλά και σκληρές έως κατεδαφιστικές κριτικές. Το θέμα του βιβλίου είναι ο καπιταλισμός, το κεφάλαιο και οι μορφές που αυτό παίρνει αλλά, κυρίως, το ζήτημα της άνισης διανομής των κεφαλαιακών στοιχείων στον πληθυσμό των καπιταλιστικών οικονομιών.

Φαίνεται πως η Αμερική είναι η χώρα που θεωρεί τον καπιταλισμό ως εθνικό της «ιδίωμα» και γι” αυτό ίσως συναρπάζεται με κάθε αφήγηση γι” αυτόν. Εδώ, όμως, δεν θα επιμείνουμε σε μια πολιτισμική ανάλυσή του αλλά θα εξετάσουμε συνοπτικά τα βασικά ευρήματα του βιβλίου και τις διαπιστώσεις που κάνει, για να δούμε αν υπάρχουν πολιτικές συνεπαγωγές των οικονομικών συμπερασμάτων του.

Η διατύπωση του πρώτου θεμελιώδους νόμου του καπιταλισμού

Η λογιστική ταυτότητα a=r x β, σύμφωνα με τον Pikkety ισχύει σε κάθε καπιταλιστική οικονομία και σε κάθε εποχή, και είναι βασική διότι παρουσιάζει με απλό τρόπο τη σχέση μεταξύ τριών θεμελιωδών πραγμάτων, του μεριδίου του εισοδήματος που προέρχεται από το κεφάλαιο στο εθνικό εισόδημα (α), του ποσοστού κέρδους (r) ή της απόδοσης ανά έτος και του συσσωρευμένου πλούτου (β) σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Αν, για παράδειγμα, έχουμε συσσωρευμένο πλούτο που ισοδυναμεί με το 600% του εθνικού εισοδήματος και απόδοση κεφαλαίου 5%, τότε το μερίδιο του κεφαλαίου στο παραγόμενο εισόδημα είναι 30% [1].

Η διατύπωση του δεύτερου θεμελιώδους νόμου του καπιταλισμού

Ο συσσωρευμένος πλούτος (β) συνδέεται με τη φόρμουλα Harrod–Domar–Solow και είναι β = s/g, δηλαδή προσδιορίζεται από την αποταμιευτική–σωρευτική συμπεριφορά (s) και από την επιβράδυνση της παραγωγικότητας στον καπιταλισμό, μεταξύ άλλων, και λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Για ρυθμό ανάπτυξης g = 3%, το β υπολογίζεται γύρω στο 300% και προσδιορίζει τις καπιταλιστικές οικονομίες της δεκαετίας του 1970. Με ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, το β είναι 600% και προσδιορίζει την αυξημένη ανισότητα των καπιταλιστικών οικονομιών από το 2010 και μετά [2].

Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού

Τα παραπάνω οδηγούν στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, που εκφράζεται με την ανισότητα r > g. Ο ρυθμός ανάπτυξης των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών θα υπολείπεται συστηματικά από την απόδοση του κεφαλαίου, και αυτή η σταθερότητα της ανισότητας μας οδηγεί σε κοινωνικές ανισότητες που είχαν να εμφανιστούν από τον 19ο αιώνα. Οι προηγμένες χώρες δεν φαίνεται να μπορούν, μακροπρόθεσμα, να ξεπεράσουν ρυθμούς ανάπτυξης του 1–1,5%. Μόνο οι αναπτυσσόμενες χώρες φαίνεται να μπορούν να αντιστρέψουν την ανισότητα. Η αποκάλυψη της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού οδηγεί τον Piketty στο να διατυπώσει, σαν πιθανό μέτρο αντιμετώπισης των ανισοτήτων, την παγκόσμια προοδευτική φορολογία του κεφαλαίου. Βέβαια, κάτι τέτοιο απαιτεί παγκόσμια συνεργασία, πράγμα που εκτιμά ως σχεδόν ακατόρθωτο υπό τις παρούσες συνθήκες. Ο εθνικός χώρος, λοιπόν, παραμένει ο μοναδικός χώρος στον οποίο μπορεί με κάποιες στοιχειώδεις πολιτικές αναδιανομής να αντιμετωπιστεί η τάση του καπιταλισμού για διεύρυνση της ανισότητας. Το συμπέρασμα αυτό θυμίζει λίγο την πολύ μεγάλη κουβέντα που έγινε, πριν λίγες δεκαετίες, για τον φόρο Tobin στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, αλλά και τις ελάχιστες απόπειρες που υπήρξαν πραγματικά για τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

Τι είναι το κεφάλαιο τελικά;

Τώρα, όμως, ας προσπαθήσουμε να δούμε με ένα απλό παράδειγμα πού κάνει λάθος ο Piketty και τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Ας μεταφέρουμε τις υποθέσεις του Piketty στο μικροοικονομικό επίπεδο και ας δούμε πως αποτιμάται μια εταιρία ως χρηματικός τίτλος στο χρηματιστήριο. Ας υποθέσουμε ότι μια εταιρία αξίζει χρηματιστηριακά 200 εκ.€ και πως με απόδοση 10% έχει 20 εκ.€ κέρδη ανά έτος. Η οπτική του Piketty θα έλεγε πως έχουμε μια επιχείρηση που το συσσωρευμένο κεφάλαιο της σε πάγια, αυτήν την στιγμή, αξίζει 200 εκ.€, και πως με ένα ποσοστό κέρδους 10% παράγει κάθε χρόνο 20 εκ.€ κέρδη. Η οπτική αυτή είναι η οπτική ενός σύγχρονου «φυσιοκράτη». Ο συσσωρευμένος πλούτος, στη μορφή παγίων μιας επιχείρησης, και με ένα σταθερό ποσοστό κέρδους (από πού ορίζεται δεν μας λέει…) παράγει μια χρηματική μάζα αποδόσεων κάθε χρόνο. Ο συσσωρευμένος πλούτος και το ποσοστό κέρδους προσδιορίζουν, εξαρχής, το εισόδημα του κεφαλαιοκράτη με την μορφή κερδών, και το υπόλοιπα από το συνολικό παραγόμενο προϊόν της επιχείρησης, που απομένει αν διανείμουμε τα κέρδη, είναι οι μισθοί και τα εισοδήματα των άλλων παραγωγικών συντελεστών. Μένει στο κράτος να έρθει, σε μεταγενέστερο χρόνο, και να αποφασίσει αν θέλει με τη φορολογία να κάνει μια πιο δίκαιη διανομή του εισοδήματος.

Το κεφάλαιο, όμως, δεν είναι μόνο ο συσσωρευμένος πλούτος σε μορφή παγίων και η καπιταλιστική σχέση δεν είναι μόνο ανταλλαγή εμπορευμάτων. Στην εγχρήματη οικονομία που ζούμε το κεφάλαιο παίρνει την μορφή των απαιτήσεων (των κυρίαρχων τάξεων) επί του παραγόμενου προϊόντος και της μελλοντικής παραγωγής. Μάλιστα, στην εγχρήματη καπιταλιστική οικονομία κυριαρχεί το πιστωτικό χρήμα και όχι το χρήμα που «τυπώνει» η κεντρική τράπεζα.
Με βάση τα προηγούμενα, το παράδειγμα της χρηματικής αξίας της επιχείρησης μπορεί να επαναδιατυπωθεί ως εξής: Υπάρχει μια επιχείρηση που ως φυσικό κεφάλαιο, ως συγκεκριμένα μηχανήματα και πάγια στοιχεία, ως οργανωτική δομή, ως εργατικό δυναμικό με συγκεκριμένες δεξιότητες και ως μάζα προϊόντων που παράγει για συγκεκριμένες αγορές δημιουργεί 20 εκ.€ κέρδη το έτος. Η καθαρή παρούσα των μελλοντικών ροών κερδών της επιχείρησης με το επιτόκιο προεξόφλησης στο 10% είναι 200 εκ.€ και αυτά είναι η αξία της επιχείρησης [3].

Για ποια πολιτική ενάντια στις ανισότητες;

Τι μας λέει η επαναδιατύπωση της έννοιας του κεφαλαίου ως εγχρήματης απαίτησης επί του παρόντος και μελλοντικού προϊόντος, και όχι απλά ως συσσωρευμένα φυσικά στοιχεία που προσδιορίζουν το εισόδημα από κεφάλαιο; Ότι το μέλλον των πολιτικών ενάντια στην ανισότητα δεν είναι ένα «κλειστό σύμπαν», πως τα εργαλεία πολιτικής δεν περιορίζονται μόνο σε ρυθμιστικούς φόρους εκτόνωσης των εντάσεων, αλλά και σε στρατηγικές των κοινωνικών απαιτήσεων (των υποτελών τάξεων) επί του παραγόμενου προϊόντος που τροποποιούν, εντέλει, και τα χαρακτηριστικά του τρόπου παραγωγής του παραγόμενου προϊόντος. Ότι το εισόδημα του κεφαλαίου δεν προσδιορίζει, εξ υπολοιπού, το είσοδημα των εργαζομένων, αλλά και πως μπορεί να γίνει το αντίθετο χωρίς να οδηγηθούμε σε μια μη λειτουργική οικονομία. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ της σύγχρονης αριστερής και ριζοσπαστικής πολιτικής με την κεντροαριστερή διευθέτηση κάποιων κοινωνικών ανισοτήτων, εν είδη «βαλβίδας» εκτόνωσης.

Σημειώσεις

1. Thomas Piketty, Capital in the twenty first century, The Belknap Press of Harvard University Press, 2014.
2. Thomas Piketty – Gabriel Zucman, Capital is back, Wealth-Income Ratios in Rich Countries 1700-2010, July 2013.
3. Mehrling on Black on Capital

Κύκλος 4 – Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ

Ενότητα 1.1 ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Διδάσκοντες : δρ. Αθανάσιος Τσακίρης, δρ. Κώστας Κανελλόπουλος
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com
Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com
Σελίδα σεμιναρίου στο Facebook: http://www.facebook.com/Tsakthan2
Κύριοι άξονες του σεμιναρίου θα είναι σε γενικές γραμμές οι εξής:

• Ανθρώπινες ανάγκες και σύγχρονη οικονομία: από τον «οίκο» στην «οικονομία»
• Παγκοσμιοποίηση πέρα από την οικονομία
• Ηθική του Επιχειρείν

Αυτά τα θέματα θα τα εξετάσουμε μέσα από ένα πολύ-επιστημονικό πρίσμα και οι επιμέρους ενότητες θα είναι οι παρακάτω:

1) Εισαγωγή. Τι είναι «Πολιτική Φιλοσοφία».Aρχαία και νέα ερωτήματα: Πλάτων, Αριστοτέλης. Ουτοπίες και δυστοπίες.

2) Κοινωνικά Συμβόλαια: Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ

3) Πολιτική και Οικονομία Ι: Φυσιοκράτες, Άνταμ Σμιθ, Ρικάρντο

4) Πολιτική και Οικονομία ΙΙ: Σοσιαλισμός: Καρλ Μαρξ

5) Οικονομικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας-Κράτος πρόνοιας: Κέυνς, Πολάνυ

6) Κράτος και Διαμεσολάβηση: Ιδεολογίες και Πολιτικά Κόμματα

7) Προς την «αποδιαμεσολάβηση»; Ομάδες Συμφερόντων και Κοινωνικά Κινήματα. Θεωρίες επικοινωνίας και διαδίκτυο.

8) Παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό κράτος: Πώς μετασχηματίζεται το κράτος – Νεοφιλελευθερισμός και Τρίτος Δρόμος-Μεταβιομηχανική οικονομία και κοινωνία Φιλοσοφία, οικονομία, πολιτική στον 21ο αιώνα. Συμπεράσματα.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• HALL STUART, GIEBEN BRAM (2003)Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• HALL STUART, MCGREW ANTHONY, HELD DAVID (2003) Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΗΜΕΡΑ:ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Εκδ. Σαββάλα (Σειρά: Κοινωνικές Επιστήμες)
• AUDI ROBERT (ΕΠΙΜ.) ( 2011) ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ CAMBRIDGE. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ
• HEILBRONER ROBERT (2000)ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΖΩΗ, ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΚΡΙΤΙΚΗ
• MAURICE DUVERGER (1985) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: tsakthan@gmail.com , konkanel8@gmail.com

Ιστολόγιο μαθήματος: https://tsakthan2.wordpress.com

FACEBOOK σελίδα μαθήματος http://www.facebook.com/Tsakthan2

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ – ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ – ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ

Επιμέλεια: Θανάσης Τσακίρης

• Όταν ο Σερ Μάρτιν Σόρελ, διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου WPP που είναι κολοσσιαία διαφημιστική επιχείρηση, επισκέφτηκε την Google το περασμένο φθινόπωρο, ο Λάρρυ Πέιτζ, διευθύνων σύμβουλος της Google έστειλε ένα αυτοκίνητο για να τον παραλάβει από το ξενοδοχείο Ρόουζγουντ, 20 μίλια μακριά. Μόνο που δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο. Το LEXUS SUV οδηγούσε μόνο του, δίχως οδηγό.
• Ρεκόρ ανεργίας το 2013. Τα 202 εκατομμύρια θα φθάσουν οι άνεργοι παγκοσμίως
• Το 2012, η ανεργία σημείωσε άνοδο «αφήνοντας 197 εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς απασχόληση», δηλαδή 4 εκατομμύρια περισσότερους απ’ ό,τι το 2011 (193 εκατ.)
• Εν τω μεταξύ, καλπάζει ανεξέλεγκτη η ανεργία στην Ελλάδα.
• Αύξηση των εγγεγραμμένων ανέργων κατά 1,44% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και κατά 9,16% από τον Δεκέμβριο του 2011, δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), για τον Δεκέμβριο του 2012.
• Νέο ρεκόρ σημείωσε η ανεργία στη χώρα τον Οκτώβριο. Αυτή τη φορά σκαρφάλωσε στο 26,8% από 19,7% που ήταν τον Οκτώβριο του 2011 και 26,2% αντιστοίχως, τον Σεπτέμβριο του 2012.(ΕΛΣΤΑΤ)
• Τάσεις φυγής από την Ελλάδα έχουν οι μισοί Έλληνες από όσους βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία. Για ποιους λόγους και πόσο έτοιμοι είναι να φύγουν στο εξωτερικό για να εργαστούν Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του ομίλου παροχής υπηρεσιών ανθρώπινου δυναμικού «Adecco», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης, σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες, το 49%, ανέφεραν ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αναζητούν εργασία στο εξωτερικό και ένα επιπλέον 3% δήλωσε ότι έχει ήδη δεχθεί σχετική πρόταση, την οποία και εξετάζει.
• Αναφερόμενοι σε άλλα μέλη του νοικοκυριού τους, 30% όσων συμμετείχαν στην έρευνα απάντησαν ότι τουλάχιστον άλλο ένα μέλος του αναζητά εργασία στο εξωτερικό.
• Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, τα ισχυρότερα κίνητρα για μετακίνηση στο εξωτερικό, είναι η υψηλή ανεργία και η ύφεση. Το 36% προβάλει ως κύριο λόγο την ανεργία και την αδυναμία πρόσβασης ή επανένταξης στην αγορά εργασίας, το 29% την έλλειψη προοπτικής και μόλις το 12% τους χαμηλούς μισθούς στην Ελλάδα.
• Επίσης, το 39% δήλωσε ότι δεν εργάζεται τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ, από το υπόλοιπο 61%, ποσοστό 48% εργάζονται με σχέση πλήρους και 13% με σχέση μερικής απασχόλησης.
• Η πλειονότητα όσων δεν εργάζονται δήλωσαν ότι βρέθηκαν εκτός αγοράς εργασίας μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους από τον προηγούμενο εργοδότη τους, με ένα σημαντικό ποσοστό, 30%, να δηλώνουν επίσης ότι παραμένουν άνεργοι εδώ και περισσότερο από δύο χρόνια.
• Επίσης, στο ερώτημα τι έχει να τους προσφέρει η εργασία στο εξωτερικό, ποσοστό 63% απάντησαν ότι προσβλέπουν σε υψηλότερες οικονομικές απολαβές, 58% σε καλύτερη ποιότητα ζωής και 47% σε μία πιο αξιοκρατική επαγγελματική εξέλιξη. Σχετικά, με τον ελάχιστο επιδιωκόμενο μισθό, 29% του δείγματος απάντησε ότι θα μετοικούσε για ένα μισθό ύψους 2.000 ευρώ, με ποσοστό 28% να δηλώνει ότι θα μετοικούσε ακόμη και για ένα μισθό της τάξεως των 1.500 ευρώ.
• Ακόμη, σε ποσοστό 14% απάντησαν ότι αναζητούν θέσεις σχετικές με το αντικείμενό τους, 34% ότι αναζητούν μία θέση σε όσο το δυνατόν πιο συναφές αντικείμενο, ενώ 51% εμφανίζονται έτοιμοι να εξετάσουν δυνατότητες διαφορετικές από την ειδικότητά τους.
• Περισσότεροι από τους μισούς (53%) δήλωσαν ότι είναι αποφασισμένοι να φύγουν από την Ελλάδα αμέσως μόλις βρεθεί μια θέση εργασίας σε κάποια άλλη χώρα, ενώ 41% απάντησαν ότι θα μετοικήσουν μόνο στην περίπτωση που το αντικείμενο της εργασίας τούς ικανοποιεί.
• Το διαδίκτυο φαίνεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό.
• Το 42% των ενδιαφερόμενων πρόβαλαν ως κύριο μέσο αναζήτησης τις ιστοσελίδες επαγγελματικής δικτύωσης, το 37% δήλωσαν ότι ενημερώνονται πρωτίστως από τις ιστοσελίδες των εταιρειών του εξωτερικού που τους ενδιαφέρουν και το 33% απάντησαν ότι αντλούν τη σχετική πληροφόρηση μέσω ελληνικών ιστοσελίδων ανακοίνωσης θέσεων εργασίας που αναρτούν και αγγελίες για το εξωτερικό. Αντίστοιχα το 16% αναφέρει ότι επιλέγει για την πληροφόρησή του εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες ανθρώπινου δυναμικού.
• Σε ό,τι αφορά τις χώρες προορισμού, το 70% φαίνονται να προτιμούν τις ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία κλπ), το 45% τις ανεπτυγμένες χώρες εκτός ΕΕ (ΗΠΑ, Αυστραλία κλπ), ενώ ένα 12% δείχνει να επικεντρώνει τις προσπάθειές του σε αναπτυσσόμενες χώρες εκτός ΕΕ (Μέση Ανατολή κλπ).
• Στην ερώτηση για το ποιοι είναι οι λόγοι που λειτουργούν ανασταλτικά για την αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό, 32% απάντησαν ότι αποθαρρύνονται λόγω των συναισθηματικών τους δεσμών με την Ελλάδα, 14% ότι δεν προχωρούν σε μια τέτοια απόφαση εξαιτίας της φροντίδας εξαρτημένων μελών (π.χ. παιδιά, ηλικιωμένοι) και 10% επειδή για την ώρα είναι ικανοποιημένοι από την επαγγελματική/οικονομική τους κατάσταση.
• Η έρευνα διεξήχθη μέσω διαδικτύου πανελλαδικά, σε δείγμα 400 ατόμων άνω των 18 ετών με τη χρήση του ερευνητικού εργαλείου Digipoll της Wizzard.

Μιλούν άνεργοι/ες
http://www.dailymotion.com/video/xwa9jx_yyyyy-yyyyyy-yyyyyyyyyyyyy_news
http://www.dailymotion.com/video/xwa8kt_yyyyyy-yyyyyyyy-yyyyyyyyyyyyy_news
http://www.dailymotion.com/video/xwa8rg_yyyyyy-yyyyyyyy-yyyyyyyyyyyyy2_news

ΠΗΓΕΣ:
Miguel Helft (2013) “Larry Page look ahead”, Περιοδικό FORTUNE (EUROPE EDITION) vol. 167, no.1, 14/1/13
http://news247.gr

Βιβλιογραφία 11

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
WEBER MAX

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Η μελέτη που μεταφράσαμε αποτελεί διάλεξη, που έκανε ο Max Weber το 1918 στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και τη δημοσίευσε το 1919. Τον ίδιο χρόνο, ο Max Weber έδωσε στο ίδιο Πανεπιστήμιο την άλλη πολύκροτή του διάλεξη «Η επιστήμη ως επάγγελμα» που, μαζί με την «πολιτική ως επάγγελμα», μας δίνει συμπυκνωμένα την πείρα της ζωής του. Οι δύο αυτές διαλέξεις έγιναν μόλις τελείωσε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Με τις διαλέξεις αυτές, ο Max Weber προσπάθησε να βοηθήσει ιδίως του νέους, να βγουν από την πνευματική, ηθική και πολιτική σύγχυση, που ακολούθησε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η γενιά μας ακόμη δεν βγήκε από μιαν ακόμη πιο βαθειά σύγχυση, που ακολούθησε το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί λοιπόν να καταλάβει κανένας το αίτημα της εποχής εκείνης, πού ώθησε τον Max Weber να κάνει τις δύο αυτές διαλέξεις, οι οποίες διατηρούν ακέραιη την επικαιρότητά τους και σήμερα. (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

ΚΡΑΤΗ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
MICHAEL MANN
επιμέλεια: Μανούσος Μαραγκουδάκης
μετάφραση: Ελένη Τσερεζόλε

Εκδ. Κριτική
Ο Michael Mann αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς και πολιτικούς κοινωνιολόγους της εποχής μας. Στο βιβλίο αυτό, που αποτελεί συλλογή άρθρων που γράφηκαν τα τελευταία 30 χρόνια, ο Mann εξετάζει τη στενή διαλεκτική σχέση μεταξύ κρατών, πολέμου και οικονομίας, καταδεικνύοντας ότι μια συνολική θεώρηση του ενός προαπαιτεί τη θεώρηση και των υπολοίπων παραγόντων. Με αφετηρία το κεφάλαιο περί αναλυτικής αυτονομίας του κράτους έναντι της οικονομίας, ο Mann προχωρά στην ιστορική ανάλυση της δημιουργίας των πρώτων ιστορικών κρατών και αυτοκρατοριών, την ανάδυση των ευρωπαϊκών δυναστικών κρατών του Μεσαίωνα, αναλύει την διαλεκτική σχέση κρατών, τάξεων και εθνικισμού, την πορεία του μιλιταρισμού στη νεωτερική Ευρώπη και την τυχαία πτώση της από το προσκήνιο της ιστορίας, και εξηγεί τους λόγους που οδηγούν πρωτοποριακά έθνη στην παρακμή.

ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ-ΣΧΕΣΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

JESSOP BOB
Επιμέλεια: Γιώργος Τσιρής
μετάφραση: Χρήστος Μπουκάλας

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Ο Bob Jessop παρουσιάζει εδώ μια ενημερωμένη καταγραφή της διαλεκτικής μεταξύ δομής και στρατηγικής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Ενώ προηγούμενη εργασία του επισκοπούσε κριτικά άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις στο κράτος, η παρούσα εστιάζει στην ανάπτυξη της δικής του «στρατηγικής-σχεσιακής» προσέγγισης. Παρουσιάζει τις κύριες πηγές της, περιγράφει την εξέλιξή της, εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή σε τέσσερις θεματικές, και σκιαγραφεί ένα στρατηγικό-σχεσιακό ερευνητικό πρόγραμμα. Έτσι, το βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια πλήρη θεωρητική έκθεση της προσέγγισης, καθώς και οδηγίες για την εφαρμογή της. Στα κύρια στοιχεία του βιβλίου περιλαμβάνονται: μια ανασκόπηση πρόσφατων εξελίξεων στο πεδίο της θεωρίας κράτους και της πολιτισμικής στροφής στην πολιτική οικονομία• κριτικές στρατηγικές-σχεσιακές αναγνώσεις μεγάλων θεωρητικών του κράτους – του Marx, περί πολιτικής εκπροσώπησης• του Gramsci, περί χωρικότητας της κρατικής εξουσίας• του Πουλαντζά, περί κράτους ως κοινωνικής σχέσης• και του ύστερου Foucault, περί τεχνικής της κρατικότητας• εφαρμογές της στρατηγικής-σχεσιακής προσέγγισης σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν το σύγχρονο κράτος: την έμφυλη επιλεκτικότητά του, το μέλλον του εθνικού κράτους, τη χρονική επικυριαρχία του κράτους, και τη σημασία της πολυκλιμακικής μεταδιακυβέρνησης στην Ευρώπη για το γενικότερο μέλλον του κράτους. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια σειρά προτάσεων για μελλοντική στρατηγική-σχεσιακή έρευνα στην πολιτική οικονομία και τη θεωρία κράτους. (…) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας

του Θανάση Τσακίρη

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας.

Ο πιο συνήθης ορισμός των εργασιακών σχέσεων είναι ο νομικός, που τις ορίζει
– ως συλλογικές διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο
– ως διαδικασίες προσλήψεων, προαγωγών, επιβολής ποινών, καταγγελίας σύμβασης και απόλυσης, απόδοσης αποζημιώσεων και συνταξιοδότησης
– ως διαιτησία (υποχρεωτική ή προαιρετική).
Επίσης ως εργασιακές σχέσεις ορίζονται οι συνθήκες εργασίας, η συμπεριφορά των εργαζομένων μέσα στο εργασιακό περιβάλλον και η απόδοσή τους σε σύγκριση με τους στόχους της επιχείρησης ή του οργανισμού. Συνοπτικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι οι εργασιακές σχέσεις περιλαμβάνουν όλες τις διαστάσεις των σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.

Η εργασιακή σχέση είναι σχέση εξουσίας. Eξουσία είναι «η ικανότητα να επηρεάζουμε την συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου μέσω κάποιας μορφής κύρωσης». ή αλλιώς «η ικανότητα ενός δρώντος υποκειμένου να επιτύχει τους στόχους του παρά την αντίσταση».Όμως, η έννοια της εξουσίας δεν έχει μόνο αυτή τη διάσταση. Η τρισδιάστατη άποψη για την εξουσία δίνει επιπλέον έμφαση στο ρόλο των πολιτικών συμφερόντων και ασπάζεται τη θέση ότι οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων μπορούν να τροποποιούνται και να διαμορφώνονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Η εξουσία δεν ενοικεί μόνο στους επίσημους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς αλλά είναι μια ιδιότητα που είναι διάχυτη στο πλαίσιο ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων. Η εξουσία είναι παντού, όχι επειδή αγκαλιάζει τα πάντα, αλλά επειδή προέρχεται από παντού. Ο εργοδότης έχει το σύννομο δικαίωμα να διευθύνει τις εργασίες και να κατευθύνει τις προσπάθειες προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Από την άλλη πλευρά, ο μισθωτός εργαζόμενος μπορεί –άτυπα και ανεπίσημα- να ματαιώσει την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Συνεπώς, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, οι εργασιακές σχέσεις αποτελούν ένα πεδίο αντιπαράθεσης, παρ’ όλη τη φιλολογία περί εργασιακής γαλήνης και τήρησης του συμβολαιϊκού χαρακτήρα τους και από τα δύο μέρη ως δείγμα καλής πίστης που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών. Συνεπώς, πρόκειται για συσχετισμό δυνάμεων.

Μια διάσταση των εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια του συγκρουσιακού χαρακτήρα είναι η μάχη για το χρόνο εργασίας. Αυτή η μάχη αφορά τον «ελεύθερο χώρο» μεταξύ της σχετικής και της απόλυτης υποταγής και πειθαρχίας που απαιτεί η καπιταλιστική παραγωγή. Με άλλα λόγια, αφορά τον αγώνα για τον τρόπο χρήσης και κατανάλωσης της εργατικής δύναμης στο πλαίσιο της εργασιακής διαδικασίας.

Οργάνωση της εργασίας και εργασιακές σχέσεις
Από τον καιρό της αρχαίας Κίνας και της Αθηναϊκής Δημοκρατίας υπάρχουν αναφορές σχετικά με την κατανομή της εργασίας. ο Πλάτωνα (Πολιτεία) μιλούσε για την «αρχή του καταμερισμού της εργασίας» σε μια κοινωνία που δεν εκτιμούσε την εργασία ως καθήκον των ελεύθερων πολιτών. Ο φιλόσοφος Meng-tzu συνέλαβε την ιδέα των μοντέλων και συστημάτων που σήμερα αποκαλούμε «τεχνικές διοίκησης παραγωγής» και τόνισε την αξία και τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας. Όσο προχωρούσε η ανθρώπινη ιστορία προς την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση τόσο αναπτύσσονταν θεωρητικά μοντέλα και πρακτικές καταμερισμού της εργασίας.

Τεϊλορισμός και Φορντισμός

Από αυτά κυρίαρχος κατά την εποχή της μαζικής παραγωγής ήταν ο Τεϊλορισμός. Αρχικά ο κοινωνιολόγος Max Weber με βάση το ορθολογικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης έδωσε έμφαση στον ορθολογισμό αλλά δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με βασικές παραμέτρους του ούτε και με το ρόλο της διοίκησης στη λειτουργικότητα του συνόλου. Το έκανε ο Frederick Taylor, ο οποίος παρατηρούσε τη διαδικασία εκτέλεσης των διαφόρων εργασιών, αναζητώντας τον άριστο τρόπο πραγματοποίησής τους. Επεδίωκε να βελτιωθεί η αμοιβή του εργαζόμενου με παράλληλη αύξηση της παραγωγικής απόδοσής τους. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν την εργασία τους πιο έξυπνα και πιο συνειδητά. Μέθοδος ήταν «η επιστημονική οργάνωση της εργασίας» και γενικός στόχος η μεγιστοποίηση του κέρδους. Επιμέρους στόχοι ήταν η μείωση των άσκοπων καθυστερήσεων και της σπατάλης του χρόνου με μελέτη του χρόνου και των κινήσεων. Ο εργάτης αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο της παραγωγής, το οποίο αφού γίνει γνωστό σε κάθε λεπτομέρειά του μπορεί με τις κατάλληλες επεμβάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις συγκεκριμένες έρευνες, να αποδώσει τα μέγιστα. Βασική θέση του Taylor είναι ότι υπάρχει ένας άριστος τρόπος εκτέλεσης κάθε καθήκοντος, κάθε εργασίας, κάθε διαδικασίας. Η κάθε θέση, ο κάθε εργασιακός ρόλος, είχε ως προαπαιτούμενο συγκεκριμένα, καταγεγραμμένα προσόντα και δεξιότητες. Σε γενικές γραμμές επιδίωκε την κατασκευή ενός σκληρού οργανωτικού πυρήνα που εξασφαλίζει την «αποπροσωποποίηση», την «αντικειμενική στελέχωση» και αναπαραγωγή της παραγωγικής διαδικασίας. Τελικός σκοπός ήταν η εξαφάνιση αβεβαιότητας στην εκτέλεση του καθήκοντος. Ο εργάτης δεν είχε καμία δυνατότητα να πράξει σύμφωνα με την επιλογή του. Ο εργασιακός του ρόλος προσδιόριζε λεπτομερειακά κάθε ενέργειά του, με αποτέλεσμα η όλη του εργασιακή συμπεριφορά να είναι πλήρως προβλέψιμη και κατευθυνόμενη. Κάθε λειτουργία που απαιτείτο για να παραχθεί ένα αντικείμενο ή ένα μέρος του αναλύθηκε και μελετήθηκε με σχολαστική ακρίβεια και όλες οι περιττές κινήσεις καταργήθηκαν. Σε αντιστάθμισμα της μονοτονίας εισήχθησαν σειρές κινήτρων για την κινητοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού. Έτσι εγκαινιάστηκε η πριμοδότηση των εργατών με οικονομικά κίνητρα για την αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας της εργασίας. Προσπάθησαν να τονώσουν την εργασιακή συμπεριφορά και διαμόρφωσαν ένα μέσο όρο μισθού, που δινόταν σε κάθε εργαζόμενο κι από εκεί και πέρα, ανάλογα με την συνεισφορά του καθενός στην αύξηση της παραγωγικότητας, προσφερόταν ένα επιπλέον χρηματικό ποσό (μισθός με το κομμάτι).

Το μοντέλο αντιμετώπισε σφοδρή κριτική. Ο Harry Braverman θεώρησε ότι ο Τεϋλορισμός είναι «ο καπιταλιστικός τρόπος διοίκησης».Σημαντικό στοιχείο στη θεωρία του Taylor αποτελεί η έννοια του ελέγχου. Η διοίκηση δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον εργάτη γιατί μεταξύ αυτού και του εργοδότη υπάρχει συγκρουσιακή κατάσταση που πηγάζει από την προτεραιότητα του κέρδους στον καπιταλισμό σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου. Άμεση συνέπεια της εστίασης και της προβολής του ελέγχου ήταν ο διαχωρισμός του σχεδιασμού από την εργασία και της πνευματικής από την χειρωνακτική εργασία. Ο διαχωρισμός και υποβάθμιση της εργασίας σε ένα μονότονο σύνολο με την ταυτόχρονη αναβάθμιση του διοικητικού έργου συνεπάγεται την αποειδίκευση του εργάτη και την υποταγή του στα κελεύσματα της εργοδοσίας. Τον παραλογισμό του μοντέλου του Taylor έδειξε με το μοναδικό και απαράμιλλο τρόπο ο μεγάλος κινηματογραφικός κωμικός Τσάρλυ Τσάπλιν (Σαρλό για τους/τις παλαιότερους/ες) στην εκπληκτική σάτιρα Μοντέρνοι Καιροί.

Ο Φορντισμός διαφέρει από τον Τεϋλορισμό καθώς ασχολείται και με την κατανάλωσή των παραγόμενων προϊόντων από το αγοραστικό κοινό. Δεν ήταν μόνο θέμα μείωσης κόστους παραγωγής. Σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν συντονισμένα δίκτυα προώθησης και πώλησης των προϊόντων και με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων πώλησης (μάρκετινγκ – διαφήμιση) επηρέαζαν τις καταναλωτικές συνήθειες. Η μαζική παραγωγή συνεπάγεται (και προϋποθέτει) μαζική κατανάλωση. Συνεπώς, ο φορντισμός έγινε ένα μοντέλο ρύθμισης σε γενικότερη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο εργάτης δεν αντιμετωπίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος ως απλός φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που ο ίδιος παράγει. Όμως, η αντίληψη τόσο του Τεϋλορισμού όσο και του Φορντισμού αγνοεί τις ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προσεγγίσεις της εργασιακής συμπεριφοράς, μελετώντας την σε εργαστηριακό κενό και με ατομικιστικό τρόπο.

Η εστίαση στο τυπικό επίπεδο των οργανωτικών σχέσεων και η εργαλειακή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως στοιχείου της παραγωγής προσδίδουν μονομέρεια στη συγκεκριμένη θεώρηση της οργάνωσης. Κι αυτό το κενό ήλθε να καλύψει η θεωρία των ανθρωπινών σχέσεων, με πρόδρομο τον Henri Fayol που ερεύνησε το φαινόμενο της οργάνωσης της εργασίας στο μακρο-επίπεδο και προσπάθησε να διατυπώσει κάποιους γενικούς αφηρημένους κανόνες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως το βασικό πλαίσιο συγκρότησης της οργανωτικής πραγματικότητας. Η ορθολογικοποίηση της οργάνωσης τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό (ομαδικό) ή ατομικό μπορεί να οδηγήσει στη λειτουργική αναδιάρθρωση της οργάνωσης. Η πρακτική έκφραση του ορθολογισμού ήταν ο σχεδιασμός, η τμηματοποίηση και εξειδίκευση των επιμέρους έργων και καθηκόντων με σαφή και κανονιστικό τρόπο. Η πρότασή είχε δύο βασικά στοιχεία: σημασία συντονισμού και εξειδίκευσης στην ιεραρχικά δομημένη πυραμίδα. Η εκτέλεση των καθημερινών εργασιών πρέπει να γίνεται από τους υφιστάμενους και ο προϊστάμενος να μπορεί απερίσπαστος να αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που ξεφεύγουν από τα καθημερινά πλαίσια. Ο Fayol εισάγει στην οργανωτική θεωρία μια σειρά στοιχείων που βοηθούν στην πληρέστερη διερεύνηση της οργανωτικής συμπεριφοράς: εξουσία, πειθαρχία, καταμερισμός και εξειδίκευση, ανταμοιβή εργαζόμενου, μονιμότητα του προσωπικού. Η μονιμότητα αναλύεται ως ψυχολογικό στοιχείο που προσφέρει ουσιαστική αφοσίωση του εργαζόμενου στο καθήκον του. Παράλληλα προφέρει και στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων εξομαλύνοντας τις αντιθέσεις δημιουργώντας κλίμα συνέχειας και αναπαραγωγής των σχέσεων. Το πρόβλημα της θεωρίας του Fayol ήταν ότι κινιόταν σε αφηρημένο επίπεδο διατύπωσης τυποποιημένων και αφηρημένων αρχών χωρίς εξέταση ιδιομορφιών.

Συνέπεια της θεωρίας του Fayol ήταν να εγκαθιδρυθεί η νέα σχολή των Ανθρωπίνων Σχέσεων από τον Elton Mayo. Η κριτική του εστιάστηκε στο ότι η κυρίαρχη μέχρι τότε θέση στην οργανωτική θεωρία ήταν μονομερής και αντιμετώπιζε το οργανωτικό φαινόμενο στη βάση μιας ψυχρής ορθολογικότητας και υποστήριζε ότι βασική παράμετρος που κατευθύνει τις εκάστοτε συμπεριφορές ήταν η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους.
Ο βασικός πυρήνας των απόψεων της νέας σχολής προήλθε από μια σειρά πειραμάτων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των ερευνών Hawthorn (προάστιο του Chicago όπου ήταν το εργοστάσιο ανταλλακτικών τηλεφωνικών συσκευών της Western Electric Co.) για τη μελέτη της στάσης και της συμπεριφοράς των εργαζομένων Έτσι συντελείται το πέρασμα από το μακροσκοπικό στο μικροσκοπικό επίπεδο. η ανθρώπινη συμπεριφορά θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα πολύπλοκο σύνολο του οποίου η παρακίνηση μέσω οικονομικών κινήτρων αποτελούσε μόνο μία πτυχή. Ο εργαζόμενος θα μπορούσε να συμμετάσχει πιο ενεργά στην αύξηση της παραγωγικότητας με χρησιμοποίηση και άλλων τεχνικών (κοινωνικών, ψυχολογικών). Βασική θέση ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας που επηρεάζεται από 3 παράγοντες:
α) φυσικό περιβάλλον της επιχείρησης
β) εργασιακή συμπεριφορά των εργαζομένων
γ) οικονομικά κίνητρα
Στα νέα πειράματα του Mayo διερευνάται:
α) η συμπεριφορά των εργατών απέναντι στην εργασία τους, και
β) η συμπεριφορά των εργατών όχι ως ατόμων αλλά ως μελών μιας ομάδας, δηλαδή ως συλλογικών και όχι ως ατομικών υποκειμένων.
Η δεύτερη διάσταση είναι που έφερε στην οργανωτική θεωρία την ανάλυση των άτυπων σχέσεων.
Έτσι, σημασία πλέον αποκτούν για τη εξήγηση της οργανωτικής συμπεριφοράς συνολικά η κοινωνική οργάνωση και οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στο πλαίσιο του εργοστασίου, που περιβάλλουν και «κοινωνικοποιούν» τον εργαζόμενο διαμορφώνοντάς του μία συγκεκριμένη στάση απέναντι σε καταστάσεις και γεγονότα. Για πρώτη φορά έρχεται στο φως η οργανωτική πραγματικότητα ως ένα πολύπλοκο δίκτυο διαντιδράσεων και συμπεριφορών, δηλαδή ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια από καμία καταγραφή όσο λεπτομερής και αν είναι.
Οι νέες βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η κατανόηση της εργασιακής συμπεριφοράς ήταν:
α) η ομάδα
β) οι ενδοομαδικοί κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς
γ) η άτυπη μορφή οργάνωσης
Η καθημερινή επαφή του μεμονωμένου εργαζόμενου με την ομάδα των εργαζομένων, τα κοινά συμφέροντα και η κοινή αντίληψη «δένουν» τον εργαζόμενο.
Η ισχύς αυτών των άτυπων σχέσεων είναι τόσο δεσμευτική ώστε τις περισσότερες μορφές κυριαρχεί απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία του ατόμου, ακόμη και σε εντολές της διοίκησης της επιχείρησης. Η ανάγκη ένταξης σε μία ομάδα, η επιβεβαίωση, η επιβράβευση, η αποδοχή από τους ομοίους αποτελούν ισχυρούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν την μη οικονομικά ορθολογική συμπεριφορά των εργαζομένων.

Ο Abraham Maslow προσπάθησε να δείξει στους διοικούντες πώς να υποκινήσουν τους εργαζόμενους ώστε να ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στο εργασιακό καθήκον τους. Η διαδικασία της υποκίνησης του εργαζόμενου αποτελεί ένα πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ των αναγκών του εργαζόμενου από τη μια και από την άλλη των στόχων της επιχείρησης με τη μεσολάβηση μεταξύ των δύο αυτών, των κινήτρων, που χρησιμοποιεί η διοίκηση για να οδηγήσει τον εργαζόμενο στην αύξηση της εργασιακής του παραγωγικότητας. Πρόκειται για δυναμική κατάσταση όπου το πρωταρχικό στοιχείο είναι η ύπαρξη συνειδητών ή/και ακόμα ασυνείδητων αναγκών. Η ανάγκη παράγει τα κίνητρα. Το κίνητρο είναι μια μορφή πίεσης προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες. Το κίνητρο οδηγεί στον προσδιορισμό στόχων, που δεν είναι τίποτε άλλο από την κάλυψη της ίδιας της ανάγκης. Η πραγματοποίηση του στόχου στη συνέχεια οδηγεί στην κάλυψη της ανάγκης που τον δημιούργησε και, σε τελευταία ανάλυση, στην κατάργηση του κινήτρου, εφόσον πραγματοποίησε το έργο του. Η υποκίνηση, βέβαια, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, διαστάσεις του οποίου αποτελούν μια πληθώρα εξωτερικών και εσωτερικών μεταβλητών, που μεταβάλλοντα χωροχρονικά.

Βασική θέση της θεωρίας του Maslow είναι ότι ο άνθρωπος αποτελεί μια οντότητα η οποία αδιάκοπα προσβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών του. Η διαδικασία κάλυψης των αναγκών είναι αδιάκοπη, μιας και μόλις καλυφθούν κάποιες ανάγκες, το άτομο στρέφεται αυτόματα στην κάλυψη κάποιων άλλων επόμενων αναγκών:
• Φυσιολογικές ανάγκες. Τις ανάγκες της επιβίωσης, αυτές που με την ικανοποίησή τους κρατιόμαστε στην ζωή.
• Οι ανάγκες ασφάλειας που είναι δημιουργήματα των συναισθημάτων της αυτοσυντήρησης.
• Κοινωνικές ανάγκες. Η ανάγκη για αγάπη, η σύνδεση με άλλους, η ένταξη σε ομάδα, η φιλία.
• Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους άλλους. (Φήμη, κύρος, εκτίμηση, σεβασμός)
• Η ανάγκη για αυτοολοκλήρωση, αυτενέργεια και αυτοανάπτυξη.
Όμως, παρά τη σχηματικότητά της και την έλλειψη εμπειρικής τεκμηρίωσής της, η θεωρία του Maslow είχε ορισμένα αποτελέσματα στην οργανωσιακή θεωρία.
Π.χ. αν θέλουν οι διοικήσεις να κινητοποιήσουν την εργασιακή συμπεριφορά οφείλουν να λάβουν υπόψη τους το αίσθημα ασφάλειας που επιθυμούν να αισθάνονται οι εργαζόμενοι, που είναι ιδιαίτερα ισχυρό στην εποχή μας (λ.χ. μαζικές απολύσεις λόγω τεχνολογικής και οργανωτικής αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων, άπιαστοι ατομικοί στόχοι κ.ο.κ). Η πρακτική έκφραση των προτάσεων του Maslow είναι η διαμόρφωση ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο το άτομο (ή ορθότερα η οργάνωση) θα κατορθώνει να καλύπτει τις ανάγκες του ατόμου για ικανοποίηση και αυτοεπιβεβαίωση.

Σημερινές τάσεις
Με το πέρασμα των ετών, οι εργάτες μέσα από τα συνδικάτα τους αγωνίστηκαν και κέρδισαν υψηλότερους μισθούς, παροχές και επιδόματα καθώς και ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής και ικανοποιητικές συντάξεις. Όμως, κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, οι περικοπές και ο περιορισμοί των μεγεθών των επιχειρήσεων και των εργασιών οδήγησαν ουσιαστικά στη μείωση πολλών από τις παροχές αυτές. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επιτρέπουν την αγορά μετοχών τους από τους εργαζόμενους σ’ αυτές, ενώ άλλες φροντίζουν για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλιά τους ή στις επιτροπές εργασιακών παραπόνων. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επίσης παρέχουν ειδικές ευκαιρίες για κατάρτιση και προαγωγή στους εργαζόμενους που επιθυμούν να προωθηθούν, και ορισμένες έκαναν προσπάθειες για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων όπως αυτά της εργασιακής ασφάλειας και ενός εγγυημένου ετήσιου μισθού.

Οι σύγχρονες τεχνολογικές επιστημονικές τάσεις (Η/Υ, ηλεκτρονική, θερμοδυναμική και μηχανική) έχουν κάνει πραγματικότητα τις αυτόματες και ημιαυτόματες μηχανές.
Η ανάπτυξη αυτού του αυτοματισμού επιφέρει μια «δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και προκαλεί τεράστιες αλλαγές στο εμπόριο καθώς και στους τρόπους οργάνωσης της εργασίας. Αυτές οι τεχνολογικές μεταβολές και η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προϊόντων επέφεραν επίσης αλλαγές στις πρακτικές βιομηχανικής διοίκησης. Π.χ. στη Σουηδία κατά τη δεκαετία 1960-70, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανακάλυψαν ότι ήταν δυνατή η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω συστήματος ομαδικής συναρμολόγησης. Σε αντίθεση με το παρελθόν όπου ένας εργάτης ήταν υπεύθυνος για την τοποθέτηση ενός μόνο κομματιού του αυτοκινήτου, η ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για την συναρμολόγηση ενός ολόκληρου αυτοκινήτου.

Το σύστημα εφαρμόστηκε και στην Ιαπωνία, όπου οι διευθυντές ανέπτυξαν μια σειρά νέων καινοτομικών συστημάτων με στόχο τη μείωση των δαπανών και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.
Μια Ιαπωνική καινοτομία ήταν οι «κύκλοι ποιότητας», που επέτρεπαν στους εργάτες να προτείνουν στη διοίκηση προτάσεις για το πώς θα γίνεται πιο αποτελεσματική και αποδοτική η παραγωγή και η επίλυση προβλημάτων. Δόθηκε επίσης στους εργάτες το δικαίωμα να σταματούν την αλυσίδα συναρμολόγησης σε περίπτωση προβλήματος, σε αντίθεση με τα αμερικανικά εργοστάσια. Ελέγχοντας προσεκτικά τη διαδικασία μεταποίησης, οι Ιάπωνες διευθυντές μπόρεσαν να περικόψουν δαπάνες, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν τα αποθέματα μειώνοντας σημαντικά το κόστος και βελτιώνοντας την ποιότητα.
Ως τις αρχές της δεκαετία 1980-90, οι Ιαπωνικές εταιρείες, που για άλλη μια φορά επικρίθηκαν για παραγωγή χαμηλής ποιότητας αγαθών, είχαν καθιερώσει τη φήμη ότι παράγουν αποτελεσματικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και τεχνολογίας. Στις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 πολλές εταιρείες των ΗΠΑ επεδίωκαν να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους με την υιοθέτηση και προσαρμογή Ιαπωνικών μεθόδων βελτίωσης της ποιότητας.
ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ
Κατά τη μετάβαση από το «φορντιστικό» καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής σε μια άλλη φάση που χαρακτηρίζεται από τον κυριαρχία του «μεταφορντιστικού» ή «νεοφορντιστικού» καπιταλιστικού μοντέλου η συνεχής μεταβολή των οργανωτικών δομών («καπιταλιστική αναδιάρθρωση») είναι η «νόρμα» με χαρακτηριστικά την αναδιοργάνωση (reengineering), την κατάργηση ενδιάμεσων διευθυντικών στρωμάτων (delayering), τη μείωση του μεγέθους και των εργασιών της επιχείρησης (downsizing), την ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing) και τη δημιουργία νέων εργασιακών σχέσεων και μεθόδων εργασίας. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της νέας εταιρικής κουλτούρας είναι η πελατοκεντρική λογική, που διέπει όλες αυτές τις τάσεις σε αντίθεση με τη λογική της μαζικής παραγωγής του «φορντισμού».
Όλα αυτά βοηθήθηκαν από τους εξής παράγοντες:
Α. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές. Το 1971 αρχίζει η μετάβαση σε μια νέα εποχή. Ο μικροεπεξεργαστής οδηγεί σε μικρούς, φθηνούς και ισχυρούς υπολογιστές (PC) που διαχέονται στα νοικοκυριά, καθώς και σε τεράστιο αριθμό επαγγελματιών χρηστών. Οι προσωπικοί υπολογιστές αλλάζουν τη βιομηχανία αυτή . Ο ρόλος των μεγάλων κεντρικών υπολογιστών και των συγκεντροποιημένων τμημάτων μηχανογράφησης μειώνεται, καθώς οι σταθμοί εργασίας και τα PC κερδίζουν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς».
Β. Αλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών. Με την εισαγωγή των Η/Υ πολλοί κλάδοι των υπηρεσιών και ιδιαίτερα οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, μετατρέπονται σε εντάσεως κεφαλαίου. Οι κλάδοι των υπηρεσιών αρχίζουν να διεξάγουν δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και δραστηριότητες καινοτομίας προϊόντων σε μεγαλύτερο βαθμό. Εμφανίζονται φαινόμενα «διαγωνιοποίησης» των υπηρεσιών, με βάση τις υπάρχουσες δυνατότητες στον τομέα των ΤΠΕ (τουριστικές εταιρείες στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και αντίστροφα˙ τράπεζες στις κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, κλπ.).
Γ. Οργάνωση των επιχειρήσεων. Φθηνά και ευρύτατα διαδεδομένα τερματικά υπολογιστών οδηγούν σε «επανάσταση» στις επιχειρήσεις, που βασίζεται στην αποκέντρωση ορισμένων λειτουργιών, τις οριζόντιες ροές πληροφοριών, τα λιτά συστήματα παραγωγής και τη δικτύωση στο εσωτερικό αλλά και μεταξύ επιχειρήσεων. Έντονες πιέσεις και αντιπαραθέσεις συνοδεύουν τη σύγκρουση των πολιτιστικών αντιλήψεων, την αναδιοργάνωση της παραγωγής και την οργάνωση σε συστήματα, καθώς και την εκχώρηση σε τρίτους πολλών εσωτερικών λειτουργιών..
Δ. Απασχόληση και ανεργία. Η διαρθρωτική ανεργία γίνεται εντονότερη με κάθε περίοδο οικονομικής ύφεσης, υπάρχει μεγάλη αύξηση στη μερική απασχόληση καθώς και στη συμμετοχή των γυναικών. Ο εκβιασμός της απόλυσης και η εντατικοποίηση της εργασίας μέσω του ηλεκτρονικού ελέγχου (από την επίβλεψη των χώρων εργασίας ως τον έλεγχο προσέλευσης και αποχώρησης) καταλήγουν στην πειθάρχηση των εργαζομένων. Η λιτή παραγωγή και η ηλεκτρονικοποίηση της διαχείριση έχει ως αποτέλεσμα το στένεμα της εργασιακής ιεραρχικής πυραμίδας. Διαρκής δραστηριότητα κατάρτισης και επανακατάρτισης, με σκοπό την αλλαγή των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Τα προβλήματα όμως παραμένουν, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ατόμων με χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης και μόρφωσης. Τα προβλήματα μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας των νέων προσλαμβάνουν σημαντικές διαστάσεις.».

ΕΝΑ ΙΔΙΑΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Οι τράπεζες αναπτύχθηκαν αρχικά με πολύ διαφορετικό τρόπο λόγω της «άυλης» και ιδιαίτερα κερδοφόρας εργασίας τους. Οι αγώνες των εργαζομένων του τραπεζικού τομέα στην Ευρώπη βασίστηκαν στην ιδιαιτερότητα των υψηλών κερδών των επιχειρήσεων του. Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι εργασιακές σχέσεις ήταν κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα παρά τον αγγλοσαξονικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι βρετανικές τράπεζες αποτελούσαν πρότυπο για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές καθώς οι εργασιακές σχέσεις στον κλάδο χαρακτηρίζονταν από πειθαρχία, ειρήνη και συγκεντρωτική συνεργασία. Οι εργαζόμενοι/ες είχαν δια βίου απασχόληση, οργανωμένη καριέρα, και οι πατερναλιστικές πολιτικές πρόνοιας επικεντρώνονταν στο προσωπικό.

Το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη προέβλεπε και υλοποιούσε σταδιακά τις εξής επιμέρους πολιτικές: αποεθνικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση μηνιαίων εισφορών και μείωση δαπανών με μείωση συντάξεων και επιδομάτων), μέτρα αυστηρής εισοδηματικής λιτότητας (κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, αυξήσεις φόρων κλπ). Ταυτόχρονα προωθούσε την απορύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και την έγκριση για χρήση ολοένα και περισσότερων εποχιακώς ή μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων. Αυτή η πολιτική προκάλεσε πολλά προβλήματα στις διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης, ειδικά στην ΟΤΟΕ, όταν το 1991 οι εργοδότες προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με δικά τους αιτήματα που αφορούσαν την εισαγωγή του ευέλικτου ωραρίου εργασίας και της λειτουργίας των τραπεζών κατά τα απογεύματα και τα Σάββατα. Το 1993 προσήλθαν με αίτημα την ουσιαστική κατάργηση του «επιδόματος ισολογισμού» καθώς ζητούσαν να καταβάλλεται μόνο κατόπιν αποφάσεως των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων κάθε Τράπεζας και στο βαθμό που θα υπήρχαν κέρδη. Απαιτούσαν επίσης τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα, την εξάλειψη κάθε μορφής εξομοίωσης των υπαλλήλων των τραπεζών, την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας και την αποφυγή θεσμοθέτησης του τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Είναι σαφές ότι δύο στοιχεία χαρακτηρίζουν και διαπνέουν την στρατηγική των τραπεζών. Από τη μια η γενική τάση μείωσης των εξόδων και αύξησης των εσόδων τους που μπορούσαν να επιτευχθούν τόσο με τη μείωση του εργασιακού κόστους (μείωση προσλήψεων, έξοδος υψηλόμισθων κ.ά) όσο και με την αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας και της ευελικτοποίησης των ατομικών και συλλογικών εργασιακών σχέσεων με την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας και παράλληλη μείωση του κόστους της υπερωριακής απασχόλησης καθώς και το σπάσιμο των ενιαίων ωραρίων.

Στις μέρες μας η 24ωρη λειτουργία των χρηματιστικών αγορών σε όλο τον κόσμο ωθεί τις τράπεζες να λειτουργούν με βάση αυτά τα ωράρια. Στο επίπεδο των οργανωτικών αλλαγών των τραπεζικών επιχειρήσεων σχετίζονται με τις νέες ανάγκες της πελατοκεντρικής ευέλικτης επιχείρισης καθημερινά σημειώνονται νέες μεταβολές που αλλάζουν ριζικά το χαρακτήρα της εργασίας, ενώ σε γενικές γραμμές το συνδικαλιστικό κίνημα, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του για «διάλογο» δεν παρεμβαίνει ενεργητικά. Η ανάγκη του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί σε 24ωρη βάση, για να εξυπηρετεί το σύνολο των χρηματοοικονομικών αγορών που λειτουργούν σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οδηγεί σε ραγδαία και συνεχή εισαγωγή νέων τεχνολογιών που συμβάλλουν με τη σειρά τους στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ενώ τα συνδικάτα λόγω του γραφειοκρατικού χαρακτήρα τους αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτούς τους ρυθμούς. Παραδείγματος χάριν, η ηλεκτρονική τραπεζική τόσο ως σύνολο τεχνολογιών όσο και ως σύνολο επιχειρηματικών πρακτικών αποτελούν μέρος της «μεταφορντικής περιόδου» του τραπεζικού χώρου. Η ικανότητα παροχής 24ωρης και 7ήμερης λειτουργίας υπηρεσιών σε πραγματικό χρόνο, υπηρεσιών υποστήριξης πελατών (help-desks), η εξωτερίκευση εργασιών και η ανάθεσή τους σε τρίτους, η κατασκευή βάσεων δεδομένων με τα εξατομικευμένα προφίλ πελατών, η διαδικτυακή πρόσβαση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μέσω των εταιρικών πυλών κ.ο.κ. αποτελούν την ηλεκτρονική τραπεζική που δεν γνωρίζει τι σημαίνει απεργία και διαμεσολάβηση ανθρώπινου παράγοντα (direct banking). Έτσι είναι ανάγκη για τις κερδοφορικές προοπτικές των τραπεζών να υπάρξουν αλλαγές στα οργανογράμματα που σημαίνει να καταργηθούν πολλά διευθυντικά στρώματα, να προστεθούν θέσεις εργασίας εκτός χώρου εργασίας (τηλεργασία, εργασία από απόσταση κλπ.) και να ανασχεδιασθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας σε πελατοκεντρική βάση με έμφαση στο σημείο επαφής με τον πελάτη (front office). Διευκολύνεται έτσι η ευελιξία, η ανταποκρισιμότητα, η προσαρμογή στις ανάγκες του κάθε πελάτη ξεχωριστά (customization), η εξατομίκευση προϊόντων και υπηρεσιών και η συνεχής αναδημιουργία των δομών και διαδικασιών. Κατά συνέπεια, διευκολύνονται τα παγκόσμια δίκτυα και η διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, η σύνδεση των αγορών μεταξύ τους καθώς και των νομισμάτων και των οργανισμών.

Αυτή, όμως, η κατάσταση έχει και αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, τον αριθμό των απασχολουμένων (π.χ. απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, μείωση αριθμού προσλαμβανόμενων κ.ο.κ.), την αλλαγή των συνθηκών απασχόλησης (μερική απασχόληση, πρόσκαιρη και εποχιακή απασχόληση, απασχόληση on call, ενοικίαση εργαζομένων κ.ο.κ.) και πάνω από όλα τη γενίκευση μιας νοοτροπίας ευελιξίας ολόκληρης της εργασιακής ζωής. Δημιουργείται μια δομή εργασίας και καριέρας λιγότερο ασφαλής και περισσότερο κατακερματισμένης. Η δυνατότητα εργασίας από το σπίτι και από απόσταση δεν φαίνεται να αποτελεί για τους περισσότερους εργαζόμενους εναλλακτική διέξοδο καθόσον ότι οδηγεί σε μια κατάσταση όπου τα μεσαία στελέχη και ειδικά πολλοί εξειδικευμένοι εργαζόμενοι είναι «στο πόδι» σε διαρκή βάση αναγκασμένοι να εργάζονται σε κάθε χώρο και σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της ημέρας ώστε να είναι σε επαφή με την εργασιακή πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνο μία όψη. Αν συνδεθεί με τους νόμους που ψηφίζονται από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με μικρές παραλλαγές όσον αφορά τη διευθέτηση του υπερωριακού καθεστώτος και των ωρών εργασίας (διευθέτηση σε μηνιαία, εξαμηνιαία και ετήσια βάση) με ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος και την ακύρωση της συμμετοχής των συνδικάτων στον συγκαθορισμό της διευθέτησης, τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη για την πλειονότητα των μισθωτών εργαζομένων.

ΚΑΡΛ ΠΟΛΑΝΥ – Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΚΑΡΛ ΠΟΛΑΝΥ – Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

του Θανάση Τσακίρη

Ο Καρλ Πωλ Πολάνυ γεννήθηκε το 1886 στη Βιέννη την πρωτεύουσα της Αυστρο-ουγγρικής Αυτοκρατορίας σε μια εποχή όταν στην πόλη άκμαζε η επιστήμη, η φιλοσοφία και οι τέχνες. Πέθανε στο Πίκερινγκ του Καναδά το 1964. Ο Ουγγρικής καταγωγής Πολάνυ ήταν ένας πολύπλευρος επιστήμονας που ασχολήθηκε με την οικονομική ιστορία, την οικονομική ανθρωπολογία και την κοινωνική φιλοσοφία. Έγινε γνωστός για την σύγκρουσή του με την παραδοσιακή οικονομική σκέψη που τον οδήγησε στην συγγραφή του πολυδιαβασμένο (σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική) βιβλίο Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (1944). Θεωρείται πατέρας της πολιτισμικής θεωρίας για την οικονομία (substantivism). Κατ’ αυτήν η λέξη «οικονομία» έχει δύο σημασίες. Την πρώτη ασπάζονται οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι που θεωρούν ότι η οικονομία είναι η λογική της ορθολογικής δράσης και λήψης αποφάσεων ως ορθολογική επιλογή μεταξύ εναλλακτικών χρήσεων περιορισμένων μέσων ή σπάνιων πόρων, ως «εξοικονόμηση», «μεγιστοποίηση», «βελτιστοποίηση». Η δεύτερη σημασία της λέξης δεν έχει προϋπόθεση την σπανιότητα ή την ορθολογικότητα. Αντιθέτως, αφορά τους τρόπους με τους οποίους αποκτούν τα του ζην αλληλεπιδρώντας με το κοινωνικό και το φυσικό περιβάλλον τους. Η στρατηγική επιβίωσης της κοινωνίας θεωρείται ως προσαρμογή στις περιβαλλοντικές και υλικές συνθήκες της που ενδέχεται άλλοτε να χρειάζεται να στραφεί προς την μεγιστοποίηση της χρησιμότητας και άλλοτε όχι. Η πραγματική (substantive) έννοια της οικονομίας που προκρίνει ο Πολάνυ εντάσσεται στην ευρύτερη έννοια της «πρόνοιας» (provisioning): «Η οικονομία είναι ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία ικανοποιεί τις υλικές ανάγκες της». Η προσέγγιση του Πολάνυ για τις «αρχαίες οικονομίες» βρήκε εφαρμογή σε πολλές περιπτώσεις κοινωνιών της προ Κολόμβου Αμερικής και της αρχαίας Μεσοποταμίας, μολονότι αμφισβητήθηκε αργότερα για την επάρκειά της.

Στο πρότυπο Ιστορικής Κοινωνιολογίας έργο του Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός ο Πολάνυ υποστήριξε ότι η ανάπτυξη του σύγχρονου κράτους προχώρησε χέρι-χέρι με την ανάπτυξη των σύγχρονων οικονομιών της αγοράς και ότι αυτές οι δύο αλλαγές συνδέονται αναπόφευκτα στην ιστορία. Η συλλογιστική του ήταν ότι η ύπαρξη ισχυρού σύγχρονου κράτους ήταν απαραίτητη για να προωθήσει τις αλλαγές στην κοινωνική δομή που προωθούν μια ανταγωνιστική καπιταλιστική οικονομία και ότι μια καπιταλιστική οικονομία χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος για να μετριάζει τις σκληρότερες επιπτώσεις της επέκτασής της. Για τον Πολάνυ, οι αλλαγές αυτές επιφέρουν την καταστροφή της βασικής κοινωνικής τάξης που υπήρχε καθ ‘όλη την προηγούμενη ιστορία και είναι ο λόγος που τόνισε το μεγαλείο του μετασχηματισμού.

Η εμπειρική του υπόθεση σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε στην ανάλυση των νόμων Speenhamland, τους οποίους δεν θεώρησε απλώς ως την τελευταία προσπάθεια της τάξης των μεγάλων γαιοκτημόνων να διατηρήσουν το παραδοσιακό σύστημα παραγωγής και κοινωνικής τάξης, αλλά και ένα μέτρο αυτοάμυνας από την πλευρά της κοινωνίας, που μετριάζει τη διατάραξη της πιο βίαιης περιόδου οικονομικής αλλαγής. Το βιβλίο παρουσίασε επίσης την πεποίθησή του ότι η κοινωνία της αγοράς δεν είναι βιώσιμη, διότι μοιραία είναι καταστροφική για το ανθρώπινο και το φυσικό περιβάλλον .

Ο Πολάνυ ανατρέπει την ορθόδοξη φιλελεύθερη ερμηνεία για την άνοδο του καπιταλισμού, με το επιχείρημα ότι το «laissez-faire είχε προγραμματιστεί», εκτιμώντας ότι ο κοινωνικος προστατευτισμός ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση στην κοινωνική αποδιάρθρωση που επιβάλλεται από την ανεξέλεγκτη ελεύθερη αγορά. Ισχυρίζεται ότι η κατασκευή μιας «αυτορυθμιζόμενης αγοράς» απαιτεί το διαχωρισμό της κοινωνίας σε οικονομική και πολιτική σφαίρα. Ο Πολάνυ δεν αρνείται ότι η αυτο-ρύθμιση της αγοράς συνετέλεσε στην παραγωγή «ανήκουστου υλικού πλούτου», ωστόσο επιμένει να θεωρεί πως αυτή είναι μια πολύ στενή οπτική. Από τη στιγμή που θεωρεί γη, εργασία και χρήματα ως «εικονικά εμπορεύματα» (εικονικά, διότι το κάθε ένα από αυτά διαθέτει ιδιότητες που δεν εκφράζονται στην επίσημη λογική της αγοράς) υποβαθμίζοντας την ουσία της ίδιας της κοινωνίας ανάγοντάς την στους νόμους της αγοράς.

Κάτι τέτοιο οδηγεί σε μαζική κοινωνική αποδιάρθρωση και αυθόρμητες κινήσεις από την κοινωνία για να προστατεύσει τον εαυτό της. Στην πραγματικότητα, ο Πολάνυ υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που η ελεύθερη αγορά προσπαθεί να αποχωριστεί την δομή της κοινωνίας, ο κοινωνικός προστατευτισμός είναι μια «φυσική» και λογική αντίδραση της κοινωνίας. Είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «διπλή κίνηση». Ο Πολάνυ δεν θεωρεί πως η οικονομία είναι ένα ζήτημα ξεκομμένο από τους άλλους τομείς της έρευνας. Πράγματι, θεωρεί τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα ως εγγενώς συνδεδεμένα. Το έργο του κλείνει με την πρόβλεψη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, σημειώνοντας, «μετά από έναν αιώνα τυφλής βελτίωσης, ο άνθρωπος προχωρεί στην αποκατάσταση της κατοικίας του».

Ο Πολάνυ κάνει τη διάκριση μεταξύ των αγορών ως βοηθητικό εργαλείο για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής των αγαθών και των κοινωνιών της αγοράς. Κοινωνίες της αγοράς είναι εκείνες όπου οι αγορές είναι ο πρωταρχικός θεσμός για την ανταλλαγή των αγαθών μέσω των μηχανισμών των τιμών. Ο Πολάνυ υποστηρίζει ότι υπήρχαν τρεις γενικές κατηγορίες οικονομικών συστημάτων πριν από την άνοδο μιας κοινωνίας βασισμένης στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς: η αναδιανομή, η αμοιβαιότητα και η οικιακή.

Στην αναδιανεμητική οικονομία το εμπόριο και η παραγωγή ήταν επικεντρωμένη σε μια κεντρική οντότητα π.χ. ο αρχηγός της φυλής ή ο φεουδάρχης οι οποίοι αναδιένειμαν τα προϊόντα στις κοινωνίες τους.

Στην οικονομία της αμοιβαιότητας η ανταλλαγή των αγαθών βασίζεται σε αμοιβαίες ανταλλαγές μεταξύ των κοινωνικών οντοτήτων. Στο μακροεπίπεδο θα περιέχονταν η παραγωγή αγαθών για δωρεά σε άλλες ομάδες.

Στην οικιακή οικονομία η παραγωγή είναι επικεντρωμένη γύρω από την ιδιωτική οικιακή παραγωγή. Οικογενειακές μονάδες παράγουν τρόφιμα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και τα εργαλεία για δική τους κατανάλωση.

Αυτές οι τρεις μορφές δεν ήταν αμοιβαία αποκλειόμενες ούτε απέκλειαν τις αγορές για την ανταλλαγή των αγαθών. Η κύρια διαφορά είναι ότι αυτές οι τρεις μορφές οικονομικής οργάνωσης είχαν ως βάση τις κοινωνικές πτυχές της κοινωνίας στην οποία λειτουργούσαν και ήταν σαφώς συνδεδεμένες με τις κοινωνικές σχέσεις. Ο Πολάνυ υποστήριξε ότι αυτές οι οικονομικές μορφές εξαρτώνται από τις κοινωνικές αρχές της Κεντρικότητας, της Συμμετρίας και της Αυτάρκειας. Οι αγορές υπήρχαν ως βοηθητική οδός για την ανταλλαγή των αγαθών, που δεν μπορούσαν να αποκτηθούν αλλιώς.

Το συνολικό έργο του Πολάνυ εντάσσεται στις θεωρητικές βάσεις του κοινωνικο-πολιτικού κινήματος για την Οικονομική Δημοκρατίας.