Monthly Archives: Αύγουστος 2013

ΠΑΣΟΚ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ (;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Π. ΚΩΣΤΑΣ, ΤΑΣΣΗΣ Δ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ)

ΠΑΣΟΚ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ (;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Π. ΚΩΣΤΑΣ, ΤΑΣΣΗΣ Δ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ

Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα που σημάδεψε τη μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία και καθόρισε το περιεχόμενο του πολιτικού ανταγωνισμού για παραπάνω από δύο δεκαετίες. Ο βαθμός επιρροής του στην ελληνική πολιτική φαίνεται από το γεγονός ότι η ολοκληρωτική κατάρρευση του κόμματος στις τελευταίες εκλογές σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας σε μια διαφορετική κοινωνικοπολιτική διευθέτηση. Το δοκίμιο αυτό περιγράφει και αναλύει την οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του, επισημαίνει εκείνα τα στοιχεία που κατοχύρωναν τον ηγεμονικό του ρόλο στο πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης και ερμηνεύει τους λόγους που οδήγησαν στην απίσχνανση της εκλογικής και πολιτικής επιρροής του. Η κατανόηση της «πτώσης του ΠΑΣΟΚ» είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού φαίνεται να προοικονομεί συγκεκριμένες εξελίξεις στο μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στον βαθμό που η κρίση στερεί από την τελευταία τα πολιτικά εργαλεία για να αρθρώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«…το βιβλίο δεν αποτελεί απλώς μια εξαιρετική ανάλυση της ανάδειξης του ΠΑΣΟΚ ως ηγεμονικού κόμματος… και των αντιφάσεων που το οδήγησαν στην παρακμή… [Η] μελέτη αυτή είναι επιπλέον χρήσιμη για την κατανόησή του πώς η οικονομική κρίση αποκάλυψε τη χρόνια πολιτική κρίση, η οποία με τη σειρά της κινδυνεύει να μετατραπεί σε κρίση δημοκρατίας… [Γι’ αυτό και αποτελεί] ένα εγχειρίδιο-οδηγό ώστε να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις από τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς και θεσμούς που φιλοδοξούν να μετασχηματίσουν την κρίση σε ευκαιρία… για την αρχή μιας νέας Μεταπολίτευσης…». (Από τον Πρόλογο του Μ. Σπουρδαλάκη)
Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΟΜΜΑΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
2. Η ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ (1974-2004)
Το ΠΑΣΟΚ ως το κατεξοχήν κόμμα του κράτους
1974 – 1981
1981 – 1993
1993 – 2004
Το ΠΑΣΟΚ ως το ηγεμονικό κόμμα του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος
Η «κοινωνική συμμαχία» του ΠΑΣΟΚ
Το αντιδεξιό επιχείρημα
3. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ (2004 – 2012)
2004 – 2009: το κόμμα ως «πειραματικός σωλήνας»
2009 – 2012: το Μνημόνιο και τα κληροδοτήματα του «συμμετοχικού εγχειρήματος»
Οι εκλογές του 2012: ρέκβιεμ για το ηγεμονικό κόμμα;
Η μετεκλογική συνθήκη
ΑΝΤΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λεπτομέρειες
ISBN13 9789604932412
Εκδότης ΣΑΒΒΑΛΑΣ
Σειρά ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Χρονολογία Έκδοσης Ιούλιος 2013
Αριθμός σελίδων 240

Advertisements

Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ και η κληρονομιά του Πλάτωνα (της Άννας Κουμανταράκη)

Έργο «Ακαδημία Πλάτωνος: Η Πολιτεία και ο Πολίτης»
Δράση 1 «Εκπαιδευτικά προγράμματα βραχείας διάρκειας για ενήλικες πολίτες»
3ος ΚΥΚΛΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ: 22 ΑΠΡΙΛΗ 2013 – 12 ΙΟΥΛΗ 2013

Πεδίο 1: Φιλοσοφία και σύγχρονη προοπτική
Ενότητα 1.1: Φιλοσοφία, Οικονομία και Πολιτική: αντινομίες και προοπτικές

Εισήγηση για το 2ο εργαστήριο
Διδάσκουσα: Άννα Κουμανταράκη
Τίτλος: Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ και η κληρονομιά του Πλάτωνα
Οι Τεοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της περίφημης σχολής της Φρανκφούρτης μιας από της επίσης σημαντικότερες σχολές κοινωνιολογικής και φιλοσοφικής σκέψης του 20ου αιώνα. Όπως συνήθως συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις η σχολή της Φρανκφούρτης συγκροτήθηκε από γερμανοεβραίους στοχαστές το 1923 με σαφή μαρξιστική επιστημολογική προσέγγιση, η οποία όμως διανθίστηκε από ένα έντονο ενδιαφέρον στην ψυχανάλυση, την θεωρία για την τέχνη και την μαζική κουλτούρα.
Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ έγραψαν και δίδαξαν επηρέασε βαθιά την σκέψη και τα γραψίματα τους. Η ζωή τους στην Γερμανία τον μεσοπόλεμο, η άνοδος του Ναζισμού στη χώρα τους και η μετέπειτα εξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες τους έκαναν να νιώσουν ότι ήταν στο προσκήνιο μια σειράς τραγικών αλλά και πολύ σημαντικών γεγονότων που προσπάθησαν να τα επεξεργαστούν θεωρητικά. Γνώρισαν δηλαδή τις μεγάλες απογοητεύσεις του Δυτικοευρωπαϊκού αριστερού κινήματος με το ναζισμό να αποτελεί την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνιών και να αντικαθιστά την δημοκρατία. Κάτω από το βάρος αυτών των εξελίξεων λοιπόν στο συλλογικό τους έργο οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ αμφισβήτησαν την δυνατότητα του ανθρωπινού νου να παράγει πολιτισμό και όχι βαρβαρότητα. Το ολοκαύτωμα με την εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέδειξε ότι ο λόγος της επιστήμης μπορεί να μετατραπεί σε ένα λόγο που διατηρεί μεν την αποτελεσματικότητα του ως προς τις μεθόδους του έχει χάσει όμως εντελώς το ηθικό του χαρακτήρα και έχει γίνει ένας λόγος που δεν λαμβάνει υπόψη την ανθρώπινη ζωή και οδηγεί εν τέλει σε μια νέα βαρβαρότητα.
Μια δεύτερη θέση η οποία υποστηρίζουν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ και η οποία στηρίζεται σε ατομικό έργο του Μαξ Χορκχάιμερ για την μαζική κουλτούρα είναι ότι η λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλούν μέσω του εργαλειακού λόγου τα αστικά καθεστώτα δεν μπορεί να επέλθει μέσω της συλλογικής οργάνωσης των πολιτών. Πιστεύουν δηλαδή και οι δύο ότι η μαζική κουλτούρα η οποία μεταδίδεται στον απλό άνθρωπο μέσα από την τηλεόραση, την τζαζ και ποπ μουσική, και τον κινηματογράφο τον χειραγωγούν γιατί τον ωθούν στην κατανάλωση και στην εξατομίκευση, γεγονός που κάνει την οργάνωση συλλογικοτήτων με σκοπό την αμφισβήτηση και την δημιουργική ανατροπή σχεδόν αδύνατες. Η μόνη κριτική σκέψη και άρα και αμφισβήτηση της πολιτικής αυθαιρεσίας μπορεί να έρθει μόνο από την υψηλή τέχνη μέσα στην οποία περιλαμβάνεται η κλασσική μουσική, η οποία δυστυχώς όμως είναι απρόσιτη στις λαϊκές μάζες γιατί η δομή στις καπιταλιστικές κοινωνίες την εμπορευματοποιεί και την ποσοτικοποιεί και έτσι διαστρέφει και αλλοιώνει το βαθύτερο νόημα και αξία της.
Και εδώ ερχόμαστε σε δύο θεματικές που έχουμε ξανασυναντήσει και στα μαθήματα μας: η μια είναι αυτή του Πλάτωνα που θεωρεί ότι οι απλοί πολίτες δεν έχουν την δυνατότητα από μόνοι τους να αυτό-κυβερνηθούν με αρετή, και ο λόγος είναι γιατί είναι έρμαια των παθών τους που οι διεφθαρμένοι πολιτικοί τους δημιουργούν, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην τυραννία, και η δεύτερη που ξεκινά πάλι από τον Πλάτωνα, είναι αυτή που ασχολείται με το ποια θα πρέπει να είναι η σωστή εκπαίδευση για τους πολίτες, που θα τους οδηγήσει στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης και ηθικής δύναμης. Εδώ ο ρόλος της τέχνης είναι πολύ σημαντικός γιατί αυτή βοήθα σύμφωνα με τον Πλάτωνα αλλά και τους θεωρητικούς της κριτικής θεωρίας στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Βέβαια όπως ο Πλάτωνας έτσι και οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ έχουν κατηγορηθεί για ελιτισμό και για μια κοσμοθεωρία οι οποία δεν αναγνωρίζει τις δυνατότητες των απλών πολιτών για ανάπτυξη καλλιτεχνικών δυνάμεων από τα κάτω πέρα από αυτά που ορίζει η εκπαίδευση από τα πάνω. Κυρίως αρνούνται στους ανθρώπους αυτούς την πιθανότητα αυτόνομης συλλογικής κινητοποίησης με υψηλό ηθικό πρόταγμα όπου οι έννοιες της προόδου και της επιστήμης θα μπορούσαν να ξαναβρούν την ηθική τους αξία.
Πραγματικά στα τελευταία χρόνια της ζωής τους (1969) και (1973) αντίστοιχα οι δυο συγγραφείς δεν αγκάλιασαν το νεολαιίστικο φοιτητικό κίνημα που ξεκίνησε από το Μάη του 1968 στο Παρίσι και έδωσε το έναυσμα για την συγκρότηση μιας πληθώρας κοινωνικών κινημάτων γύρω από πολλές καταπεσμένες ως τότε κοινωνικές ταυτότητες. Τέτοιες ταυτότητες ήταν αυτή του κοινωνικού φύλου και των φυλετικά και πολιτισμικά διαφορετικών. Τα κινήματα αυτά γεννήθηκαν και έζησαν σε μια σειρά από διάδοχους κύκλους όπου η εμφάνιση αλλά και η απόσυρση τους έγιναν αντικείμενο εκτεταμένων πολιτικών σχολιασμών και κοινωνιολογικών μελετών. Τα ευρήματα αυτών των μελετών δεν ήταν ομοιογενή και μπορούμε να τα χωρίσουμε χονδρικά σε αυτά που είχαν αισιόδοξα και σε αυτά που είχαν απαισιόδοξα σενάρια για το μέλλον αυτών των κινημάτων. Τα αισιόδοξα έδωσαν έμφαση στην δυνατότητα και στην θέληση των απλών πολιτών να αυτό-οργανώνονται και να διεκδικούν μια πληθώρα κοινωνικών αιτημάτων τα οποία ως την στιγμή της εμφάνισης τους δεν είχαν εκπροσωπηθεί, όπως επίσης να αντιστέκονται σε μια σειρά από μορφές αυταρχικής πολιτικής εξουσίας η οποία προστάτευε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτός ο αγώνας είναι προδιαγεγραμμένο σχεδόν ότι θα είναι νικηφόρος αφού όπως έλεγε και ένα πολύ γνωστό σύνθημα των αγώνων κατά της παγκοσμιοποίησης «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Τα απαισιόδοξα σενάρια στηλίτευσαν κυρίως τις τάσεις των λαϊκών μαζών για εξατομίκευση αλλά και την τάση των ηγετών του συνδικαλιστικού τους κινήματος να δρουν σαν μια ομάδα συμφερόντων που διεκδικεί μια καλύτερη θέση όχι για τα μέλη του κινήματος που εκπροσωπεί αλλά για τον εαυτό της ως οργανωμένη γραφειοκρατία. Εδώ ο λόγος των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι επίκαιρος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναδείξει το πρόβλημα της πολιτικής και πολιτισμικής χειραγώγησης που υφίστανται οι απλοί πολίτες. Ένα δεύτερο ζήτημα είναι αυτό της φύσης του ανθρώπου θέμα που τίθεται τόσο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία αλλά και στη Σχολή της Φρανκφούρτης και που μπορεί να προσδιοριστεί ως εξής: είναι η φύση του ανθρώπου καλή ή κακή; Είναι ο πολιτισμός μια αέναη προσπάθεια να επιβληθούν κανόνες και ηθικές αξίες ή οδηγεί σε μια νέα βαρβαρότητα; Ο άνθρωπος είναι ένα ον στο οποίο αντιπαλεύουν δυνάμεις ζωής, ‘Έρωτα και δυνάμεις Θανάτου και καταστροφής και πως αυτές θα προσδιορίσουν το μέλλον της ανθρωπότητας; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που καλούνται νομίζω να απαντήσουν όχι μόνο οι σημερινοί διανοούμενοι αλλά και οι καθημερινοί άνθρωποι και πολίτες.

Ο Ρουσό και το κοινωνικό συμβόλαιο (του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη)

Ο Ρουσό και το κοινωνικό συμβόλαιο
Η κριτική στην αθεράπευτη τάση της κάθε εξουσίας προς τη διαφθορά είναι η ανθεκτική παρακαταθήκη του «πολίτη της Γενεύης»
(BHMA, ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 29/07/2012 05:45)

Στη σημερινή Ευρώπη της κρίσης, όπου οι ανισότητες οξύνονται και τα συναισθήματα της αδικίας γιγαντώνονται και αναζητούν διεξόδους σε ποικίλες μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, ακούγεται συχνά το αίτημα για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, τη σύμπηξη μιας νέας βάσης για την κοινωνική συνύπαρξη, θεμελιωμένη σε κοινωνικές συναινέσεις που να ικανοποιούν το αίτημα της δικαιοσύνης. Το αίτημα είναι διάχυτο και αισθητό και πέρα από τις χειραγωγήσεις τις οποίες υφίσταται από την πολιτική δημαγωγία που έχει περισσεύσει στις μέρες μας στην Ελλάδα και αλλού. Είναι διάχυτο ακριβώς επειδή εκφράζει βαθιές υπαρξιακές ανάγκες που συνιστούν προϋποθέσεις για την επιβίωση της κοινωνίας. Ακόμη και στην πρόσφατη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης διατυπώθηκε για άλλη μία φορά η ανάγκη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου έχει καταστεί διάσημη από την εποχή του Διαφωτισμού χάρη στη σαγήνη του λόγου και τη δύναμη των επιχειρημάτων ενός πολιτικού στοχαστή, του οποίου εφέτος η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος τιμούν την τριακοσιοστή επέτειο της γέννησης τον Ιούνιο του 1712. Πρόκειται για τον «πολίτη της Γενεύης», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του παρά τις διενέξεις του με τη γενέθλια πόλη, Ιωάννη Ιάκωβο (Ζαν-Ζακ) Ρουσό (1712-1778).

Υπερβολική πίστωση
Οπως συμβαίνει κατά κανόνα με τον επετειακό λόγο, σε όσα γράφονται αυτό το έτος κυρίως σε εκλαϊκευτικό επίπεδο για τον πολίτη της Γενεύης, τείνουν να εμφιλοχωρούν απλουστεύσεις και αμβλύνσεις των αντινομιών της σκέψης του. Επίσης διαφαίνεται μια αναπόφευκτη προδιάθεση να προσγραφούν στον Ρουσό περισσότερα απ’ όσα τού αναλογούν. Μια τέτοια υπερβολική πίστωση διαφαίνεται στην τάση να προσγράφεται στον Ρουσό η ιδέα και η ορολογία του κοινωνικού συμβολαίου. Στην πραγματικότητα η πατρότητα του όρου «κοινωνικό συμβόλαιο» δεν είναι δική του. Ο όρος απαντάται σε μια σημαντική παράδοση πολιτικού στοχασμού που διατρέχει τον 17ο αιώνα και συνιστά τον κορμό της πολιτικής σκέψης της νεωτερικότητας, στην οποία αποκρίνεται αργότερα ο Ρουσό. Ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο» συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της πολιτικής επιχειρηματολογίας με την οποία οι Τόμας Χομπς και Τζον Λοκ τον 17ο αιώνα προσπάθησαν να θεμελιώσουν την έννοια της νομιμότητας της πολιτικής εξουσίας συνδέοντάς την αναγκαστικά με τη συναίνεση των κυβερνωμένων.
Αυτή την έννοια, στην οποία είχε θεμελιωθεί ο κλασικός ατομικιστικός φιλελευθερισμός, παίρνει ο Ρουσό για να εκφράσει τη δική του ριζική κριτική του πολιτικού στοχασμού της νεωτερικότητας, ως περιγράμματος των κοινών παραδοχών της κοινωνικής θεωρίας του Διαφωτισμού, προς τον οποίο, αν και γνήσιο τέκνο του, επιζητεί να αντιδιαστείλει τη δική του τοποθέτηση στα πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά ζητήματα. Αυτή υπήρξε η κεντρική μέριμνα που διατρέχει όλο το συγγραφικό πρόγραμμα του Ρουσό, από τα πρώτα δοκίμια που καταγγέλλουν τη γένεση του πολιτισμού της νεωτερικότητας ως τα αυτοβιογραφικά κείμενα της ωριμότητάς του.

Εκρηκτική πρωτοτυπία
Για τον Ρουσό η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, όπως τη χρησιμοποιούν οι πολιτικοί στοχαστές της φιλελεύθερης ατομικιστικής παράδοσης, αποτελεί το κομβικό στοιχείο της καταχθόνιας εξαπάτησης των φτωχών από τους πλουσίους και ισχυρούς με την οποία τούς πείθουν να αποδεχθούν τη νομιμότητα διευθετήσεων που διαλαμβάνουν τη θεσμοθέτηση της ανισότητας στην πολιτική κοινωνία. Η τελική έκβαση της εδραίωσης της ανισότητας ως στοιχείου της έννομης τάξης συνιστά, κατά τον Ρουσό, το πρώτο βήμα που οδηγεί τις κοινωνίες στην τυραννία και στον δεσποτισμό. Αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο των ατομικιστών, υπαινίσσεται ο Ρουσό στην κατακλείδα του «Λόγου για τις καταβολές της ανισότητας» του 1755. Πρόκειται για ένα κείμενο εκρηκτικής πρωτοτυπίας και ρητορικής αποτελεσματικότητας, ένα από τα στιλπνότερα μνημεία της γαλλικής γλώσσας. Στο κείμενο αυτό, που απέτυχε να αποσπάσει το βραβείο στον διαγωνισμό της Ακαδημίας της Ντιζόν στον οποίο υποβλήθηκε, ο Ρουσό θέτει τον δάκτυλο επί των τύπων των ήλων των προβλημάτων της σύγχρονης – της δικής του και δικής μας – κοινωνίας: το πρόβλημα είναι η ανισότητα στις ανεξάντλητες απεχθείς εκδηλώσεις της και οι πολυποίκιλες δόλιες επινοήσεις συγκάλυψης και ιδεολογικού εξωραϊσμού της. Αυτή την πραγματικότητα, την οποία συνδέει με την πρόοδο των τεχνών και των επιστημών και τις εκδηλώσεις του Διαφωτισμού που συνυπάρχουν με δεσποτικά πολιτεύματα, θέλει να καταγγείλει με το έργο του ο Ρουσό.

Το γνήσιο συμβόλαιο
Τη λύση προτείνει το 1762 στο έργο του «Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου», όπου επιχειρεί με τιτάνια θεωρητική προσπάθεια να διατυπώσει μια εναλλακτική αντίληψη του κοινωνικού συμβολαίου, που θα συνιστά το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο αντί του συμβολαίου του δόλου και της απάτης, που συνιστά τη βάση των υπαρκτών πολιτικών συστημάτων. Ομολογεί ότι βρήκε το εγχείρημα τόσο δύσκολο που συχνά κατέληγε σε απόγνωση ως προς τις δυνατότητες του λόγου να διερμηνεύσει με ακρίβεια τις εννοιολογικές διακρίσεις, ορισμούς και αποσαφηνίσεις που απαιτούνται για να διατυπωθεί η ορθή έννοια του κοινωνικού συμβολαίου.
Το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο λοιπόν είναι η συμφωνία που συνάπτουν μεταξύ τους ίσα και ελεύθερα άτομα που με πλήρη επίγνωση των πράξεών τους και απόλυτη ειλικρίνεια δημιουργούν θεσμούς διακυβέρνησης και νομοθεσίας που θα ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους σε μια πολιτική κοινωνία δικαίου και ελευθερίας. Η σύναψη του γνήσιου κοινωνικού συμβολαίου συνιστά ένα εγχείρημα τόσο θεμελιώδους σπουδαιότητας που συνεπάγεται μια ριζική μεταμόρφωση όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Τα εγωιστικά και αρπακτικά άτομα του «κτητικού ατομικισμού» μεταμορφώνονται σε πολίτες μιας συμμετοχικής δημοκρατίας, όπου κίνητρο των πράξεών τους είναι η προσήλωση στο κοινό καλό και στο δημόσιο συμφέρον. Στη θέση των ενστίκτων της πλεονεξίας και της επιθετικότητας υποκαθίσταται το αίσθημα της δικαιοσύνης και η φυσική ελευθερία αντικαθίσταται με την ηθική ελευθερία του πολίτη που υπακούει τον νόμο στη θέσπιση του οποίου έχει συμμετάσχει ενεργά. Η σύναψη του κοινωνικού συμβολαίου και η λειτουργία της νέας Πολιτείας του δικαίου και της ελευθερίας καθίστανται δυνατές χάρη στην επιβολή και ζωηφόρο επενέργεια της γενικής βούλησης, που εκφράζει το συλλογικό σώμα των πολιτών και διατυπώνεται διά των θεμελιωδών νόμων της Πολιτείας.

Η γενική βούληση
Η ιδέα της γενικής βούλησης έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως η δυσκολότερη έννοια στην ιστορία της πολιτικής θεωρίας. Ενθυμούμαι την αείμνηστη καθηγήτριά μου στο Harvard Ιουδήθ Σκλαρ να λέγει ότι όποιος έχει κατανοήσει επαρκώς την έννοια της γενικής βούλησης έχει αποκρυπτογραφήσει τον δυσχερέστερο γρίφο της πολιτικής φιλοσοφίας.
Οντως η έννοια είναι τόσο περίπλοκη που υπό ορισμένα ερμηνευτικά πρίσματα εμφανίζεται να απειλεί, ακόμη και να ακυρώνει, το κεντρικό αίτημα της ελευθερίας, στο οποίο επιζητεί να προσδώσει ουσιώδες βιωματικό περιεχόμενο ο πολιτικός προβληματισμός του Ζαν-Ζακ. Η γενική βούληση, που δεν συμπίπτει με τη βούληση της πλειοψηφίας αλλά την υπερβαίνει και αποβλέπει να εκφράσει την καθολικότητα της πολιτικής κοινότητας, έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, προκαλέσει πολλές υποψίες και αντιρρήσεις στους εκφραστές του πολιτικού φιλελευθερισμού. Εξίσου επίφοβες εμφανίζονται οι πρόνοιες του Ρουσό για την εγκαθίδρυση «πολιτικής θρησκείας» και την καθιέρωση λογοκρισίας, όπως και η καλλιέργεια ενός γενικότερου στρατιωτικού ήθους μεταξύ των πολιτών, ως φρουρών της πατρίδας, στοιχεία που θεωρεί αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της Πολιτείας που δημιουργεί το κοινωνικό συμβόλαιο.

Η «αυτοκριτική του Διαφωτισμού»
Λόγω των απόψεων του Ζαν-Ζακ Ρουσό, τόσο οι φιλελεύθεροι του δεκάτου ενάτου αιώνα όσο και πολλοί μελετητές των πολιτικών ιδεών κατά τον εικοστό αιώνα αντιμετώπισαν τον Ρουσό με καχυποψία ή και εχθρότητα και ορισμένοι του καταλόγισαν ευθύνες για τις ολοκληρωτικές εκτροπές του περασμένου αιώνα. Η κριτική αυτή, ωστόσο, παρά τη σοβαρότητά της, εμπεριέχει και μια αισθητή διάσταση αναχρονισμού που αδικεί τις προθέσεις του Ρουσό. Το πραγματικό προσδιοριστικό στοιχείο της σκέψης του υπήρξε η κριτική της πρόθεση και ως κριτικός στοχαστής, ως εκφραστής της «αυτοκριτικής του Διαφωτισμού», όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε, προσλήφθηκε από τους συγχρόνους του και ενέπνευσε τα ριζοσπαστικά κινήματα στην Ευρώπη της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης. Η κριτική πρόθεση απέναντι στην ανισότητα και την αδικία στην κοινωνία, την υποκρισία και την κουφότητα των διανοουμένων και την αθεράπευτη τάση της κάθε εξουσίας προς τη διαφθορά συνιστά την ανθεκτική παρακαταθήκη της κοινωνικής θεωρίας του Ρουσό. Αυτό το στοιχείο προσείλκυσε, σε μια εποχή κορύφωσης των αγώνων για την ελευθερία, και το ενδιαφέρον των πρώτων Ελλήνων που μελέτησαν τις ιδέες του, του Χριστοδούλου Παμπλέκη το 1973, του Αδαμαντίου Κοραή το 1802, οπότε αναγγέλλει την πρόθεσή του να μεταφράσει στα ελληνικά το Κοινωνικό Συμβόλαιο, το οποίο αποδίδει με τον όρο «πολιτικόν συνάλλαγμα», του Γρηγορίου Ζαλύκη, τέλος, που πραγματοποίησε τη μετάφραση το 1828 υπό τον τίτλο «Περί της κοινωνικής συνθήκης». Ετσι ο Ρουσό εισέρχεται και στην πολιτική παράδοση του νέου Ελληνισμού. Συνιστά η παρουσία του αυτή μια αξιόλογη στιγμή αυτής της παράδοσης, η οποία δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους αν μας ενδιαφέρει η αυτογνωσία μας αλλά και το μέλλον της κοινωνίας μας.

Ο κ. Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=468567