Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ERNESTO LACLAU ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ (του Θανάση Τσακίρη)

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ERNESTO LACLAU ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Στο δεύτερο δοκίμιο του βιβλίου του με τίτλο “Πολιτική και Ιδεολογία στη Μαρξιστική Θεωρία” (Αθήνα, 1983), ο E. Laclau αναφέρεται στη γνωστή διαμάχη Ν.Πουλαντζά vs R. Miliband. Ο E. Laclau παρεμβαίνει και τονίζει πως ο Πουλαντζάς και ο Etienne Balibar, και γενικότερα η Αλτουσσεριανή σχολή, προσφέρουν όντως στο μαρξισμό μια νέα επεξεργασία μιας περιοχικής θεωρίας (regional theory) πάνω στη φύση και στο ρόλο του κράτους σε διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς. Ο E. Laclau συμφωνεί με τον Πουλαντζά στην κριτική της μεθόδου του Ralph Miliband ότι παίρνει υπόψη της μόνο τα εμπειρικά δεδομένα από τη εξέταση των αστικών επιστημονικών πολιτικών προτάσεων και δεν εξάγει απ’ αυτά τη θεωρητική τους ουσία, ούτε αντιπαραθέτει τη δική του επιστημολογική αρχή και θεωρητική μαρξιστική πρόταση. Το αποτέλεσμα είναι οι αστικές ιδεολογίες για το κράτος να παρεισφρύουν στη δική του ανάλυση και να μην μπορεί να δει τις κοινωνικές τάξεις και το κράτος ως αντικειμενικές δομές και τις σχέσεις τους ως αντικειμενικό σύστημα κανονικών συνδέσεων , μια δομή κι ένα σύστημα του οποίου οι ενεργοί παράγοντες , οι “άνθρωποι” , είναι οι φορείς του. Παραδείγματα της λογικής R. Miliband είναι η θεωρία του για τις ελίτ, η κριτική της διευθυντικής επανάστασης ως ιδεολογικής αντίληψης και η εξέταση της γραφειοκρατίας σε σχέση με την κοινωνική καταγωγή των μελών της και όχι σε σχέση με τη αντικειμενική λειτουργία τους . Οι γενικές προτάσεις για το σύνολο του πολιτικού συστήματος του R. Miliband αναζητώνται στη σχετική εγγύτητα των μελών των διαφόρων κλάδων του πολιτικού συστήματος προς την άρχουσα τάξη ή στον άμεσο οικονομικό τους ρόλο. Ο E. Laclau συμφωνεί κατ’ αρχήν με την κριτική αυτή καθώς και με την κριτική για τη μη θεώρηση από το R. Miliband της αντικειμενικής και θεσμοποιημένης συστηματοποίησης της (αστικής) ιδεολογίας μέσα από τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους. Λέει όμως, πως “για να προσδιορίσουμε την ιδιαιτερότητα των τρόπων παραγωγής πρέπει , συνεπώς , να φέρουμε στη λογική του κατάληξη το εγχείρημα με το οποίο καταπιάστηκαν , αλλά διεκπεραίωσαν μόνο εν μέρει ο Μπαλιμπάρ και ο Πουλαντζάς , την εξάλειψη των περιγραφικών κατηγοριών και την αντικατάστασή τους με πραγματικά θεωρητικές κατηγορίες “ για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε γνωστικά το συγκεκριμένο.

Στο τρίτο δοκίμιο με τίτλο “Φασισμός και Ιδεολογία” ο E. Laclau ξεκινώντας τη συζήτηση από το βιβλίο Φασισμός και Δικτατορία του Ν.Πουλαντζά προχωράει στη διερεύνηση των θεωριών για το φαινόμενο του φασισμού ως ιδεολογίας και γενικότερα στη συγκρότηση της δικής του θεωρίας για την ιδεολογία. Κατ, αρχήν, σχετικά με το φασισμό ως φαινόμενο θεωρεί πως παρά τη φαινομενικά έντονη προσπάθεια της μεταπολεμικής διανόησης να ερμηνεύσει το φασισμό και παρά τον πλούτο των θεωρητικών προσδιορισμών που εισάγει , κατά τη γνώμη του, ο Ν.Πουλαντζάς στην ανάλυση του φασισμού , διαπιστώνει εν τούτοις “ότι ο φασισμός ανάγεται σε σχετικά απλές αντιφάσεις”. Θεωρεί πως χρειάζεται να συγκροτηθούν ικανές θεωρητικές έννοιες. Παραθέτει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ortega y Gasset , Sobre el fascismo (Για το Φασισμό) , όπου ο φασισμός παρουσιάζεται ως ένας σύγχρονος Ιανός : “ ο φασισμός έχει μιαν αινιγματική φυσιογνωμία γιατί παρουσιάζει τα πιο αντιθετικά χαρακτηριστικά . Διακηρύσσει τον αυταρχισμό και οργανώνει την εξέγερση . Καταπολεμά τη σύγχρονη δημοκρατία χωρίς, ωστόσο, να πιστεύει στην παλινόρθωση καθενός από τα καθεστώτα του παρελθόντος. Εμφανίζεται υπέρμαχος της οικοδόμησης ενός ισχυρού κράτους, και χρησιμοποιεί τα πιο διαλυτικά μέσα , σαν να επρόκειτο για μια καταστροφική κλίκα ή μία μυστική εταιρία. Μ ΄οποιονδήποτε τρόπο κι αν προσεγγίσουμε το φασισμό διαπιστώνουμε ότι είναι ένα πράγμα και το αντίθετό του, άλφα και μη άλφα”. Όλα σχεδόν τα πολιτικά ρεύματα από το 1930 κι ύστερα έχουν ερμηνεύσει το φασισμό όχι ως μία συνάρθρωση αλλά ως μία απλή αναγωγή.

* Οι φιλελεύθεροι αστοί αναπαριστούν το φασισμό ως μια “διακοπή της ομαλής ιστορικής εξέλιξης” , μια “παρένθεση που συνέπεσε με μια μείωση της συνείδησης της ελευθερίας” (Benedetto Croce , Scritti e discorsi politici) .

Έτσι ο φασισμός θεωρείται ως μια ηθική ασθένεια που γενικεύεται καθολικά αποσυνδεδεμένος από κάθε συγκεκριμένο ιστορικό περίγυρο και που δεν γίνεται κατανοητός μέσω ιστορικών κατηγοριών. Μια φαινομενικά πιο ιστορική αντίληψη όπως αυτή του Friedrich Meinecke (The German Catastrophe, 1970) , ανάγει το φασισμό σε ζήτημα κλονισμού της “ψυχικής ισορροπίας των λογικών και παράλογων ορμών , η καταβολή του οποίου πρέπει να αναζητηθεί στον πόθο για κέρδη και υλικά αγαθά που τροφοδοτήθηκε από το Διαφωτισμό και τη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία” δεν φωτίζει τα πράγματα καθώς ανάγει το ζήτημα σε μια σειρά περιστάσεων που διευκολύνουν ή εμποδίζουν την εξισορρόπηση των “λογικών” και των “παράλογων δυνάμεων” . Τέλος, στα ίσια πλαίσια μπορεί να ενταχθεί κι η καθολικο-φιλελεύθερη ερμηνεία του Jacques Maritain (Humanisme Integral, 1936) που ερμηνεύει τη σχέση κομμουνισμού και φασισμού ως μια κυκλική , μηχανική , και μη ανθρώπινη ανακλαστική ενέργεια : “…και οι δύο ανάγουν το μίσος σε αρετή, και οι δύο είναι αφοσιωμένες στον πόλεμο , πόλεμο μεταξύ εθνών ή πόλεμο μεταξύ τάξεων , και οι δύο διεκδικούν για την εγκόσμια κοινότητα τη μεσσιανική αγάπη με την οποία πρέπει να αγαπάται η βασιλεία του Θεού , και οι δύο , τέλος , υποτάσσουν τον άνθρωπο σε κάποιον απάνθρωπο ανθρωπισμό , τον αθεϊστικό ανθρωπισμό της δικτατορίας του προλεταριάτου , τον ειδωλολατρικό ανθρωπισμό του Καίσαρα , ή το ζωολογικό ανθρωπισμό της ράτσας και του αίματος”.

* Η εξήγηση του φασισμού με βιολογικούς όρους (Wilhelm Reich , Erich Fromm) . Θεωρείται πως ο φασισμός “αντιπροσωπεύει ουσιαστικά το δεύτερο στρώμα του χαρακτήρα , το στρώμα των δευτερευόντων ορμών”(Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, 1974) . Η κοινωνική ιδεολογία , σύμφωνα με το Ράϊχ , όταν μεταπλάθει την ψυχική δομή του ανθρώπου , μετουσιώνεται σε ενεργή δύναμη και υλική εξουσία : ο άνθρωπος δεν την αναπαράγει απλώς εντός του αλλά γίνεται υποκείμενο. Η κοινωνική ιδεολογία αντεπιδρά πάνω στην οικονομική βάση που τη γέννησε : η αναγωγή του εποικοδομήματος στη βάση αντιστρέφεται και γίνεται αναγωγή της βάσης στο εποικοδόμημα . Παραμένει πάντα αναγωγή με ψυχολογικούς όρους και η βασική ερμηνευτική κατηγορία θεωρείται το μεμονωμένο άτομο . Ο Φρομ από την άλλη (Fear of Freedom, 1942) υποστηρίζει το απομακρυνόμενο από τη φύση άτομο αντιμετωπίζει ένα καθαρότατο δίλημμα : με τον κόσμο προσπαθώντας και συνενεργώντας με αγάπη ή με την τυφλή πίστη στις εξωτερικές δυνάμεις που αντί να το προστατέψουν το οδηγούν στην καταστροφή του (ακραία περίπτωση του δεύτερου σκέλους ο φασισμός) . Η φυλετική ιδεολογία, κατά τη γνώμη του, είναι μια καθαρή βιοπαθητική έκφραση της χαρακτηρολογικής δομής του ανθρώπου.

* Η σχολή του “ολοκληρωτισμού” (Hanna Arendt, The Origins of Totalitarianism, 1951) προσπάθησε κι αυτή να ερμηνεύσει το φασισμό και το σταλινισμό με τα ίδια κριτήρια : παρακμή του εθνικού κράτους . εμφάνιση του ιμπεριαλισμού , κρίση του ταξικού συστήματος και των αξιών του , ατομικοποίηση του ανθρώπου , κοινωνία μαζών . Κοινός παρονομαστής : ο ολοκληρωτισμός. Από τη σκοπιά του Laclau κι αυτή η προσέγγιση ως προϊόν του ψυχροπολεμικού ιδεολογικού κλίματος πάσχει από το ίδιο ελάττωμα : τον απλό αναγωγισμό των τυπικών ομοιοτήτων των δύο καθεστώτων σε ένα επίπεδο περιγραφικό και ταξινομητικό.

* Οι μαρξιστικές αναλύσεις για το φασισμό ανατρέπουν την υποκειμενιστική παράδοση για την ερμηνεία του και εισάγουν τον παράγοντα της πάλης των τάξεων. Όμως και οι μαρξιστικές αναλύσεις της εποχής αυτής έχουν προβλήματα τέτοιου τύπου στο βαθμό που οι περισσότερες ταυτίζουν το φασισμό με την άμεση δικτατορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου παραβλέποντας τόσο το στοιχείο της σχετικής αυτονομίας του κράτους στη φασιστική εποχή όσο και το σημαντικό ρόλο των κινητοποιημένων , από το φασιστικό κόμμα , μαζών . Η αναγωγή είναι προφανής : μονοπωλιακό κεφάλαιο εναντίον κοινωνίας και λαού γεγονός που συνεπάγεται το πολιτικό καθήκον της συγκρότησης λαϊκών μετώπων με τους πολιτικούς φορείς του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου .

* Ο Νίκος Πουλαντζάς έρχεται , σύμφωνα με το Laclau , να σπάσει αυτήν την παράδοση του αναγωγισμού και να παρουσιάσει το φασισμός ως ένα , κατ’ αρχήν , αποτέλεσμα πολυσύνθετου επικαθορισμού αντιφάσεων. Πού συμφωνεί , πού διαφωνεί και τι προτείνει ο Laclau ;

1) ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΦΑΣΙΣΜΩΝ

Ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι ο φασισμός εμφανίζεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού και τα στοιχεία της οικονομικής κρίσης , των εθνικών ιδιομορφιών και τα επακόλουθα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου αποκτούν σημασία μονάχα σε συνάρτηση με το ιμπεριαλιστικό στάδιο , ως μία ενδεχόμενη συγκυρία του. Πρόκειται για φαινόμενο που πρέπει να γίνει αντιληπτό στο πλαίσιο ενός σταδίου που χαρακτηρίζεται από τη δοσμένη πια αλλαγή στο ρόλο του κράτους από το ρόλο του κράτους – νυχτοφύλακα του ανταγωνιστικού καπιταλισμού στο παρεμβατικό κράτος του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ο ρόλος του κράτους στη διάρκεια μεταβατικών φάσεων από το ένα στάδιο στο άλλο στην περίπτωση των φασισμών επικαλύπτει το ρόλο του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο όπως έχει δειχτεί στο έργο του Πουλαντζά Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις (Γαλλία , 1968) . Μιλάμε λοιπόν για μια συνολική νέα συνάρθρωση του καπιταλιστικού συστήματος που επιφέρει βαθιές αλλαγές στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Με την αποδοχή της λενινιστικής θέσης για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα γίνεται εμφανής ο διαχωρισμός του Πουλαντζά από τον οικονομισμό των Β και Γ Διεθνών στο βαθμό που σημειώνει πως τη θέση της κάθε χώρας σ’ αυτήν την ανισόμερα αναπτυγμένη αλυσίδα είναι η ιδιομορφία του συνόλου του κοινωνικού σχηματισμού που την καθορίζει. Αυτή είναι η πρώτη ρήξη του Πουλαντζά με την απλή αναγωγιστική λογική.

2) Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ

Το ζήτημα της σχετικής αδυναμίας των ιμπεριαλιστικών κρίκων συναρτάται με τη συσσώρευση των αντιφάσεων κι όχι με την οικονομική καθυστέρηση ή ανάπτυξη. Στη Γερμανία η ταχεία συσσώρευση επιτεύχθηκε από την τάξη των Γιούνκερς κι όχι μέσω της αστικής ηγεμονίας που συνεπαγόταν την αντίφαση ανάμεσα στην εθνική ολοκλήρωση που δεν είχε επιτευχθεί και στην ηγεμονία των Γιούνκερς. Η ιδιαίτερη κι εκτεταμένη παρεμβατική χρήση του κράτους που θα ωφελούσε το μονοπωλιακό κεφάλαιο προσέκρουσε στη δομή του συγκροτήματος εξουσίας. Η Ιταλική περίπτωση είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική : βιομήχανοι του Βορρά και γαιοκτήμονες αποτελούν το άρχον συγκρότημα διατηρώντας παράλληλα φεουδαρχικές γεωργικές σχέσεις στο νότο. Η διατήρηση της αναχρονιστικής αυτής συμμαχίας ήταν εμπόδιο στη μετάβαση στο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Η συσσώρευση των αντιφάσεων σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα ιστορικά χαρακτηριστικά της κάθε κοινωνικής συγκρότησης άνοιξε το δρόμο για το φασισμό. Η σύγκρουση για την ηγεμονία ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και ταξικές μερίδες αποσυγκροτεί το συγκρότημα εξουσίας και ο φασισμός αντιστοιχεί σε μιαν αναδιοργάνωσή του μέσω της ηγεμονίας της νέας ταξικής μερίδας του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Για την επίλυση της πολιτικής κρίσης που σημαδεύει τη μετάβαση , εκτός από την ικανή και αναγκαία συνθήκη της ύπαρξης κρίσης στην κυρίαρχη ιδεολογία , αναγκαίες και ικανές συνθήκες για την ανάπτυξη του φασισμού είναι η ανάπτυξη επιθετικής αστικής στρατηγικής και η αμυντική υποχώρηση του εργατικού κινήματος καθώς και η σχετική αυτονομία του φασιστικού κράτους από το ηγεμονικό μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Η σχετική αυτονομία του κράτους είναι προϊόν τόσο των αντιφάσεων στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων του συγκροτήματος εξουσίας όσο και ανάμεσα στις κυρίαρχες και στις κυριαρχούμενες τάξεις.

3) Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Η κρίση της άρχουσας ιδεολογίας σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό , δηλαδή η κρίση της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης που τον στερεώνει και τον συντηρεί , οδηγεί τις λαϊκές μάζες στην αποδέσμευσή τους από αυτήν που είχε ως βασική λειτουργία της την πολιτική τους υποταγή και υποτέλεια. Αυτή είναι η μία πλευρά της ιδεολογικής κρίσης στη συγκεκριμένη συγκυρία καθώς μπορούμε να θεωρήσουμε και μια γενικευμένη ιδεολογική κρίση που περιλαμβάνει τα πραγματικά ιδεολογικά υποσύνολα : ιδεολογία της εργατικής τάξης , ιδεολογία της μικροαστικής τάξης κλπ. Όταν η ιδεολογία της άρχουσας τάξης είναι κυρίαρχη εμποτίζει και τα ιδεολογικά υποσύνολα (πχ. Τρεηντγιουνιονισμός και οικονομισμός στην εργατική ιδεολογία ). Υπάρχει και περίπτωση να αναπτυχθεί στα πλαίσια της ιδεολογικής κρίσης η ανταγωνιστική ιδεολογία μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό και να οδηγήσει στη σχετική αντικατάσταση της μίας από την άλλη (π.χ. αστική ιδεολογία στη θέση της φεουδαρχικής πριν από τη Γαλλική επανάσταση) . Στην περίπτωση της γενικευμένης ιδεολογικής κρίσης τόσο οι κυρίαρχες ιδεολογίες όσο κι αυτές των κυριαρχούμενων τάξεων και μερίδων περνούν τη φάση της κρίσης (ιδιαίτερα στην περίπτωση της εργατικής ιδεολογίας , όχι η τρεηντγιουνιονιστική αλλά, η μαρξιστική. Ο φασισμός στην εξουσία σημαίνει ότι από τη μία πλευρά καταστέλλει φυσικά την εργατική τάξη αλλά από την άλλη την ίδια στιγμή και ιδεολογικά.
4) Η ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ

Η μικροαστική τάξη έχει έναν ιδεολογικό λόγο που αντιστοιχεί στη μία από τις βασικές κοινωνικές τάξεις: αστική ή εργατική. Όμως στο βαθμό που υπάρχει ένα ιδεολογικό υποσύνολο της μικροαστικής τάξης αυτό στην πράξη ενσωματώνει τα δικά του στοιχεία στην κυρίαρχη ιδεολογία. Τα στοιχεία είναι αυτά του “αντικαπιταλισμού” της υπάρχουσας κατάστασης, ο μύθος της κοινωνικής ανόδου και ο κρατικίστικος φετιχισμός. Η άνοδος του φασισμού αντιστοιχεί σε μία οικονομική και ιδεολογική κρίση του μικροαστισμού που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά : αποσύνδεση των μικροαστικών στοιχείων από τον κυρίαρχο αστικό λόγο, επικράτηση του αντικαπιταλισμού του status quo κόντρα στην αστική ιδεολογία, άντληση όλο και περισσότερων στοιχείων από την εργατική ιδεολογία. Το βασικό στοιχείο του φασισμού στην άνοδό του στην εξουσία είναι η υποκατάσταση της κυρίαρχης ιδεολογίας από το μικροαστικό ιδεολογικό υποσύνολο κι έτσι διαχωρίζεται από τις άλλες μορφές κράτους έκτακτης ανάγκης όπως το βοναπαρτιστικό κράτος και η στρατιωτική δικτατορία.

5) Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΟ(URBAN) ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Η διαδικασία εκφασισμού και ο φασισμός αντιστοιχούν σε μια πολιτικο-ιδεολογική κρίση της υπαίθρου και ιδιαίτερα της φτωχής αγροτιάς και των αγρεργατών. Όμως ως κίνημα και φαινόμενο αποτελεί φαινόμενο των πόλεων. Ο ρόλος του αγροτικού φασισμού υπήρξε δευτερεύων και όπου αναπτύχθηκε, αποτέλεσε ένα ιδεολογικό και στρατιωτικό κίνημα με άμεσους δεσμούς με τη μεγάλη ιδιοκτησία, όπου ευνόησε την επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στους αγροτικούς τομείς, προς αποκλειστικό όφελος της μεγάλης ιδιοκτησίας και των πλούσιων αγροτών. Σε αντίθεση με τους θεωρητικούς του “ολοκληρωτισμού” ο φασισμός θεωρείται ουσιαστικά φαινόμενο των πόλεων με την έννοια ότι η ταξική καταγωγή της “εμπορευματικής πτέρυγας” του φασισμού ριζώνει βασικά σ’αυτές.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

O Laclau προσδιορίζοντας τον ορισμό του όρου της συμπύκνωσης ανατρέχει στον Αλτουσέρ και στην ψυχανάλυση. Η ανάλυση κατ’αυτόν της (ιδεολογικής) κρίσης έχει ένα διπλό στόχο: 1)την ανάλυση των συστατικών στοιχείων της συμπύκνωσης και 2) την ανάλυση της διαδικασίας συμπύκνωσης καθ’εαυτήν. Αν περιοριστούμε στο πρώτο σκέλος, θα είμαστε μεν σε θέση να εξηγήσουμε τα στοιχεία και τις συνθήκες της κρίσης, αλλά όχι την ίδια την κρίση. Στον Πουλαντζά όμως, σύμφωνα με το Laclau, η συνθετότητα της κρίσης (τα διάφορα στοιχεία της οποίας συλλαμβάνει σε αντίθεση με τους θεωρητικούς της “αναγωγής”) είναι απλώς περιγραφικά διατυπωμένη. Πρόκειται για μια απλή συνάθροιση των συστατικών στοιχείων που δεν εξηγεί το πως μεταφράστηκε σε ενότητα ρήξης. Αυτό οφείλεται στην περιορισμένη και αμφιλεγόμενη αντίληψη της ιδεολογίας στην ανάλυση του φασισμού από τον Πουλαντζά:
α)ανάλυση της ιδεολογίας ουσιαστικά σημαίνει κατάτμησή της στα συστατικά της στοιχεία σύμφωνα με τον ταξικό τους χαρακτήρα.
β)η παραπάνω αντίληψη συνδυάζεται με μιαν άλλη συμπληρωματική αντίληψη: θεωρείται πως οι κοινωνικές τάξεις έχουν “αμιγείς” ή “παραδειγματικές” ιδεολογίες.
γ)ως συνέπεια των παραπάνω οι συγκεκριμένες ιστορικές ιδεολογίες είναι ένα μίγμα (αμάγαλμα το ονομάζει) ετερογενών στοιχείων. Το κριτήριο αυτό εφαρμόζει κατά κόρον στην ανάλυση του φασισμού ο Πουλαντζάς και ουσιαστικά αρνείται την ενότητα του φασιστικού ιδεολογικού λόγου δεδομένου ότι θεωρεί πως διαθέτει ιδεολογικό λόγο για κάθε κοινωνικό τομέα.
δ) οι ιδεολογίες, κατά τον Πουλαντζά, υφίστανται και μια διαδικασία μετασχηματισμού (πχ Γερμανία μετασχηματισμένη φεουδαρχική ιδεολογία, Ιταλία μετασχηματισμένη φιλελεύθερη/εθνικιστική σε ιμπεριαλιστική/φασιστική)
Τι σημαίνει μετασχηματισμός; Στη γερμανική περίπτωση: ενσωμάτωση αστικών στοιχείων στη φεουδαρχική ιδεολογία και ιδιοποίηση των ουσιαστικών της στοιχείων από την ιμπεριαλιστική ιδεολογία χωρίς να χρειαστεί να τροποποιηθεί η θεωρία του ταξικού χαρακτήρα των “ιδεολογικών” στοιχείων στο ελάχιστο. Στην Ιταλική περίπτωση: ιδιοποίηση των εθνικιστικών φιλελεύθερων παραδόσεων του Risorgimento, από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Στην περίπτωση της μη σύμπτωσης των ουσιαστικών στοιχείων των δύο ιδεολογιών θεωρεί ο Laclau πως κατά τον Πουλαντζά πρόκειται περί δημαγωγικής απάτης. Γι’αυτό και θεωρεί πως δεν μπορεί να υπάρξει “σοσιαλιστικός εθνικισμός”, πρόκειται περί οπορτουνισμού ή και προσχώρησης στην ιδεολογία του αντιπάλου.
Η κριτική του Laclau:
α)Η διαδικασία με βάση την οποία ο Πουλαντζάς αποφασίζει για τον ταξικό χαρακτήρα των στοιχείων συγκεκριμένων ιδεολογιών είναι εντελώς αυθαίρετη (ο φιλελευθερισμός πχ στη Λατινική Αμερική ήταν ιδεολογία της φεουδαρχίας).
β)αντί να προχωράει η ανάλυση με βάση τη μεταφυσική απόδοση ορισμένων ιδεολογικών “στοιχείων” σε τάξεις που επ’άπειρον μπορούν να κατατέμνονται, προτείνει να θεωρηθεί ο ταξικός χαρακτήρας των ιδεολογικών στοιχείων ως αποτέλεσμα της συνάρθρωσής τους σ’ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό λόγο. Αυτό σημαίνει να εξετάσουμε τι είναι αυτό που συνιστά την ενότητα ενός συγκεκριμένου ιδεολογικού λόγου. Ερμηνεύοντας, λέει ο Laclau, ο Πουλαντζάς το φασιστικό φαινόμενο στην περίπτωση της ιδεολογικής κρίσης δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως τη συμπύκνωση των αντιφάσεων που συνιστούν την κρίση.

ΤΑΞΙΚΕΣ ΕΓΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΓΚΛΗΣΕΙΣ
Το πρόβλημα λοιπόν έγκειται στο να ερευνηθεί η ενότητα ενός ιδεολογικού λόγου και η διαδικασία μετασχηματισμού των ιδεολογιών. Ο Laclau θεωρεί ότι ο Πουλαντζάς, παρά την Αλτουσεριανή του προβληματική , δεν διατήρησε τη σημαντικότερη συμβολή της : την αντίληψη της ιδεολογίας ως λειτουργίας που συγκροτεί / εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα . Σύμφωνα με το Laclau , παρά το γεγονός ότι η Αλτουσσεριανή προβληματική συναντάει δυσκολίες στην εφαρμογή της (αποκλεισμός στην ουσία ύπαρξης κυριαρχούμενων ιδεολογιών , επιστημολογική τομή) εν τούτοις παραμένει επίκαιρη όσον αφορά το ζήτημα του υποκειμένου: αυτό που συνιστά την ενοποιητική αρχή του ιδεολογικού λόγου είναι το “υποκείμενο” που εγκαλείται κι έτσι συγκροτείται μέσω του λόγου αυτού. Τα μεμονωμένα στοιχεία ενός λόγου δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία από μόνα τους : πρέπει να προβούμε στην ανάπλαση των εγκλητικών δομών που το συγκροτούν. Διαφορετικά είδη εγκλήσεων (πολιτικές , θρησκευτικές , οικογενειακές) μπορούν να συνυπάρχουν συναρθρωμένες σ΄ ένα σχετικά ενοποιημένο ιδεολογικό λόγο . Σε περιόδους σταθερότητας όταν ο κοινωνικός σχηματισμός τείνει να αναπαράγει τις σχέσεις του μέσα από παραδοσιακούς διαύλους κι επιτυγχάνει να εξουδετερώσει τις αντιφάσεις μέσω μετατοπίσεων , το άρχον συγκρότημα μπορεί να απορροφά τις περισσότερες στηριζόμενο στους λανθάνοντες μηχανισμούς του λόγου ( π.χ. συνύπαρξη θρησκευτικών ασκητικών εγκλήσεων με αυξανόμενη απόλαυση εγκόσμιων αγαθών χωρίς η αντίφαση να γίνεται έντονα αισθητή) . Στην περίπτωση της ιδεολογικής κρίσης καθώς αυτή γενικεύεται συμβαίνουν τα αντίθετα : κρίση εμπιστοσύνης στη “φυσικότητα” της συστημικής αναπαραγωγής, όξυνση των ιδεολογικών αντιφάσεων, αποσύνθεση της ενότητας του ιδεολογικού λόγου που κυριαρχεί. Συνεπώς η ιδεολογική κρίση είναι ουσιαστικά “κρίση προσωπικότητας” των κοινωνικών παραγόντων που είχαν συγκροτηθεί ως υποκείμενα . Κάθε αντιμαχόμενη μερίδα προσπαθεί να συνθέσει μέσω ενός συστήματος αφήγησης νέο ιδεολογικό λόγο που να αποσυγκροτεί τους αντίπαλους ιδεολογικούς λόγους έτσι ώστε μία έγκληση να επικρατήσει και να αναπτύξει όλες τις λογικές της προεκτάσεις μετατρέποντας την κριτική του υφιστάμενου συστήματος σε αρχή αναδιάρθρωσης όλου του ιδεολογικού πεδίου (περίπτωση Buchanan) . Δύο από τις πολλές δυνατές διαδρομές στην κατεύθυνση επίλυσης της κρίσης : α) όσο περισσότερο αποσυνδεδεμένο είναι ένα κοινωνικό στρώμα από τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής , όσο πιο διάσπαρτα είναι τα αντικειμενικά του συμφέροντα και επομένως όσο λιγότερο αναπτυγμένο είναι το ταξικό του ένστικτο τόσο θα βιώνει τη διαδικασία επίλυσης της κρίσης στο ιδεολογικό επίπεδο β) όσο πιο κεντρική είναι η θέση ενός τέτοιου στρώματος , τόσο πιο αποφασιστικός θα είναι ο ρόλος του ιδεολογικού επιπέδου στην τελική έκβαση της κρίσης από την πλευρά του κοινωνικού σχηματισμού στο σύνολό του.
Στο ζήτημα του μετασχηματισμού των ιδεολογιών ο Laclau πρώτα ξεκαθαρίζει ότι άλλο η ταξική πάλη και άλλο η πάλη των τάξεων . Η πρώτη αναφέρεται στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής και είναι η παραγωγική σχέση που συγκροτεί τους δύο πόλους της ως τάξεις και είναι ανταγωνιστική σχέση. Η δεύτερη χαρακτηρίζει τον ανταγωνισμό εκείνο που γίνεται κατανοητός μόνο αν συνυπολογιστεί το σύνολο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας που χαρακτηρίζουν έναν ιστορικά καθορισμένο κοινωνικό σχηματισμό. Ο Laclau στην παραδοσιακή μαρξιστική θέση που είναι ένας απλός αναγωγισμός στο επίπεδο της τάξης , αντιπαραθέτει τις παρακάτω θέσεις :
α) ταξική πάλη είναι μόνο η πάλη που συγκροτεί τις τάξεις σαν τέτοιες
β) δεν είναι κάθε αντίφαση ταξική αντίφαση , αλλά κάθε αντίφαση επικαθορίζεται από την ταξική πάλη .
Αν ο ανταγωνισμός δεν είναι ταξικός ανταγωνισμός οι ιδεολογίες που την εκφράζουν δεν είναι ταξικές ιδεολογίες . Μέσω του ανταγωνισμού ανάμεσα σε τάξεις τα κυριαρχούμενα στρώματα δεν αυτοαναγνωρίζονται σαν τάξη αλλά σαν το “άλλο” , το “αντίθετο” στο άρχον συγκρότημα εξουσίας, δηλαδή σαν οι “από κάτω”. Η πρώτη αντίφαση εκφράζεται στο ιδεολογικό επίπεδο με την έγκληση ως τάξη των κοινωνικών παραγόντων , η δεύτερη τους εγκαλεί ως “λαό”. Η πρώτη είναι η σφαίρα της ταξικής πάλης και η δεύτερη της λαϊκοδημοκρατικής πάλης. Ο λαός είναι ο ένας από τους πόλους της κυρίαρχης αντίφασης σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό , δηλαδή μιας αντίφασης που η νοησιμότητά της εξαρτάται από το σύνολο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας και όχι από τις σχέσεις παραγωγής μονάχα. Αυτό σημαίνει ότι ο επικαθορισμός των μη ταξικών εγκλήσεων είναι ουσιαστικά η ενσωμάτωση των εγκλήσεων αυτών μέσα σ’ έναν ταξικό ιδεολογικό λόγο . Άρα οι ιδεολογίες μετασχηματίζονται μέσω της ταξικής πάλης που διεξάγεται μέσω της παραγωγής υποκειμένων και της συνάρθρωσης / αποσυνάρθρωσης των ιδεολογικών λόγων . Η επιτυχία του αστισμού στο επίπεδο αυτό είναι πως κατάφερε να πείσει ότι πολλά από τα στοιχεία της δημοκρατικής κουλτούρας είναι συνδεδεμένα με την ταξική του ιδεολογία , και μάλιστα αμετάκλητα, συμπαρασύροντας δυστυχώς στην αποδοχή της άποψης αυτής και την πλειονότητα των αριστερών και μαρξιστών . Ο φασισμός απέδειξε το αντίθετο : όντας κάθε άλλο παρά τυπική ιδεολογία των πιο αντιδραστικών και συντηρητικών μερίδων των κυρίαρχων τάξεων , υπήρξε , αντίθετα ένας από τους δυνατούς τρόπους συνάρθρωσης των λαϊκών εγκλήσεων στον πολιτικό-ιδεολογικό λόγο.
Χωρίζοντας ο Πουλαντζάς τα “ενδιάμεσα στρώματα” σε δύο κατηγορίες , την παλιά και τη νέα μικροαστική τάξη θεωρεί ότι παρά τη διαφορετική θέση τους στην παραγωγική διαδικασία ενοποιούνται πολιτικά και ιδεολογικά . Ο Laclau θεωρεί έτσι ότι ο Πουλαντζάς ενώ ξεκινά από τη σωστή διαπίστωση ότι οι οικονομικές σχέσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν το μοναδικό κριτήριο που να προσδιορίζει τις κοινωνικές τάξεις φτάνει σο άλλο άκρο αγνοώντας τες εντελώς όσον αφορά την ενότητα των μικροαστικών τάξεων. Επίσης θεωρεί ότι το κριτήριο του Πουλαντζά για την απόδειξη του μικροαστικού ιδεολογικού χαρακτήρα της ενσωμάτωσης στοιχείων του μικροαστικού ιδεολογικού λόγου στο λόγο των βασικών τάξεων ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού δεν είναι σαφές και καθοριστικό και δεν διαφέρει από τις αντιλήψεις περί “μεσαίων στρωμάτων” που επικρίνει . Το ίδιο κριτήριο χρησιμοποιείται ασυνεπώς και στην περίπτωση του προσδιορισμού των ορίων της εργατικής τάξης όπου θεωρεί ο Πουλαντζάς ως εργάτες μόνο τους παραγωγικούς εργάτες που συμβάλλουν άμεσα στην παραγωγή υπεραξίας και όχι όσους εργάζονται παράγοντας έμμεσα υπεραξία .
Ουσιαστικά , κρίνει ο Laclau , ο Πουλαντζάς δεν ξεφεύγει από το προπατορικό αμάρτημα του αναγωγισμού του μαρξιστικού τρόπου ανάλυσης : κάθε αντίφαση ανάγεται σε μία ταξική αντίφαση και αποδίδεται ένας ταξικός χαρακτήρας σε κάθε στοιχείο ταξικό.
Η άνοδος του φασισμού , κατά τον Laclau , οφείλεται στην κρίση του άρχοντος συγκροτήματος και στην κρίση της εργατικής τάξης. Το πρώτο δεν κατάφερε να ενσωματώσει τα λαϊκά στρώματα μέσω παραδοσιακών οδών και η δεύτερη δεν κατάφερε να τεθεί επικεφαλής και να ηγεμονεύσει των λαϊκών αγώνων εντάσσοντας τους ταξικούς επαναστατικούς της στόχους στη συγχώνευση σε μια συνεκτική πολιτική και ιδεολογική προοπτική με τη λαϊκή δημοκρατική ιδεολογία. Η ιστορική αυτή διαδικασία της ενσωμάτωσης των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των λαϊκών στρωμάτων στο συγκρότημα εξουσίας έλαβε ποικίλες μορφές με χαρακτηριστικότερη την ιταλική περίπτωση του τρανσφορμισμού του Giolitti.Η βασική του ιδεολογική λειτουργία ήταν η απορρόφηση των αντιφάσεων ανάμεσα στο συγκρότημα εξουσίας και στο λαό από το σύστημα και η ταυτόχρονη παρεμπόδιση της αποσυνάρθρωσης των λαϊκοδημοκρατικών εγκλήσεων από τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο. Το σύστημα των πελατειακών σχέσεων είναι το πιο πρωτόγονο από τα συστήματα αυτά (επίπεδο εξατομικευμένων λαϊκών διεκδικήσεων) . Σε ένα πιο αναπτυγμένο στάδιο τα λαϊκά κόμματα σταδιακά ενσωματώνονται στο σύστημα . Το στάδιο αυτό αφορά κυρίως τους αστικούς (urban) τομείς όπου με την εκβιομηχάνιση αυξάνει η κοινωνική διαφοροποίηση και τίθεται σε κρίση οι παραδοσιακές πατριαρχικές δομές . Η ενσωμάτωση των νέων κοινωνικών ομάδων προφυλάσσει το σύστημα από τη ριζοσπαστικοποίηση της ιδεολογίας . Τα λαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα έπαιζαν αυτό το ρόλο πριν από την περίοδο του φασισμού.Ο γιακωβινισμός αποτελεί την εναλλακτική πολιτική λύση απέναντι στο σύστημα όταν επέλθει ρήξη ανάμεσα στο λαό και στο άρχον συγκρότημα που δεν μπορεί το σύστημα να απορροφήσει. Οι λαϊκοδημοκρατικές εγκλήσεις αποκτούν πια τη μέγιστη αυτοδυναμία και αυτονομία στο πλαίσιο μιας ταξικής κοινωνίας που όμως αργά ή γρήγορα διαλύεται στη διαδικασία της εκ νέου απορρόφησης των λαϊκοδημοκρατικών εγκλήσεων σε ταξικούς ιδεολογικούς λόγους.
Εισάγοντας δύο διευκρινήσεις στη θέση του Πουλαντζά περί γιακωβινισμού ως μικροαστικής ιδεολογίας ο Laclau την αποδέχεται :
α) ο γιακωβινισμός ως μικροαστική ιδεολογία στις περιόδους κρίσης δεν είναι η σύνηθης μορφή της. Αντίθετα, η μικροαστική ιδεολογία συνίσταται από ιδεολογίες που περιέχουν μεν λαϊκοδημοκρατικές εγκλήσεις , αλλά είναι ενσωματωμένες στον πολιτικό λόγο της αστικής τάξης : λαϊκός κλιεντελισμός , ριζοσπαστικός κοινοβουλευτισμός.
β) η μικροαστική ουσία του γιακωβινισμού είναι η πεποίθηση ότι η πάλη κατά του άρχοντος συγκροτήματος μπορεί να διεξαχθεί αποκλειστικά ως δημοκρατική πάλη ανεξάρτητα από τις τάξεις. Ο Laclau θεωρεί ότι (κι αυτό γίνεται εμφανές στο τέταρτο κεφάλαιο προς μια θεωρία του λαϊκισμού και , ιδιαίτερα , του σοσιαλιστικού λαϊκισμού) από τη σοσιαλιστική οπτική , οι περίοδοι κατά τις οποίες οξύνεται ιδιαίτερα η επαναστατική αντιπαλότητα δεν είναι αυτές κατά τις οποίες οι ταξικές ιδεολογίες εμφανίζονται στην οριακή τους καθαρότητα αλλά εκείνες όπου η προλεταριακή ιδεολογία κατορθώνει να ενσωματώσει στο λόγο της όλες τις εθνικές παραδόσεις και να παρουσιάσει τον αντικαπιταλιστικό αγώνα ως το τελικό στάδιο των δημοκρατικών αγώνων και το σοσιαλισμό ως τον κοινό παρονομαστή της καθολικής επίθεσης ενάντια στο άρχον συγκρότημα . Αυτή είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη . Οι λαϊκές δημοκρατικές εγκλήσεις αν και σε περίοδο σταθερότητας είναι ενσωματωμένες στον ιδεολογικό λόγο της αστικής τάξης εν τούτοις δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά συνδεδεμένες μαζί του ώστε να αφήνεται πάντα περιθώριο να παραμένει στα βάθη της λαϊκής συνείδησης ως μια δυνητική πηγή ριζοσπαστικοποίησης. Κατά τον Laclau , ο φασισμός παρέσχε τη συνθήκη που είχε ανάγκη το μονοπωλιακό κεφάλαιο για να χρησιμοποιήσει το δυναμισμό της κινητοποίησης των μαζών ενάντια στο παραδοσιακό σύστημα εξουσίας : την εγγύηση δηλαδή πως οι λαϊκοδημοκρατικές εγκλήσεις δεν θα συνδέονταν ποτέ με σοσιαλιστική προοπτική. Αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε μέσω του φασισμού στα πλαίσια ενός διπλού ιδεολογικού μετασχηματισμού . Από τη μια το σύνολο των λαϊκών εγκλήσεων ενοποιήθηκαν μέσω της συγκρότησης ενός υποκειμένου απέκλειε ακόμη και τη δυνατότητα της ταξικής πάλης (έγκληση μικροαστών από το ναζισμό ως φυλής / ρατσισμός) . Από την άλλη διατηρήθηκαν μεν οι ταξικές εγκλήσεις στο πολιτικό επίπεδο όμως αποκρούστηκε η σημασία τους μέσα από την εγκαθίδρυση του κρατικού κορπορατισμού . Η τάξη και ο λαός διαχωρίζονται αυστηρά και απαγορεύεται οποιοσδήποτε κοινός μεταξύ τους τόπος (ο εργάτης εγκαλείτο και ως εργάτης και ως γερμανός) αλλά δεν γινόταν ανεκτή οποιαδήποτε ερμηνεία θεωρούσε τους εργάτες ως αυθεντικούς εκπροσώπους του ιστορικού συμφέροντος του γερμανικού λαού. Ο γιακωβίνικος όμως και αντι-status quo χαρακτήρας της φασιστικής ιδεολογίας διατηρήθηκε παρά τον κίνδυνο να αλλοιωθεί προς μια δραστικά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.
Γιατί κατάφερε ο φασισμός να διαχωρίσει αποτελεσματικά την εργατική τάξη από το λαό ; Ο Laclau δίνει την απάντηση ότι αν η άνοδος του φασισμού κατέστη δυνατή αυτό οφειλόταν στο ότι τόσο η ρεφορμιστική όσο και η επαναστατική πτέρυγα του εργατικού κινήματος είχαν εγκαταλείψει το πεδίο της λαϊκοδημοκρατικής πάλης. Θεωρεί ότι ο Πουλαντζάς παρά την ανάλυσή του για τον οικονομισμό τους ως την πηγή που βρίσκεται πίσω από τα λάθη της Γ΄Διεθνούς , δεν έχει αποβάλει τον ταξικό αναγωγισμό (κοινό σημείο και στους Lukacs, Korsch κλπ.) . Γι’ αυτό και η συνέπεια είναι να αγνοεί ο Πουλαντζάς την ιδιαίτερη αυτονομία των λαϊκοδημοκρατικών εγκλήσεων , που δίχως αυτές δεν κατανοείται το φασιστικό φαινόμενο και η κριτική στον οικονομισμό είναι μονομερής και δεν επαρκεί αφού δεν απαντάει στο ερώτημα γιατί η Διεθνής και το εργατικό κίνημα διαπνέονταν από τον οικονομισμό στη σκέψη; Θεωρεί ότι “επιβάλλεται να εμβαθύνουμε την ανάλυση και πέρα από τον οικονομισμό εντοπίζοντας τη ρίζα και την πηγή της κρίσης της εργατικής τάξης στο πεδίο των ταξικών πρακτικών”. Ο γιακωβινισμός της μικροαστικής τάξης δεν συναρθρώθηκε με το σοσιαλιστικό πολιτικό – ιδεολογικό λόγο γιατί ο τελευταίος είχε δομηθεί με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε εκ των προτέρων να αποκλείεται η συνάρθρωσή του με οποιαδήποτε μη ταξική έγκληση . Η συγκρότηση της εργατικής τάξη έγινε στα πρώτα βήματά της τέτοια ώστε να διαχωρίζεται από την αστική τάξη με αυστηρά ταξικά κριτήρια που στην πορεία παρήγαγαν πολιτικές και ιδεολογικές πρακτικές που εκφράστηκαν στον ταξικό αναγωγισμό. Το ταξικό κριτήριο απέβη καθοριστικό σ’ όλα τα επίπεδα της ζωής των εργατών . Δημιουργήθηκαν έτσι στεγανά ταξικά φρούρια στα οποία κλείστηκε ο μικρόκοσμος των εργατών. Μόνο περιστασιακά και για συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους συγκροτιόταν συμμαχία με αστούς. Η οργάνωση των συνδικάτων και της οικονομικής εργατικής πάλης έγιναν οι βασικοί στόχοι. Ο οικονομισμός έπαιξε αποφασιστικό ρόλο. Επικράτησε η αντίληψη πως με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής συσσώρευσης τα μεσαία στρώματα και οι αγρότες θα προλεταριοποιούνταν και θα έδιναν στην εργατική τάξη την πρωτοκαθεδρία στον αγώνα για την υπεράσπιση των ταξικών της συμφερόντων ως συμφερόντων της κοινωνίας. Οικονομισμός σήμαινε επίσης ότι οι καθαρά οικονομικές αντιφάσεις θα προκαλούσαν , με το απλό ξετύλιγμα του μηχανισμού της καπιταλιστικής συσσώρευσης, την κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Ο οικονομισμός λοιπόν είναι ο βασικός μηχανισμός του ταξικού αναγωγισμού. Τα κόμματα της εργατικής τάξης λόγω του ταξικού αναγωγισμού δεν στάθηκαν ικανά στη ριζοσπαστικοποίηση των μεσαίων τάξεων και στην κρίση του τρανσφορμισμού να συνδέσουν το ριζοσπαστικό γιακωβινισμό των τάξεων με το σοσιαλιστικό λόγο , οδηγούμενα στην πολιτική αυτοκτονία και οδηγώντας τα φασιστικά κόμματα στην εξουσία. Στην περίπτωση της Γερμανίας ο E. Laclau θεωρεί ότι η ηγεμονική βούληση της εργατικής τάξης που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα πλαίσια του ταξικού αναγωγισμού δεν κατάφερε να συνθέσει σε νέα σύμβολα και ιδεολογία τον εθνισμό, την δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Σε μια προσπάθεια επέκτασης της συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης του φασιστικού φαινομένου για την εξεύρεση των διαφορών των περιπτώσεων της Ιταλίας και της Γερμανίας ανακαλύπτει το έργο του Barrington Moore, Οι κοινωνικές ρίζες της δικτατορίας και της δημοκρατίας και τον επικρίνει ότι υπονοεί πως η μοίρα της Γερμανίας από το 15ο αιώνα ως το Χίτλερ ήταν ο αυταρχισμός που δεν επέτρεψε εναλλακτικές κατευθύνσεις ανάπτυξης. Υπερεκτιμά ο Moore τη συνοχή και το βαθμό της συμπύκνωσης των ιδεολογιών του άρχοντος συγκροτήματος , υποτιμώντας σε μεγάλο βαθμό το ρόλο των λαϊκοδημοκρατικών εγκλήσεων και ιδεολογιών.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως “η διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν είναι απλώς η αναπαραγωγή του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής αλλά επίσης και των συνθηκών ύπαρξής τους, μια από τις οποίες είναι και η ιδεολογία , και ότι όσο μεγαλύτερη είναι η σημασία των στρωμάτων εκείνων που δεν συμμετέχουν άμεσα στις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής , τόσο μεγαλύτερη είναι η σημασία και η σχετική αυτονομία των ιδεολογικών διαδικασιών για την κοινωνική αναπαραγωγή στο σύνολό τους”.
Η θέση αυτή μας φέρνει στο τέταρτο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο Προς μια θεωρία του λαϊκισμού. Εδώ ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ακόμα πιο καλά τη θέση του για την ιδεολογία ως συνάρθρωση ταξικών και λαϊκοδημοκρατικών εγκλήσεων με αναφορά ως επί το πλείστον στην εμπειρία της Λατινικής Αμερικής και , ιδιαίτερα , της χώρας από την οποία κατάγεται , δηλ. την Αργεντινή . Εξετάζει κατ’ αρχήν διάφορες θεωρίες που αναφέρονται στο λαϊκισμό και κυρίως τις λειτουργιστικές (functionalist) που ασκούν μεγάλη επιρροή και που έφτασαν σε ικανοποιητικό στάδιο θεωρητικές εκλεπτύνσεις. Κατόπιν , προτείνει εναλλακτικά θεωρητικά σχήματα που επικεντρώνονται στην έννοια της λαϊκοδημοκρατικής έγκλησης. Τέλος, επικεντρώνει τη συζήτηση στη Λατινική Αμερική και τις συνθήκες που γέννησαν τα ιδιαίτερα δυναμικά λαϊκιστικά κινήματά της όπως τον Περονισμό στην Αργεντινή κλπ. Τέσσερις προσεγγίσεις στο λαϊκισμό υπάρχουν , οι τρεις από τις οποίες τον αντιμετωπίζουν και ως κίνημα και ως ιδεολογία και η μία ως αμιγώς ιδεολογικό φαινόμενο :
α) ο λαϊκισμός είναι η τυπική έκφραση μιας καθορισμένης κοινωνικής τάξης και , συνεπώς, χαρακτηρίζει τόσο το κίνημα όσο και την ιδεολογία (narodnichestvo = αγροτική ιδεολογία , επεξεργασμένη ιδεολογία από διανοούμενους που εξυμνούσαν τις αγροτικές αξίες, ποπουλισμός λατινικής Αμερικής ως έκφραση της μικροαστικής τάξης ή της εθνικής αστικής τάξης). Όμως, λέει ο E. Laclau , η απόδοση στο λαϊκισμό αποκλειστικών ταξικών συνδηλώσεων οδηγεί στην παρακάτω αντίληψη που την χαρακτηρίζει θεωρητικό μηδενισμό
β) ο “λαϊκισμός” είναι μια έννοια κενή περιεχομένου και πρέπει τα “λαϊκίστικα κινήματα” να εξεταστούν ως προς την ταξική τους βάση έτσι ώστε να ανακαλυφθεί η φύση τους
γ) χαρακτηρίζεται ο λαϊκισμός ως ιδεολογία και αναζητώνται τα τυπικά γνωρίσματα της : εχθρότητα προς το κατεστημένο , επίκληση του λαού και όχι των τάξεων , αντιδιανοουμενισμός δυσπιστία προς τους παραδοσιακούς πολιτικούς κλπ. Ένα τέτοιο μόρφωμα μπορεί να υιοθετηθεί από εντελώς διαφορετικά κινήματα με διαφορετικές κοινωνικές βάσεις και συνεπώς η όποια γενίκευση είναι εκ των προτέρων λαθεμένη
δ) η λειτουργιστική αντίληψη θεωρεί το λαϊκισμό ως παρέκκλιση , προϊόν του ασυγχρονισμού της μετάβασης από μια παραδοσιακή κοινωνία προς μια βιομηχανική κοινωνία.
Ο Laclau με τη γνωστή του μέθοδο αποδομεί τις θεωρητικές προκείμενες των αντιλήψεων που εξετάζει και στο τέλος παραθέτει τη δική του άποψη στηριγμένη στη λογική της συνάρθρωσης παρουσιάζοντας θετικά το λαϊκισμό λέγοντας ότι δεν είναι έκφραση της ιδεολογικής καθυστέρησης μιας κυριαρχούμενης τάξης αλλά , απεναντίας, έκφραση “της στιγμής κατά την οποία η συναρθρωτικής ισχύς της τάξης αυτής επιβάλλεται ηγεμονικά στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτή είναι η πρώτη κίνηση της διαλεκτικής μεταξύ του λαού και των τάξεων : οι τάξεις δεν μπορούν να επιβάλουν την ηγεμονία τους χωρίς να συναρθρώσουν το λαό στο λόγο τους , και η ειδική μορφή αυτής της συνάρθρωσης στην περίπτωση μιας τάξης που , προκειμένου να επιβάλει την ηγεμονία της επιδιώκει να αντιμετωπίσει το συγκρότημα εξουσίας στο σύνολό της είναι ο λαϊκισμός (…) η υψηλότερη μορφή του λαϊκισμού και η επίλυση της έσχατης και πιο ριζικής από τις ταξικές αντιθέσεις συμπίπτουν συνεπώς στο σοσιαλισμό. Η διαλεκτική μεταξύ του λαού και των τάξεων βρίσκει εδώ την τελική στιγμή της ενότητάς της.”.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: