Monthly Archives: Ιουλίου 2013

H Σχολή της Φρανκφούρτης – Θεωρίες για τα ΜΜΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ TO KEIMENO ME ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΔΩ: plato_academh_tsakthan_media

H Σχολή της Φρανκφούρτης – Θεωρίες για τα ΜΜΕ

του Θανάση Τσακίρη

Η «Σχολή της Φρανκφούρτης» πήρε το όνομά της από την ομώνυμη πόλη καθώς στο Πανεπιστήμιο της πόλης στεγαζόταν το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών, που είχαν ιδρύσει το 1923 οι Felix Weil (ο πλούσιος πατέρας του οποίου πρόσφερε τα κεφάλαια ίδρυσης και λειτουργίας του), Max Horkheimer, Theodore Adorno, Herbert Marcuse και Erich Fromm. Οι αναλύσεις της σχολής οφείλουν πολλά στα γραπτά του Μαρξ, ιδιαίτερα της πρώτης Χεγκελιανής περιόδου του και, κυρίως, την έννοια της «αλλοτρίωσης». Επιπλέον ενδιαφέρονταν για την ψυχανάλυση, την οποία προσπάθησαν να συνδέσουν με το Μαρξισμό, κάτι που οι δογματικοί Μαρξιστές απέρριπταν μετά βδελυγμίας. Αυτές οι επιρροές είναι φανερές στην άποψή τους για τις κοινωνικές επιστήμες, στην κριτική τους για την μαζική κουλτούρα και τη θέση της τελευταίας στα πλαίσια μιας «διευθυνόμενης κοινωνίας».

Το πρώτο μεγάλο πρόγραμμα που έφερε σε πέρας η σχολή αφορούσε τη μελέτη της εξουσίας με αναφορά στα άτομα που πρόθυμα αλλά χωρίς λογική υποτάσσονται στα αυταρχικά καθεστώτα και τις ηγεσίες τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν το 1936 σε ένα δίτομο έργο με τίτλο «Μελέτη της εξουσίας και της οικογένειας» και σε μια σειρά μελέτες για το ναζισμό και το φασισμό.
Ένα νέο στοιχείο που έφεραν στην επιφάνεια από το έργο του Μαρξ ήταν ότι οι θεωρίες του για το χρήμα, την αξία, την ανταλλαγή και το φετιχισμό του εμπορεύματος δεν ισχύουν μόνο στο πεδίο της οικονομία αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρο το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή θεωρούν ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, ιδιωτικές και δημόσιες, κυριαρχούνται από ανταλλακτικές αξίες και εμπορευματικές μορφές. Τόνισαν ότι η κοινωνία και ο κόσμος βαδίζουν προς τη δημιουργία μιας «ολοκληρωτικά διευθυνόμενης οικονομίας με την εξέλιξη του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό και με την ανάπτυξη του νέου βιομηχανικού κράτους. Σ’ αυτή την πορεία, σημαντικό θεωρούσαν το ρόλο που παίζει η τεχνολογία, οι τεράστιες επιχειρήσεις και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης. Άνοιγε έτσι ο δρόμος για την παρακμή της δημοκρατίας και τη διάβρωση ως ολική απώλεια της ηθικής υπευθυνότητας των ατόμων. Η ταυτόχρονη ανάπτυξη του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας οδηγούσαν στην εγκαθίδρυση νέων μορφών ελέγχου.

Η κριτική και η παραδοσιακή θεωρία, σύμφωνα με τον Χορκχάιμερ διέφεραν σημαντικά. Από τον Καρτέσιο και ύστερα η νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της αφαιρετικότητας και του αντικειμενισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκοπούν από την κοινωνική πρακτική. Σε αντίθεση με αυτή την κατάσταση και τη νεώτερη εκδοχή του θετικισμού, η κριτική θεωρία στηρίζεται στην κοινωνική θεωρία και την μαρξική πολιτική οικονομία. Η συστηματική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση ενός εναλλακτικού τύπου κοινωνίας στη θέση του καπιταλισμού και της τερατώδους εκδοχής του που ήταν ο ναζισμός και ο φασισμός. Ο Χορκχάιμερ θεωρούσε πως η κριτική θεωρία μπορούσε να δείξει ότι ο καπιταλισμός μετατρέπει τις έννοιες στο ακριβώς αντίθετό τους: η δίκαια ανταλλαγή μετατρέπεται σε ακραία ανισότητα και κοινωνικές αδικίες, η ελεύθερη οικονομία σε κυριαρχία του μονοπωλίου, η διατήρηση της κοινωνικής ζωής στην πτώχευση των ανθρώπων. Η κριτική θεωρία θα δημιουργούσε αναλύσεις του μετασχηματισμού του ανταγωνιστικού καπιταλισμό σε μονοπωλιακό καπιταλισμό και φασισμό και αποσκοπούσε να αποτελέσει μέρος της ιστορικής διεργασίας με την οποία ο σοσιαλισμός θα αντικαθιστούσε τον καπιταλισμό.

Οι θεωρίες της «πολιτιστικής βιομηχανίας» ή «βιομηχανίας της κουλτούρας» τόνιζαν τις διαδικασίες της βιομηχανοποίησης της κουλτούρας και της επιβολής των υπαγορεύσεων της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που την καθορίζουν. Οι βιομηχανίες της κουλτούρας ήταν, στην πραγματικότητα, επιφορτισμένες με το καθήκον της επιτέλεσης της ειδικής λειτουργίας της ιδεολογικής νομιμοποίησης του καπιταλισμού και της ενσωμάτωσης των ατόμων στον τρόπο ζωής του. Οι θεωρητικοί της κουλτούρας, μέλη της Σχολής, εξέτασαν πρώτοι αυτοί την επίδραση της καταναλωτικής κοινωνίας στις κοινωνικές τάξεις που υποτίθεται ότι στον παραδοσιακό μαρξισμό είναι οι φορείς της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αναζητήθηκαν, επομένως, νέοι φορείς της επανάστασης και της πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Δύο ήταν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της κριτικής θεωρίας για το θέμα της βιομηχανίας της κουλτούρας: ο Θίοντορ Αντόρνο και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (δεν ήταν επισήμως μέλος της σχολής αλλά συμφωνούσε σε πολλά σημεία με τη φιλοσοφία της και το επιστημονικό πρόγραμμά της).

Βάλτερ Μπένγιαμιν: η μαζική κουλτούρα και η διάλυση της «αύρας»

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι ο πρώτος από τους εκπροσώπους της κριτικής θεωρίας αλλά και των ριζοσπαστών διανοουμένων γενικώς, που ασχολήθηκε με τις ανερχόμενες νέες τεχνολογίες της πολιτισμικής παραγωγής. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που διείδε ότι υπάρχουν δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χειραφέτηση για την ανθρώπινη χειραφέτηση. Στο έργο του «Το έργο τέχνης της εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής» , στο οποίο ανατρέχει στην αρχαία ελληνική ιστορία και φτάνει ως τις μέρες του μονοπωλιακού καπιταλισμού για να μελετήσει την εξέλιξή των μέσων επικοινωνίας, ο Μπένγιαμιν τόνισε πως τα νέα μέσα μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας αντικαθιστούσαν τις παλιότερες μορφές κουλτούρας. Χρησιμοποίησε τη λέξη «αύρα» για να τονίσει την αίσθηση του δέους και του σεβασμού που υποτίθεται ότι νοιώθει κανείς όταν βλέπει ή ακούει μοναδικά έργα τέχνης και μουσικής. Αυτή η αύρα δεν είναι αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του αντικειμένου αλλά των εξωτερικών χαρακτηριστικών του (ποιος είναι ο κάτοχος και ιδιοκτήτης του, ο περιορισμένος χρόνος έκθεσής του, η δημοσιοποιημένη αυθεντικότητά του ή η πολιτιστική αξία του). Άρα, η αύρα είναι ενδεικτική της παραδοσιακής σχέσης της τέχνης με τις πρωτόγονες, τις φεουδαρχικές και τις αστικές δομές εξουσίας και της περαιτέρω σχέσης της με τις μαγικές, θρησκευτικές και κοσμικές τελετουργίες. Με την ανάπτυξη των συστημάτων τεχνικής αναπαραγωγής των έργων τέχνης και με την εφεύρεση μορφών τέχνης χωρίς ύπαρξη «πρωτοτύπων» (π.χ. κινηματογράφος) μπορούν όλοι/ες να βιώσουν ως μαζικό κοινό την εμπειρία της τέχνης που έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά του χώρου και της τελετουργίας με αποτέλεσμα την διάλυση της «αύρας». Ο Μπένγιαμιν, κατ’ αυτό τον τρόπο, δείχνει ότι δε συμμερίζεται την άποψη άλλων μελών της Σχολής, όπως ο Theodor Adorno που ανησυχούσε για την συνεπαγόμενη από τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση διαταραχή της σχέσης της τέχνης με τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης, απελευθερωτικού στοχασμού και επαναστατικής φαντασίας. Ο Μπένγιαμιν θεωρούσε ότι η σχέση τέχνης και πραγματικότητας ήταν πολύ πιο σύνθετη και η διάλυση της «αύρας» εμπεριέχει τις δυνατότητες της κοινωνικής απελευθέρωσης και της πολιτικοποίησης της τέχνης σε επαναστατική κατεύθυνση σε αντίθεση με τον φασισμό και το ναζισμό της εποχής τους που αισθητικοποιούσαν την πολιτική με σκοπό τον κοινωνικό έλεγχο των μαζών. Αναλύοντας τον κινηματογραφικό τομέα συγκεκριμένα, έδειξε πώς μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενεργών υποκειμένων, που να μπορούν να αντιληφθούν και να αναλύσουν τις εμπειρίες από την υπό διαρκή μεταβολή και αναταραχή βιομηχανική αστική κοινωνία των μεγαλουπόλεων. Δεν έπαψε, βέβαια, να επικρίνει τα προϊόντα και τις λειτουργίες της βιομηχανίας της κουλτούρας. Ο Μπένγιαμιν πιστός στις απόψεις του, τις οποίες συμμεριζόταν ο μεγάλος θεατρικός σκηνοθέτης Μπέρτολντ Μπρεχτ, καταπιάστηκε με τη συγγραφή κινηματογραφικών και θεατρικών σεναρίων.

Theodore Adorno και Max Horkheimer: Η διαλεκτική του διαφωτισμού

Επί της ουσίας, στις απόψεις του Μπένγιαμιν απάντησαν οι Αντόρνο και Χορχάιμερ με το έργο τους για τη διαλεκτική του διαφωτισμού. Υποστήριξαν ότι το σύστημα της πολιτιστικής παραγωγής (κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, εφημερίδες και περιοδικά) ελεγχόταν από τις διαφημιστικές και εμπορικές επιταγές, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ενσταλάζεται στους ανθρώπους η νοοτροπία της υποτέλειας στον καταναλωτικό καπιταλισμό. Υπό την πίεση του σύγχρονου κοινωνικού συστήματος οι λέξεις απέκτησαν αρνητικές έννοιες: ο Λόγος και ο Διαφωτισμός μετατράπηκαν από εργαλεία αλήθειας και απελευθέρωσης μετατράπηκαν σε εργαλεία κυριαρχίας. Ο Λόγος έγινε «εργαλειακός» και μείωσε τις ανθρώπινες υπάρξεις και τη φύση σε αντικειμενοποιημένα πράγματα και σε μετρήσιμες αριθμητικές ποσότητες. Διευκολύνθηκε η επιτάχυνση των εξελίξεων και ανακαλύψεων στην επιστήμη και την τεχνολογία αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε τεράστιο ηθικό κενό που οδήγησε στην κοινωνική ψύχωση κι αυτή με τη σειρά της στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζιστικών και φασιστικών καθεστώτων καθώς και στα γκουλάγκ της Σταλινικής ΕΣΣΔ. Η κουλτούρα μετατράπηκε σε μαζική διασκέδαση και η δημοκρατία παρήκμασε προς όφελος της κυριαρχίας των λαοπλάνων χαρισματικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Χίτλερ πάνω στις ανθρώπινες μάζες. Οι άνθρωποι, ουσιαστικά αποκήρυξαν τις ενδότερες επιθυμίες τους για να αφομοιωθούν από ένα τερατώδες διαστροφικό σύστημα που τους κατέστησε παθητικούς φορείς πολέμου και καταδίωξης.
Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ κατηγορήθηκαν ότι εστίασαν υπερβολικά στην ιδέα της χειραγώγησης και της μαζικής εξαπάτησης. Όμως, παρά την κριτική που τους ασκήθηκε, αυτοί επέμειναν σθεναρά υποστηρίζοντας ότι η θεωρία τους διορθώνει εκείνες τις απόψεις που υποβαθμίζουν τους τρόπους με τους οποίους οι βιομηχανίες των ΜΜΕ ασκούν εξουσία πάνω στο κοινό τους επιβάλλοντάς τους να συμπεριφέρονται με κομφορμιστική λογική και να υποτάσσονται στις επιταγές της διαφημιστικής και εμπορικής αγοράς.

Ο Jürgen Habermas και η δημόσια σφαίρα

Ο Γιούρκεν Χάμπερμας είναι νεότερο μέλος της Σχολής και φοιτητής των Αντόρνο και Χορκχάιμερ. Το 1962 στο σημαντικότερο βιβλίο της πρώιμης μαρξιστικής δουλειάς του ο Χάμπερμας εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώθηκε ιστορικά η πολιτιστική βιομηχανία για την οποία μίλησαν οι δάσκαλοί του. Η αστική κοινωνία του 18ο και 19ου αιώνα διαμόρφωσε μια «δημόσια σφαίρα» που παρεμβαλλόταν ανάμεσα στην κοινωνία πολιτών και στο κράτος και μεσολαβούσε μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων . Η αστική δημόσια σφαίρα συνέβαλε στην εδραίωση και εμβάθυνση του πεδίου δημοκρατικής συζήτησης και γνώμης που αντιτασσόταν στην κρατική εξουσία και στα πανίσχυρα συμφέροντα που διαμόρφωναν την κοινωνία. Βρήκε την έκφρασή της στα σαλόνια και στα καφέ, στις εφημερίδες και στα περιοδικά και τους εκδοτικούς οίκους που άνθιζαν στην Ευρώπη του 18ου και του 19ου αιώνα. Η μετάβαση από τη φιλελεύθερη δημόσια σφαίρα του Διαφωτισμού, που οδήγησε στις αστικές επαναστάσεις της Γαλλίας και της Αμερικής, στην κυριαρχούμενη από τα ΜΜΕ σφαίρα στη φάση του «προνοιακού κρατικού καπιταλισμού» και της «μαζικής δημοκρατίας» συνοδευόταν από την επικράτηση των γιγαντιαίων εθνικών -και αργότερα πολυεθνικών- επιχειρήσεων που μετέτρεψαν την ορθολογική δημόσια συζήτηση της δημόσιας σφαίρας από μηχανισμό συναίνεσης δια του κριτικού διαλόγου σε μηχανισμό συναίνεσης δια της χειραγώγησης. Οι πολίτες από σκεπτόμενα ορθολογικά άτομα μετατράπηκαν σε άβουλους καταναλωτές διασκεδαστικών εκπομπών και ειδήσεων.

Στον Χάμπερμας ασκήθηκε κριτική γιατί τείνει να εκθειάζει και να εξιδανικεύει αυτή τη δημόσια σφαίρα του 18ου αιώνα ξεχνώντας ότι από αυτήν αποκλείονταν οι πληβείοι εργάτες, οι γυναίκες κ.α. Παρ’ όλα αυτά ο Χάμπερμας επέμενε ότι μια δημόσια σφαίρα, πράγματι, αναδύθηκε επιτρέποντας σε ορισμένα μέλη της κοινωνίας να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση και ταυτόχρονα να αντιστέκονται στην αυθαιρεσία της αυταρχικής κρατικής εξουσίας.

Ο Herbert Marcuse και ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο Χ. Μαρκούζε παρέμεινε στις ΗΠΑ μετά την επιστροφή των υπόλοιπων εξόριστων μελών της Σχολής στη Γερμανία και αναδείχθηκε σε ιδεολογικό γκουρού των φοιτητικών κινημάτων της Βόρειας Αμερικής στη δεκαετία του ’60 των αντιπολεμικών και αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων. Με το πρώτο βιβλίο του εισήγαγε στις ΗΠΑ τη συζήτηση για τον Hegel προσπαθώντας να αναθεωρήσει τις παραδοσιακές οπτικές για τη μεθοδολογία του. Επανεισάγει τη διαλεκτική σε μια πανεπιστημιακή κοινωνία που κυριαρχείται από το μεθοδολογικό εμπειρισμό. Μελετά και το είναι και το δέον των πραγμάτων προσπαθώντας να εξηγήσει τις εντάσεις ανάμεσα στο δεδομένο και στο δυνατό, ανάμεσα στο άμεσο φαινόμενο και στην τελική πραγματικότητα. Αρνείται να προσδώσει κύρος και αυθεντία στο υπάρχον δείχνοντας ότι έχει τη δυνατότητα να αλλαχθεί. Κάθε υπάρχον εμπεριέχει και την άρνησή του. Η «άρνηση της άρνησης» είναι το στοιχείο εκείνο που συγκροτεί την «κριτική θεωρία».

Προσπάθησε επίσης να συνδυάσει το Μαρξισμό και την Ψυχανάλυση. Στο έργο του για το «μονοδιάστατο άνθρωπο» θεωρητικοποίησε την παρακμή των επαναστατικών δυνατοτήτων στις καπιταλιστικές κοινωνίες αποδίδοντάς την στη ανάπτυξη των νέων μορφών κοινωνικού ελέγχου. Η «αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία» δημιουργεί ψευδείς ανάγκες που δένουν το άτομο με την υπάρχουσα οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης την οποία αναπαράγουν με τη διαρκή παρέμβασή τους η κουλτούρα των ΜΜΕ, η διαφήμιση, η βιομηχανική διαχείριση και ο φιλελεύθερος λόγος με την συνεχή προσπάθεια εξάλειψης της κριτικής και της ριζικής αντιπολίτευσης. Το αποτέλεσμα είναι η επικράτηση ενός «μονοδιάστατου» τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Έτσι, ο Μαρκούζε έθεσε υπό ριζική αμφισβήτηση δύο βασικές θέσεις του παραδοσιακού Μαρξισμού. Κατά πρώτον, την ιδέα του προλεταριάτου ως αξιόπιστου φορέα επαναστατικής αντιπολίτευσης και, κατά δεύτερον, την ιδέα της αναπόφευκτης κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος. Αντί να αναζητά την αποκλειστικότητα της επανάστασης στην εργατική τάξη, τόνισε ότι εν δυνάμει επαναστατικοί φορείς ήταν οι μη ενσωματωμένες στο σύστημα μειονότητες, οι παρείσακτοι και η ριζοσπαστική διανόηση μέσω της διαμόρφωσης της «μεγάλης άρνησης». Απέναντι στο δογματικό σοβιετικό Μαρξισμό και τη δικτατορία του κόμματος ο Μαρκούζε ενέπνευσε τις δυνάμεις μιας Νέας Αριστεράς που συνδύασε με κριτικό τρόπο το Μαρξισμό και τις ιδέες της συμμετοχικής δημοκρατίας και του ανοίγματος σε μια σειρά πλουραλιστικών συμμαχιών, που περιλαμβάνουν κοινωνικά κινήματα και ομάδες σχετικά με θέματα όπως το κοινωνικό φύλο, η φυλή, η σεξουαλικότητα, η ειρήνη και το περιβάλλον. Ο Μαρκούζε συνέχισε ακατάπαυστα να ασκεί σκληρή κριτική στην αναπτυγμένη καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία, εκτός των άλλων και για το μιλιταρισμό, το ρατσισμό, το σεξισμό, τον ιμπεριαλισμό και την βίαιη αποικιακού χαρακτήρα παρέμβασή της στις αναπτυσσόμενες χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου».

Κριτική της «κριτικής θεωρίας»

Μια αρκετά ισχυρή κριτική που ασκήθηκε στη Σχολή της Φρανκφούρτης είναι ότι η νοοτροπία που επηρεάζει μεγάλο μέρος των απόψεων, ιδιαίτερα των κλασικών της, οδηγεί ουσιαστικά σε μια ρομαντική και ελιτίστικη κριτική της μαζικής κουλτούρας καλυπτόμενη από ένα «νεομαρξιστικό» μανδύα. Πολλοί εξ αριστερών επικριτές τονίζουν πως η «κριτική θεωρία» δεν είναι τίποτε άλλο από μορφή αστικού ιδεαλισμού που δεν σχετίζεται με πολιτική πρακτική και δεν συνδέεται με τα ριζοσπαστικά επαναστατικά κινήματα. Επιπλέον, ο πεσιμισμός πολλών μελών της Σχολής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προάγγελος της μεταμοντέρνας μελαγχολίας του τέλους του 20ού αιώνα που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της διεκδίκησης μιας άλλης κοινωνίας, κάτι που άρχισε να ξεπερνιέται όταν τα νέα κοινωνικά κινήματα διακήρυξαν ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ – ΜΜΕ
Επικοινωνία είναι:
• η αμοιβαία επαφή των μεταξύ ατόμων ή και ομάδων
• η μεταβίβαση και η ανταλλαγή μηνυμάτων, πληροφοριών από κάποιον που νοείται ως πομπός προς κάποιον που νοείται ως δέκτης μέσω κοινού συστήματος σημάτων, συμβόλων ή τρόπων μεταφοράς
• (συνεκδ.) η σύνδεση με τη βοήθεια συσκευών που εξασφαλίζουν την ανταλλαγή μηνυμάτων, πληροφοριών
• η μεταβίβαση μηνυμάτων, πληροφοριών από ομάδα λίγων ατόμων σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες
• η αμοιβαία επαφή μεταξύ προσώπων, η οποία χαρακτηρίζεται από κατανόηση και συνεργατικό πνεύμα

O όρος ΜΜΕ (Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, mass media) σε όλες εκείνες τις τις μορφές επικοινωνίας όπου μεγάλος αριθμός ανθρώπων εκτίθενται σε ένα πανομοιότυπο μήνυμα. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα έντυπα μέσα (εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία) και τα ηλεκτρονικά μέσα (κινηματογράφος, ραδιόφωνο, τηλεόραση και όλο και περισσότερο το διαδίκτυο που ορισμένες φορές εντάσσεται στα «νέα μέσα»).
• Ασύγχρονα μέσα, όπως είναι ο τύπος και το Διαδίκτυο, καθώς η πληροφορία τους μεταδίδεται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές για κάθε διακριτό χρήστη.
• Σύγχρονα ή ταυτόχρονα μέσα, όπως είναι το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, καθώς όλοι οι χρήστες λαμβάνουν την πληροφορία συγχρόνως.
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ: ΑΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΜΕΣΑ
Ως παραδείγματα ασύγχρονης και ταυτόχρονης επικοινωνίας, θα αναφερθούμε στην περίπτωση του διαδικτύου:
1. Ασύγχρονη επικοινωνία
Α. E-mail (συνέβαλε με επιτυχία στην μαζικοποίηση της χρήσης του διαδικτύου)
Β. Παγκόσμιος Ιστός (στα κινέζικα: «δίκτυο των δέκα χιλιάδων διαστάσεων στον ουρανό και την γη»). Περιβάλλον ασύγχρονης επικοινωνίας που αποτελεί ταυτόχρονα χώρο αναζήτησης πληροφοριών, χώρο αναψυχής αλλά και χώρο προσωπικών δημοσιεύσεων. Με τον κατάλληλο εξοπλισμό κάθε άτομο, ομάδα ή οργανισμός να δημιουργήσει ιστοσελίδα ή ιστολόγιο (blog) στον Παγκόσμιο Ιστό. Ειδικά χαρακτηριστικά του είναι το ελάχιστο κόστος και η δυνατότητα ανωνυμίας.
Γ. Ασύγχρονο φόρουμ συζήτησης
«Ηλεκτρονικά Βήματα Λόγου» (forum που υποτίθεται πως αντικαθιστούν την αρχαία αγορά και την άμεση δημοκρατία των ελλήνων στις σύγχρονες απρόσωπες και μαζικές κοινωνίας.
1. Ταχυδρομικοί κατάλογοι (mailing lists). Αυτόματη αποστολή σε μεγάλο αριθμό εγγεγραμμένων μελών του καταλόγου και στις κοινότητες διαδικτύου.
Ξεπερνά το μοντέλο ένας/έναν του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Οι συζητήσεις εξαρτώνται από τους συντονιστές της λίστας που συνεπάγεται άσκηση εξουσίας. Επειδή πρόκειται για χρονοβόρα διαδικασία, οι περισσότερες λίστες είναι ουσιαστικά ανοιχτές διαδικασίες κι ο καθένας συνεισφέρει με θέματα διαλόγου. Παρ’ όλα αυτά έστω και εν υπνώσει οι συντονιστές λειτουργούν ως «καλοπροαίρετοι δικτάτορες».
• 2. Ομάδες ειδήσεων (newsgroups)
Σε αυτή την περίπτωση δεν χρειάζεται συντονιστής και η συζήτηση είναι δημόσια και ο καθένας μπορεί να στέλνει και να ξεκινάει το θέμα πάνω στο οποίο γίνεται η συζήτηση με την μορφή των «νημάτων» (threads)

Οι ομάδες ειδήσεων δεν ελέγχονται από πουθενά. Ο καθένας συμμετέχει με μηνύματα και άρθρα που συνεπάγεται μια «αναρχική ισορροπία δυνάμεων». Η δομή και η τάξη είναι παρούσες, παρά την απουσία των οργάνων κεντρικής εξουσίας.

• 3. Σύστημα πίνακα ανακοινώσεων (BBS-bulletin board system):
Είναι ηλεκτρονικοί τόποι όπου οι χρήστες μπορούν να ανακοινώνουν πληροφορίες που θα διαβάσουν άλλοι χρήστες, να ανταλλάξουν μηνύματα ή να αναζητήσουν δεδομένα.

Δ. Μορφές ταυτόχρονης επικοινωνίας
1. Ηλεκτρονική αίθουσα συνομιλίας (chat room)
Φιλανδική επινόηση από τον Jarkko Oikarinen (Oulu University). Είναι σύστημα επικοινωνίας που παραμερίζει κάθε χρονικό εμπόδιο απόστασης και ταυτότητας στις σχέσεις των ανθρώπων. Η συζήτηση είναι ομαδική ή ατομική. Οι συμμετέχοντες μπορούν ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουν ποιοι είναι συνδεδεμένοι. Παρέχεται δυνατότητα μικρών διαλόγων (περιορισμένος αριθμός λέξεων) με πολλούς ή ιδιωτικών διαλόγων με τα μηνύματα να εμφανίζονται μόνο στις οθόνες των δύο συνομιλητών. Πιο εξελιγμένα συστήματα τύπου Skype προσφέρουν δυνατότητα (φτηνή υπερατλαντική τηλεφωνική επικοινωνία).
Η έλλειψη μη λεκτικής επικοινωνίας καλύπτεται με άλλα μέσα, όπως οι emoticons [πχ J ή L] και οι συντμήσεις [πχ 🙂 που σημαίνει χαίρομαι,:-( που σημαίνει λυπάμαι ή :-* που σημαίνει φιλάκι].
2. Προγράμματα ειδοποίησης και αποστολής άμεσων μηνυμάτων

Yahoo Messenger, ICQ (I seek you) κ.ά. Προγράμματα όπου κάθε χρήστης καταχωρεί σε «κατάλογο φίλων» τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των ατόμων με τα οποία θέλει να συνομιλεί. Λαμβάνει ειδοποίηση κάθε φορά που «φίλος» τον αναζητήσει για να συνομιλήσουν μεταξύ τους και αντίθετα. Στις μέρες μας αυτή η διαδικασία είναι ενσωματωμένη στα προγράμματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (π.χ. Yahoo, gmail κ.ά.)

3. MUDs (Multiple User Dungeons or Dimensions or Dialogue)
Συστήματα που ξεκίνησαν ως διαδικτυακά παίγνια και έχουν εξελιχθεί σε εικονικούς κόσμους στους οποίους οι συμμετέχοντες αλληλεπιδρούν μέσω κειμένων ή άβαταρ (avatar=γενική ονομασία των θείων ενσαρκώσεων στον Ινδουισμό για τις ενσαρκώσεις του Βισνού).
Αυτές οι κοινότητες δίνουν τη δυνατότητα σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο να συμμετέχει σε ένα κοινό χώρο (Κυβερνοχώρος) και να συνδιαμορφώσουν νέους εικονικούς κόσμους με νέους κάθε φορά κανόνες.
Αρνητικό στοιχείο είναι ότι συχνά αυτές οι κοινότητες έχουν γίνει, τρόπον τινά, φέουδα αυτών που τις πρωτοδημιουργούν που σημαίνει ότι είναι, αντίθετα από τις «καλοπροαίρετες δικτατορίες» για τις οποίες κάναμε λόγο νωρίτερα.
4. Μετακόσμοι (γραφικά chat, υπερμεσικά, chat, habitats, GMUKS graphical multi-user conversations)
Σε σχέση με τα MUDs και προγενέστερες εφαρμογές, οι Μετακόσμοι διαθέτουν ήχο και εικόνες. Συνομιλία μεταξύ των χρηστών με τη χρήση άβαταρ και εμφάνιση των λεχθέντων με τα «συννεφάκια» των γελοιογραφιών. Παρέχουν εικονικό «χώρο διαμονής» για τη δημιουργία της (ψευδ)αίσθησης πραγματικού χώρου
Χρήση δικών τους οικονομικών συστημάτων για τον καθορισμό της αξίας των αντικειμένων και των υπηρεσιών που προσφέρουν αλλά, κατά κύριο λόγο, για την αίσθηση «σταθερής κοινότητας».

5. Social Media

Τα «κοινωνικά μέσα» (blogs, facebook, twitter, academia, flickr, linkedin κ.α) μετατρέπουν τους μονολόγους σε διαλόγους με τη βοήθεια της τεχνολογίας της πληροφορικής. Βάση τους το WEB 2.0, δηλαδή οι δικτυακές εφαρμογές που διευκολύνουν με διαδραστικό τρόπο:
– Τη διάδοση και το μοίρασμα των πληροφοριών (information sharing)
– Τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ ποικίλων και διαφορετικών συστημάτων (interoperability)
– Τον επικεντρωμένο στο χρήστη σχεδιασμό (user-centered design)

Στη δεκαετία του ’60 ο Μάρσαλ Μακ Λούαν υποστήριξε ότι «το μέσο είναι το μήνυμα». Εννοούσε ότι κάθε μέσο επικοινωνίας έχει τα δικά του χαρακτηριστικά στοιχεία τα οποία διαμορφώνουν τα μηνύματα που λαμβάνονται και τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά από τον αποδέκτη. Έτσι, η τηλεόραση είναι κυρίως «οπτικό μέσο» και το κύριο μήνυμα μεταδίδεται μέσω των εικόνων. Μολονότι το ραδιόφωνο είναι «ακουστικό μέσο» απεχθάνεται τη σιωπή κι έτσι οι συνεντεύξεις και οι αντιπαραθέσεις που θεωρούνται καλύτερες είναι αυτές με τις μικρότερες απλές απαντήσεις. Δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη και συλλογισμούς. Ο έντυπος τύπος μπορεί να ασχοληθεί σοβαρά με τα διάφορα θέματα και τις ιδέες με πιο συστηματικό τρόπο αλλά ολοένα και περισσότερο προσχωρεί στη λογική του οπτικού μέσο με το στυλ του ταμπλόιντ: τίτλοι, σλόγκαν/συνθήματα, φωτογραφίες κλπ).

Γίνεται έντονη μάχη για να καθιερωθεί η «πλουραλιστική δημοκρατία» μέσω της λειτουργίας πολλών και ελεύθερων μέσων που εκφράζουν μια τεράστια γκάμα πολιτικών ιδεών και απόψεων. Ο έλεγχος των μέσων και η προκατάληψή τους είναι οι κύριες πηγές ανησυχίας κι ενδιαφέροντος για τους πολιτικούς αναλυτές. Η συγκέντρωση των εκδοτικών αυτοκρατοριών και των ραδιοτηλεοπτικών διαύλων στα χέρια ολίγων μεγιστάνων του Τύπου και άλλων μεγαλοεπιχειρηματιών (εφοπλιστές, κατασκευαστές κλπ) σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τη δημοκρατία. Ο έλεγχος των συντακτών και των δημοσιογράφων από τους ιδιοκτήτες των μέσων είναι εξίσου σοβαρό πρόβλημα. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το διαδίκτυο προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια έκφρασης ενός ευρύτατου φάσματος απόψεων και πραγματικής αντιπαράθεσης αλλά η επίδρασή του στην Πολιτική, μολονότι αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό, είναι ακόμη μικρή σε σχέση με την επιρροή που ασκούν οι mainstream εφημερίδες και τηλεοπτικοί δίαυλοι και δίκτυα εντός κι εκτός συνόρων επιβάλλοντας συγκεκριμένες απόψεις και αποσιωπώντας ή περιθωριοποιώντας άλλες.

«Η προκατάληψη των μέσων» παίζει πράγματι το ρόλο της; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι δεν εκτίθενται σε μηνύματα που δεν ανταποκρίνονται στις ιδέες τους ή τα φιλτράρουν και τα επανερμηνεύουν σύμφωνα με τις δικές τους προκαταλήψεις και οπτικές γωνίες. Πολλοί αποφεύγουν σχεδόν εντελώς τις πολιτικές σελίδες ή τις τηλεοπτικές ειδήσεις κι εκπομπές καταφεύγοντας στις αθλητικές σελίδες και κανάλια ή στις εκπομπές μόδας και τα αντίστοιχα ένθετα και περιοδικά έντυπα. Όμως, η συνεχής επανάληψη της μετάδοσης του μηνύματος, έστω και για λίγο, επηρεάζει τους χρήστες των μέσων κι αυτό είναι υπέρ του πομπού καθώς το μήνυμα παραμένει σε ισχύ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι π.χ. οι εφημερίδες μπορούν να επιδράσουν στην ψηφοφορία και ίσως σε ορισμένες στιγμές να έκριναν το τελικό αποτέλεσμα οριακών εκλογών (Ελλάδα, Ιούνιος 2012;).

Ο ρόλος των ΜΜΕ στην κοινωνική αλλαγή γίνεται ολοένα και πιο σημαντικός με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και την εντεινόμενη πολυπλοκότητας μιας «παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει περιληπτικά να αναφέρουμε τις κυριότερες θεωρίες για τα ΜΜΕ και το ρόλο τους.
i) Η θεωρία της «υποδόριας βελόνας» τονίζει ότι τα ΜΜΕ ασκούν άμεση, απευθείας και ισχυρή επιρροή στα ακροατήριά τους. Ειδικά κατά τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, τα ΜΜΕ θεωρούνταν ικανά να ασκούν πανίσχυρη επιρροή στην αλλαγή της κοινωνικής συμπεριφοράς. Παράγοντες που ευνοούσαν τη θεωρία αυτή ήταν η ραγδαία άνοδος του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, η ανάδυση των «βιομηχανιών της πειθούς», όπως η διαφήμιση και η προπαγάνδα, ο κινηματογράφος (κυρίως όσον αφορά την επιρροή του στα παιδιά, η απόλυτη μονοπώληση των ΜΜΕ από τα ναζιστικά και φασιστικά κόμματα που κατέλαβαν την εξουσία στη Γερμανία, την Ιταλία και στις χώρες όπου υπήρχαν δικτατορικά καθεστώτα. Έτσι τα μηνύματα που εκπέμπουν τα ΜΜΕ «εισχωρώντας» ως «ενέσιμο υγρό» στο μυαλό των ακροατών-θεατών προκαλούν επιθυμητές αποκρίσεις τους στον πομπό. Αργότερα με νεότερες έρευνες αμφισβητήθηκε η επιστημονική ακρίβεια της θεωρίας.
ii) Η θεωρία της διαμόρφωσης της ημερήσιας διάταξης (agenda setting). Τονίζει την ιδιαίτερη ικανότητα των ΜΜΕ να διαμορφώνουν τον κατάλογο με τα ζητήματα που θεωρούν σημαντικά και να επηρεάζουν την ποικιλία των θεμάτων που μπορεί να συζητήσει το κοινό των ΜΜΕ. Δύο βασικές παραδοχές αποτελούν τη βάση για την άποψη αυτή. Πρώτον, ότι ο Τύπος και τα ΜΜΕ δεν αντανακλούν την πραγματικότητα αλλά την φιλτράρουν και τη διαμορφώνουν και, δεύτερον, ότι η επικέντρωση των ΜΜΕ σε λίγα θέματα οδηγεί το κοινό στο να θεωρεί μόνο αυτά ως σημαντικά ή σημαντικότερα από κάποια άλλα.
iii) Η θεωρία της διάχυσης των καινοτομιών. Επικεντρώνεται στις συνθήκες που αυξάνουν ή μειώνουν την δυνατότητα μιας ιδέας, ενός προϊόντος ή μιας πρακτικής να υιοθετηθεί από τα μέλη μιας συγκεκριμένης κουλτούρας. Η θεωρία προβλέπει ότι τα ΜΜΕ όσο και οι διαπροσωπικές επαφές παρέχουν πληροφόρηση και επηρεάζουν την γνώμη και την κρίση των μελών του κοινού. Τέσσερα στάδια εντοπίστηκαν: α) εφεύρεση, β) διάχυση (ή επικοινωνία) μέσω του κοινωνικού συστήματος, γ) χρόνος, και δ) συνέπειες. Υπάρχουν πέντε κατηγορίες αποδεκτών που υιοθετούν τις καινοτομίες: α) οι καινοτόμοι (2,5% του συνόλου), β) οι πρώιμοι αποδέκτες (13,5%), γ) η πρώιμη πλειονότητα (34%), δ) η ύστερη πλειονότητα (34%) και οι καθυστερημένοι (16%). Άρα: Διάχυση είναι «η διαδικασία με την οποία μια καινοτομία διαδίδεται επικοινωνιακώς μέσω ορισμένων διαύλων σε μια χρονική περίοδο μεταξύ των μελών ενός κοινωνικού συστήματος.
iv) Η θεωρία της καλλιέργειας (cultivation theory). Μετά την παρακμή των θεωριών της «βελόνας» άρχισαν να εμφανίζονται νέες παραλλαγές τους πιο επεξεργασμένες εμπειρικά, όπως οι θεωρίες του «σταλαγμίτη». Αυτές χρησιμοποιούν τη μεταφορά του σταλαγμίτη για να δείξουν ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στη αργή συγκρότηση των σταλαγμιτών και στην αργή επενέργεια της επίδρασης των ΜΜΕ στα άτομα. Η έρευνα κατά τη δεκαετία του ’60 εστιάστηκε στην επίδραση που ασκεί η τηλεόραση στις ιδέες των τηλεθεατών σχετικά με το πώς μοιάζει ο κόσμος. Οι θεωρητικοί της καλλιέργειας υποστηρίζουν ότι η τηλεόραση βαθμιαία επιφέρει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που είναι μικρά και έμμεσα αλλά σωρευτικά και σημαντικά, καθώς επηρεάζει και διαμορφώνει τις αντιλήψεις των θεατών σχετικά με την κοινωνική πραγματικότητα. Τελικά, διαμορφώνει συνολικά μια νέα κουλτούρα Τα ΜΜΕ καλλιεργούν στάσεις και αξίες που είναι ήδη στοιχεία της κουλτούρας. Διατηρούν και διαδίδουν αυτές τις αξίες στα μέλη της κουλτούρας καθιστώντας ισχυρότερη τη συνοχή της. Επιπλέον, οδηγούν στην υιοθέτηση πολιτικών στάσεων του «μεσαίου χώρου» (mainstreaming). Οι θεωρητικοί της καλλιέργειας διακρίνουν μεταξύ «πρώτης τάξεως» (γενικές πεποιθήσεις για τον καθημερινό κόσμο π.χ. για την εξάπλωση της βίας) και «δευτέρας τάξεως» αποτελεσμάτων (ειδικές στάσεις όσον αφορά π.χ. το νόμο και την τάξη ή την προσωπική ασφάλεια) καθώς και μεταξύ όσων βλέπουν πολλές ώρες τηλεόραση (heavy viewers) και όσων βλέπουν λίγο (light viewers) και έχουν εναλλακτικές πηγές ενημέρωσης σε αντίθεση με τους πρώτους που αντιλαμβάνονται τον κόσμο αποκλειστικά μέσω της τηλεοπτικής οθόνης.
v) Η θεωρία του μέσου. Η θεωρία αυτή προκάλεσε σάλο στο χώρο της κοινωνιολογίας των ΜΜΕ καθώς υποστήριζε ότι «το μέσο είναι το μήνυμα», δηλαδή ότι το είδος του μέσου επηρεάζει την αντίληψη. Επισημαίνεται ότι οι δίαυλοι δε διαφέρουν μόνο ως προς το περιεχόμενό τους αλλά και όσον αφορά τον τρόπο με το οποίο αφυπνίζουν και τροποποιούν σκέψεις και αισθήσεις. Τα μέσα διαχωρίζονται ανάλογα με τις γνωστικές διαδικασίες που απαιτεί το καθένα. Οι δίαυλοι είναι κυρίαρχη δύναμη που πρέπει να τους κατανοήσουμε ώστε να γνωρίσουμε τους τρόπους με τους οποίους τα μέσα επηρεάζουν την κοινωνία και την κουλτούρα. Η θεωρίας εστιάζεται στα χαρακτηριστικά του κάθε μέσου αντί στο περιεχόμενο ή στο πώς λαμβάνει την πληροφόρηση. Το μέσο δεν είναι απλώς μια εφημερίδα ή το διαδίκτυο ή μια ψηφιακή κάμερα κ.ο.κ. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον μέσω μιας ορισμένης ισορροπίας ή αναλογίας των αισθήσεων. Το εκάστοτε κυρίαρχο μέσο παράγει μια ιδιαίτερη αναλογία αισθήσεων επηρεάζοντας έτσι την ίδια την αντίληψη.
vi) Το σπιράλ της σιωπής. Πρόκειται για απόπειρα εξήγησης του τρόπου διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και ενδιαφέρεται κυρίως να δώσει απάντηση στο ερώτημα του γιατί οι άνθρωποι τείνουν να παραμένουν σιωπηλοί όταν οι απόψεις τους βρίσκονται στην πλευρά της μειοψηφίας. Η θεωρία στηρίζεται σε 3 υποθέσεις. Πρώτον, ότι οι άνθρωποι διαθέτουν την «έκτη αίσθηση», δηλαδή ένα «οιονεί στατιστικό όργανο» που το χρησιμοποιούν για να αντιλαμβάνονται την επικρατούσα γνώμη πριν από την όποια επίσημη καταγραφή της σε εκλογές, δημοσκοπήσεις και έρευνες. Δεύτερον, ότι οι άνθρωποι φοβούνται μήπως απομονωθούν και γνωρίζουν ποιες είναι οι συμπεριφορές που μπορούν να οδηγήσουν στην κοινωνική απομόνωση. Τρίτον, οι άνθρωποι αποφεύγουν να εκφράζουν τη δική τους άποψη από φόβο μήπως απομονωθούν.