Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ και η κληρονομιά του Πλάτωνα (της Άννας Κουμανταράκη)

Έργο «Ακαδημία Πλάτωνος: Η Πολιτεία και ο Πολίτης»
Δράση 1 «Εκπαιδευτικά προγράμματα βραχείας διάρκειας για ενήλικες πολίτες»
3ος ΚΥΚΛΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ: 22 ΑΠΡΙΛΗ 2013 – 12 ΙΟΥΛΗ 2013

Πεδίο 1: Φιλοσοφία και σύγχρονη προοπτική
Ενότητα 1.1: Φιλοσοφία, Οικονομία και Πολιτική: αντινομίες και προοπτικές

Εισήγηση για το 2ο εργαστήριο
Διδάσκουσα: Άννα Κουμανταράκη
Τίτλος: Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ και η κληρονομιά του Πλάτωνα
Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της περίφημης σχολής της Φρανκφούρτης μιας από της επίσης σημαντικότερες σχολές κοινωνιολογικής και φιλοσοφικής σκέψης του 20ου αιώνα. Όπως συνήθως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις η σχολή της Φρανκφούρτης συγκροτήθηκε από γερμανοεβραίους στοχαστές το 1923 με σαφή μαρξιστική επιστημολογική προσέγγιση, η οποία όμως διανθίστηκε από ένα έντονο ενδιαφέρον στην ψυχανάλυση, την θεωρία για την τέχνη και την μαζική κουλτούρα.
Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ έγραψαν και δίδαξαν επηρέασε βαθιά την σκέψη και τα γραψίματα τους. Η ζωή τους στην Γερμανία τον μεσοπόλεμο, η άνοδος του Ναζισμού στη χώρα τους και η μετέπειτα εξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες τους έκαναν να νιώσουν ότι ήταν στο προσκήνιο μια σειράς τραγικών αλλά και πολύ σημαντικών γεγονότων που προσπάθησαν να τα επεξεργαστούν θεωρητικά. Γνώρισαν δηλαδή τις μεγάλες απογοητεύσεις του Δυτικοευρωπαϊκού αριστερού κινήματος με το ναζισμό να αποτελεί την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών και να αντικαθιστά την δημοκρατία. Κάτω από το βάρος αυτών των εξελίξεων λοιπόν στο συλλογικό τους έργο οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ αμφισβήτησαν την δυνατότητα του ανθρωπινού νου να παράγει πολιτισμό και όχι βαρβαρότητα. Το ολοκαύτωμα με την εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέδειξε ότι ο λόγος της επιστήμης μπορεί να μετατραπεί σε ένα λόγο που διατηρεί μεν την αποτελεσματικότητα του ως προς τις μεθόδους του έχει χάσει όμως εντελώς το ηθικό του χαρακτήρα και έχει γίνει ένας λόγος που δεν λαμβάνει υπόψη την ανθρώπινη ζωή και οδηγεί εν τέλει σε μια νέα βαρβαρότητα.
Μια δεύτερη θέση η οποία υποστηρίζουν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ και η οποία στηρίζεται σε ατομικό έργο του Μαξ Χορκχάιμερ για την μαζική κουλτούρα είναι ότι η λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλούν μέσω του εργαλειακού λόγου τα αστικά καθεστώτα δεν μπορεί να επέλθει μέσω της συλλογικής οργάνωσης των πολιτών. Πιστεύουν δηλαδή και οι δύο ότι η μαζική κουλτούρα η οποία μεταδίδεται στον απλό άνθρωπο μέσα από την τηλεόραση, την τζαζ και ποπ μουσική, και τον κινηματογράφο τον χειραγωγούν γιατί τον ωθούν στην κατανάλωση και στην εξατομίκευση, γεγονός που κάνει την οργάνωση συλλογικοτήτων με σκοπό την αμφισβήτηση και την δημιουργική ανατροπή σχεδόν αδύνατες. Η μόνη κριτική σκέψη και άρα και αμφισβήτηση της πολιτικής αυθαιρεσίας μπορεί να έρθει μόνο από την υψηλή τέχνη μέσα στην οποία περιλαμβάνεται η κλασσική μουσική, η οποία δυστυχώς όμως είναι απρόσιτη στις λαϊκές μάζες γιατί η δομή στις καπιταλιστικές κοινωνίες την εμπορευματοποιεί και την ποσοτικοποιεί και έτσι διαστρέφει και αλλοιώνει το βαθύτερο νόημα και αξία της.
Και εδώ ερχόμαστε σε δύο θεματικές που έχουμε ξανασυναντήσει και στα μαθήματα μας: η μια είναι αυτή του Πλάτωνα που θεωρεί ότι οι απλοί πολίτες δεν έχουν την δυνατότητα από μόνοι τους να αυτό-κυβερνηθούν με αρετή, και ο λόγος είναι γιατί είναι έρμαια των παθών τους που οι διεφθαρμένοι πολιτικοί τους δημιουργούν, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην τυραννία, και η δεύτερη που ξεκινά πάλι από τον Πλάτωνα, είναι αυτή που ασχολείται με το ποια θα πρέπει να είναι η σωστή εκπαίδευση για τους πολίτες, που θα τους οδηγήσει στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης και ηθικής δύναμης. Εδώ ο ρόλος της τέχνης είναι πολύ σημαντικός γιατί αυτή βοήθα σύμφωνα με τον Πλάτωνα αλλά και τους θεωρητικούς της κριτικής θεωρίας στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Βέβαια όπως ο Πλάτωνας έτσι και οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ έχουν κατηγορηθεί για ελιτισμό και για μια κοσμοθεωρία οι οποία δεν αναγνωρίζει τις δυνατότητες των απλών πολιτών για ανάπτυξη καλλιτεχνικών δυνάμεων από τα κάτω πέρα από αυτά που ορίζει η εκπαίδευση από τα πάνω. Κυρίως αρνούνται στους ανθρώπους αυτούς την πιθανότητα αυτόνομης συλλογικής κινητοποίησης με υψηλό ηθικό πρόταγμα όπου οι έννοιες της προόδου και της επιστήμης θα μπορούσαν να ξαναβρούν την ηθική τους αξία.
Πραγματικά στα τελευταία χρόνια της ζωής τους (1969) και (1973) αντίστοιχα οι δυο συγγραφείς δεν αγκάλιασαν το νεολαιίστικο φοιτητικό κίνημα που ξεκίνησε από το Μάη του 1968 στο Παρίσι και έδωσε το έναυσμα για την συγκρότηση μιας πληθώρας κοινωνικών κινημάτων γύρω από πολλές καταπεσμένες ως τότε κοινωνικές ταυτότητες. Τέτοιες ταυτότητες ήταν αυτή του κοινωνικού φύλου και των φυλετικά και πολιτισμικά διαφορετικών. Τα κινήματα αυτά γεννήθηκαν και έζησαν σε μια σειρά από διάδοχους κύκλους όπου η εμφάνιση αλλά και η απόσυρση τους έγιναν αντικείμενο εκτεταμένων πολιτικών σχολιασμών και κοινωνιολογικών μελετών. Τα ευρήματα αυτών των μελετών δεν ήταν ομοιογενή και μπορούμε να τα χωρίσουμε χονδρικά σε αυτά που είχαν αισιόδοξα και σε αυτά που είχαν απαισιόδοξα σενάρια για το μέλλον αυτών των κινημάτων. Τα αισιόδοξα έδωσαν έμφαση στην δυνατότητα και στην θέληση των απλών πολιτών να αυτό-οργανώνονται και να διεκδικούν μια πληθώρα κοινωνικών αιτημάτων τα οποία ως την στιγμή της εμφάνισης τους δεν είχαν εκπροσωπηθεί, όπως επίσης να αντιστέκονται σε μια σειρά από μορφές αυταρχικής πολιτικής εξουσίας η οποία προστάτευε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτός ο αγώνας είναι προδιαγεγραμμένο σχεδόν ότι θα είναι νικηφόρος αφού όπως έλεγε και ένα πολύ γνωστό σύνθημα των αγώνων κατά της παγκοσμιοποίησης «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Τα απαισιόδοξα σενάρια στηλίτευσαν κυρίως τις τάσεις των λαϊκών μαζών για εξατομίκευση αλλά και την τάση των ηγετών του συνδικαλιστικού τους κινήματος να δρουν σαν μια ομάδα συμφερόντων που διεκδικεί μια καλύτερη θέση όχι για τα μέλη του κινήματος που εκπροσωπεί αλλά για τον εαυτό της ως οργανωμένη γραφειοκρατία. Εδώ ο λόγος των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι επίκαιρος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναδείξει το πρόβλημα της πολιτικής και πολιτισμικής χειραγώγησης που υφίστανται οι απλοί πολίτες. Ένα δεύτερο ζήτημα είναι αυτό της φύσης του ανθρώπου θέμα που τίθεται τόσο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία αλλά και στη Σχολή της Φρανκφούρτης και που μπορεί να προσδιοριστεί ως εξής: είναι η φύση του ανθρώπου καλή ή κακή; Είναι ο πολιτισμός μια αέναη προσπάθεια να επιβληθούν κανόνες και ηθικές αξίες ή οδηγεί σε μια νέα βαρβαρότητα; Ο άνθρωπος είναι ένα ον στο οποίο αντιπαλεύουν δυνάμεις ζωής, ‘Έρωτα και δυνάμεις Θανάτου και καταστροφής και πως αυτές θα προσδιορίσουν το μέλλον της ανθρωπότητας; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που καλούνται νομίζω να απαντήσουν όχι μόνο οι σημερινοί διανοούμενοι αλλά και οι καθημερινοί άνθρωποι και πολίτες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: