Θεωρίες των Ελίτ για το κράτος

Θεωρίες των Ελίτ για το κράτος

του Θανάση Τσακίρη

Ο όρος «ελίτ» έχει κατά κόρον χρησιμοποιηθεί στην πολιτική ζωή για να δειχθεί ότι έχουν διαμορφωθεί πολιτικές και κοινωνικές ανισότητες αλλά και για καταδικαστούν φαινόμενα πολιτικής και κοινωνικής επιθετικότητας εναντίον εθνών και λαών από πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις με μεγαλύτερη ισχύ.

Οι θεωρητικοί στοχαστές έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο ως εργαλείο για τη μελέτη του ρόλου και της οργάνωσης του κράτους και της κοινωνίας. Από την αρχαιότητα ως τους νεώτερους χρόνους ο όρος «ελίτ» αναφέρεται σε συγκεκριμένες αντιλήψεις για την εξουσία, τη δυναμική, την ανισότητα και την πολιτική. Ο Πλάτωνας έκανε την αρχή και την συνέχισε ο Μακιαβέλι στα βήματα του οποίου βάδισε μια γενιά κοινωνικών επιστημόνων με αναφορά κυρίως στην Ιταλία από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και το μεσοπόλεμο.

Στο 8ο βιβλίο της Πολιτείας, ο Πλάτωνας εντοπίζει 4 τύπους κυβέρνησης ή κρατικών σχηματισμών κατά τους κλασικούς χρόνους:
– Τιμοκρατία ή τιμαρχία δηλαδή «κυβέρνηση τιμής» ή κυβέρνηση των καλύτερων (Κρήτη, Σπάρτη).
– Ολιγαρχία, δηλαδή κυβέρνηση που στηρίζεται στην αξία της περιουσίας, κάτι που σημαίνει ότι οι πλούσιοι έχουν εξουσία ενώ οι φτωχοί είναι στερημένοι δικαιωμάτων.
– Δημοκρατία, που δηλώνει την εξέγερση των φτωχών εναντίον των πλουσίων ή απόσυρση των πλουσίων από την κρατική εξουσίας λόγω του φόβου της. Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι αλλά η κυβέρνηση κυριαρχείται από διασπαστικές τάσεις και αταξία.
– Τυραννία.
Τόσο στην πραγματικότητα όσο και στην ιδεώδη Πολιτεία οι μειοψηφικές ελίτ είναι που κυβερνούν. Οι «φύλακες» της Πολιτείας είναι ακριβώς αυτοί που θα αποτελούν τις κυβερνώσες ελίτ του κράτους.

Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά όρισε το κράτος ως μια πολιτική κοινότητα προσανατολισμένη στην επίτευξη του κοινού καλού. Αντιλαμβανόταν το κράτος ως έναν «φυσικό» ιστορικό σχηματισμό με βάση στην οικονομία, στη δομή της οικογένειας, στην ηθική. Οι βασικές πολιτικές μορφές κράτος που διέκρινε ήταν το μοναρχικό, το αριστοκρατικό και το δημοκρατικό με την ιδιαίτερη ιστορία τους και την εξέλιξή τους από την ανάπτυξη ως την παρακμή. Αυτές οι μορφές εξελίσσονται μέσω φάσεων κατά τις οποίες είναι η ανθρώπινη βούληση και δράση μπορεί να αποφασιστική και να επιταχύνει την ωρίμανσή αποφεύγοντας την παρακμή. Η πρακτική της πολιτικής είναι η επιλογή μεταξύ αυτών των μορφών και των συνδυασμών τους.

Ο Νικολό Μακιαβέλι αντιλήφθηκε το κράτος ως μια ενιαία δομή τα στοιχεία της οποίας ανταποκρίνονται σε ένα κέντρο εξουσίας. Κατ’ αυτόν το κράτος ενσωματώνει όλη την νόμιμη εξουσία που υπάρχει στην επικράτεια την οποία εκπροσωπεί. Τίποτα δεν είναι ανώτερο από το κράτος. Έτσι το ισχυρό και καλά οργανωμένο κράτος θα απολαμβάνει την αναμφισβήτητη αφοσίωση όλων των πολιτών της. Πρόκειται ηθικά ουδέτερη και ισχυρή οντότητα που χρησιμοποιείται από αυτούς που την ελέγχουν για την επίτευξη οποιουδήποτε στόχους θεωρούν σωστούς. Όσο καλύτερη είναι η κατασκευή του κράτους τόσο πιο σταθερό και ισχυρό είναι. Ο Μακιαβέλι ισχυριζόταν ότι όλα τα κράτη είναι είτε αβασίλευτες δημοκρατίες είτε μοναρχίες. Ο ίδιος ασχολήθηκε με τις μοναρχίες.

Κοινό μεθοδολογικό σημείο της «Ιταλικής σχολής» είναι η αντίληψή της για τον άνθρωπο που τον θεωρεί όχι ως ένα ον που κοινωνικοποιείται στο πλαίσιο ενός πλέγματος σχέσεων και διαμορφώνεται από τους θεσμούς αλλά ως ένα ον με ορισμένα απολύτως σταθερά βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία ο επιστήμονας οφείλει να μελετήσει για να αναδείξει την «ανθρώπινη φύση» ώστε να προσδιορίσει τη συμπεριφορά σε διαφορετικές συνθήκες και περιστάσεις.

Σε γενικές γραμμές η θεωρία υποστηρίζει ότι η εξουσία βρίσκεται σε κάθε οργάνωση και θεσμό της πολιτείας στα χέρια των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ και στα διάφορα δίκτυα σχεδιασμού πολιτικών προγραμμάτων που άλλοτε έχουν θεσμική υπόσταση και άλλοτε έχουν αφανή παρέμβαση από τα παρασκήνια. Οι θεωρητικοί αυτοί μελέτησαν με συστηματική έρευνα αυτές καθαυτές τις ελίτ. Ενδιαφέρονταν για τις σχέσεις των ελίτ με τις μάζες και για τις σχέσεις τόσο στο εσωτερικό των ελίτ όσο και μεταξύ τους, όσο ανταγωνίζονται για την εξουσία και όσο την κατέχουν. Τη θεωρία, λοιπόν τη χαρακτηρίζουν:
α) η πεποίθηση περί του αναπόφευκτου της κυριαρχίας των ελίτ και περί του παραλόγου της φιλελεύθερης δημοκρατίας
β) η απόρριψη του οικονομισμού του Μαρξισμού (δηλ. της εκδοχής εκείνης που θεωρεί ότι η οικονομία είναι ο πιο καθοριστικός -συχνά μοναδικός όπως λένε κάποιοι «χυδαίοι μαρξιστές»- παράγοντας της κοινωνικής δυναμικής)
γ) η πεποίθηση περί της δυνητικής αυτονομίας του κράτους από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις.

Για αυτούς τους θεωρητικούς η εξουσία είναι συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια αλλά θεωρούν πως είναι ο διευθυντικός/διοικητικός έλεγχος είναι ο καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας ανισοτήτων πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης κι όχι η ιδιοκτησία που έλεγαν οι Μαρξιστές. Είναι αποτέλεσμα της κατοχής των θέσεων εξουσίας στους γραφειοκρατικούς θεσμούς και οργανώσεις καθώς και της αυθεντίας κορυφαίων προσώπων όπως οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι που μπορούν να ασκούν επιρροή χωρίς να κατέχουν επίσημες πολιτικές θέσεις. Οι ελίτ που κατέχουν τις πολιτικές θέσεις σε οργανώσεις και τους κρατικούς ελέγχουν πόρους με αποτέλεσμα την δυνατότητα ελέγχου του συνόλου του δημόσιο βίο και της κοινωνικής ζωής, από την κυβέρνηση και τις κρατικές διοικητικές υπηρεσίες ως τις τράπεζες, τα θρησκευτικά ιδρύματα και οργανώσεις, τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα ΜΜΕ κ.ά. Ο απλός λαός, οι πολίτες είναι αποκλεισμένοι και ελεγχόμενοι από τη `μειοψηφία που έχει προβλέψει να είναι στο απυρόβλητο, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι θεωρητικοί αφήνοντας μια αίσθησης απαισιοδοξίας.

Οι βασικότεροι εκπρόσωποι της θεωρίας είναι οι Βιλφρέντο Παρέτο και Γκαετάνο Μόσκα. Έδωσαν στην Πολιτική Κοινωνιολογία μια άλλη «μεγάλη θεωρία», την «Θεωρία των Ελίτ». Αμφότεροι μίλησαν για την «κυκλοφορίας των ελίτ». Ο Παρέτο (1848-1923) αρχικά εκπαιδεύτηκε ως πολιτικός μηχανικός και μαθηματικά αλλά συνέχισε να σπουδάσει Πολιτική Οικονομία, Πολιτική Επιστήμη και να καταλήξει στην Κοινωνιολογία. Μεθοδολογικά προσπάθησε να μαθηματικοποιήσει και να φυσικοποιήσει τις κοινωνικές επιστήμες. Μεταξύ των άλλων προσπάθησε να παίξει σημαντικό πολιτικό ρόλο και μετακινήθηκε από το χώρο του φιλελευθερισμού στη μεγάλη χοάνη του αντι-φιλελευθερισμού και κατέληξε στο Μουσολινικό φασισμό ως διορισμένος από το βασιλιά γερουσιαστής.

Ο Παρέτο υποστήριξε ότι η κοινωνία είναι ένα «μηχανικό σύστημα» του οποίου πρέπει να μελετηθούν 3 στοιχεία:
1. Γεωγραφικό και φυσικό περιβάλλον
2. Χωρικοί και ιστορικοί παράγοντες που επιδρούν στις σχέσεις της κοινωνίας με άλλες κοινωνίες
3. Εσωτερικά στοιχεία, τα οποία ο ίδιος μελέτησε σχεδόν αποκλειστικά.

Λέγοντας «εσωτερικά στοιχεία» εννοούσε κυρίως τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις ανθρώπινες ενέργειες. Τις ενέργειες τις διακρίνει σε «λογικές» και σε «μη λογικές». Οι πρώτες είναι οι λιγότερες. Περισσότερες είναι οι δεύτερες και διαφέρουν από τις «παράλογες» κατά το ότι οι «μη λογικές» δεν κατευθύνονται σε σαφείς αρθρωμένους και κατανοητούς στόχους. Αυτή τη θέση τη στηρίζει με βιολογικού χαρακτήρα βάση. Θεωρεί ότι η ανθρώπινη δράση έχει τη ρίζα της σε κινητήριες δυνάμεις ή προδιαθέσεις που τις αποκαλεί «κατάλοιπα» που προέρχονται από αυτό που ονομάζει «συναισθήματα» που με τη σειρά τους γίνονται αντιληπτά στο πλαίσιο βασικών βιοφυσικών καταστάσεων που ονομάζονται «ένστικτα». Μία από αυτές τις θεωρητικές κατασκευές του μοντέλου Παρέτο, καταγωγή από τη θεωρία του Μακιαβέλι, έχει ως αντικείμενό της την διαφορά μεταξύ των «ψυχολογικών καταλοίπων» του «ενστίκτου των συνδυασμών» και της «διατήρησης της αδράνειας», δηλαδή της τάσης για ανακάλυψη ή καθιέρωση σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων και των ιδεών από τη μια και της τάσης αντίστασης στις αλλαγές και στους συνδυασμούς αυτούς (οι άνθρωποι στους οποίους υπερισχύει το πρώτο θεωρούνται «αλεπούδες» και σε όσους υπερισχύει το δεύτερο «λιοντάρια»). Όταν οι κυβερνώντες θεωρούνται αλεπούδες και οι μάζες λιοντάρια, τότε η κατάσταση παραμένει σταθερή. Όταν, όμως, είναι κι οι δύο λιοντάρια, τότε η κοινωνία είναι εντελώς στάσιμη, καθώς οι μεν κυβερνούν με τη βία οι δε δεν έχουν τα προσόντα για να τους ανατρέψουν. Στην περίπτωση, όμως, που οι μάζες γίνουν περισσότερο αλεπούδες προκαλείται αστάθεια αν οι κυβερνώντες, που είναι πολύ αλεπούδες, «εκφυλιστούν» τόσο ώστε να μην θέλουν να χρησιμοποιήσουν βία. Υπάρχει όμως και η βαλβίδα ασφαλείας της κυβερνώσας ελίτ, που λέγεται «κοοπτάτσια» ή «ενσωμάτωση» ή «κυκλοφορία των ελίτ» στη γλώσσα της θεωρίας αυτής. Αν και αυτή η βαλβίδα αχρηστευτεί, τότε η επανάσταση των μαζών είναι σίγουρη.

Ο Γκαετάνο Μόσκα, το δεύτερο μέλος της «σχολής των ελίτ» όρισε τις σύγχρονες ελίτ, σε αντίθεση με τις «πρωτόγονες», με βάση τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητές τους που χρειάζονται στην πάλη για την απόκτηση πολιτικής εξουσίας στις σύγχρονες γραφειοκρατικές κοινωνίες. Προσπάθησε να υπερβεί κάπως το βιολογικό ντετερμινισμό του Παρέτο και να δώσει μια πιο κοινωνιολογική χροιά στη θεωρία των ελίτ. Οι πολιτικές ελίτ δεν είναι εκ φύσεως κληρονομικές αλλά μέλη τους μπορούν να γίνουν άνθρωποι προερχόμενοι από όλες τις τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, ο Μόσκα διατύπωσε την ‘ελιτίστικη θεωρία τη δημοκρατίας’ με βάση τις απόψεις του Πλάτωνα για τις μειοψηφίες που είναι αυτές που τελικά παίρνουν τις αποφάσεις. Ο Μόσκα προτιμούσε τους όρους «άρχουσα τάξη», «κυβερνώσα τάξη» και «πολιτική τάξη» αλλά δεν διαφωνούσε επί της ουσίες με τις σημασίες που έδωσε στους όρους ο Παρέτο: Σε όλες τις κοινωνίες . . .δύο τάξεις ανθρώπων εμφανίζονται- μια τάξη που άρχει και μια τάξη που άρχεται. Η πρώτη τάξη, πάντοτε η πιο ολιγάριθμη, εκτελεί όλες τις πολιτικές λειτουργίες, μονοπωλεί την εξουσία και απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα που φέρνει μαζί της η εξουσία ενώ η δεύτερη τάξη η πιο πολυάριθμη διευθύνεται και ελέγχεται από την πρώτη με τρόπο που σήμερα είναι λίγο ή πολύ νόμιμος, λίγο ή πολύ αυθαίρετος και βίαιος». Πίστευε ότι μια μικρή άρχουσα τάξη μονοπωλούσε την εξουσία και επωφελείται από τη θέση της αλλά και ότι η πλειοψηφία θα μπορούσε, αν δυσφορούσε έντονα, να επηρεάσει την άρχουσα τάξη ακόμη και να την ανατρέψει και να πάρει τη θέση της. Δίνοντας έμφαση σε αυτή την «κυκλοφορία των ελίτ» ο Μόσκα απέδιδε σημασία στην εμφάνιση και άνοδο των νέων κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων.

Παράλληλα με τους «ελιτιστές» άρχισε έρευνα για τα ενδιάμεσα επίπεδα του πολιτικού συστήματος, δηλαδή για τα πολιτικά κόμματα και τις ομάδες πίεσης και διαμεσολάβησης συμφερόντων. O πρώτος ερευνητής που διατύπωσε θεωρία για τα πολιτικά κόμματα ήταν ο Μωϋσής Οστρογκόρσκι, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του έργου του Η δημοκρατία και η οργάνωση των πολιτικών κομμάτων υποστήριζε ότι ενώ μεν μελετούσε τις λειτουργίες της δημοκρατικής κυβέρνησης στην ουσία δεν αποτελούσαν οι θεσμοί το αντικείμενό του αλλά οι πολιτικές δυνάμεις. Ο Οστρογκόρσκι ήταν ένας από τους πρώτους πολιτικούς κοινωνιολόγους που αντιλήφθηκαν το ζωτικότατο ρόλο των πολιτικών κομμάτων για τη λειτουργία των δημοκρατικών καθεστώτων του 20ου αιώνα, Με την ανάπτυξη της ζωής των πολιτικών κομμάτων αναπτύσσονται και αποκτούν προσανατολισμό η εστίαση των πολιτικών αισθημάτων και οι ενεργές βουλήσεις των πολιτών μιας δημοκρατικής πολιτείας. Όμως, συμμεριζόταν και τους φόβους ότι στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας η πίστη στο κόμμα γίνεται κάτι ανάλογο με τη θρησκευτική πίστη και δημιουργούνται κίνδυνοι καθώς διέβλεπε έναν ιδιόμορφο οργανωτικίστικο ντετερμινισμό. Αυτό το εξέφρασε στο εν λόγω βιβλίο τονίζοντας ότι «άπαξ και ιδρυθεί ένα κόμμα, ακόμη και αν δημιουργείται για τον ευγενέστερο των σκοπών, αυτοδιαιωνίζεται και τείνει προς τον εκφυλισμό. Αυτή η θέση του επηρέασε τον γερμανό (σοσιαλδημοκράτη αρχικά) πολιτικό κοινωνιολόγο Ρόμπερτ Μίκελς που ήδη η σκέψη του είχε επιρροές από τις «θεωρίες των ελίτ»). O Μίκελς τόνισε ότι, ανεξάρτητα από το αν εκφράζεται ρητά ή σιωπηρά, υπάρχει σαφής τάση ανάπτυξης «θεσμικών» συμφερόντων τόσο στα εργατικά συνδικάτα όσο και στα εργατικά κόμματα. Τα «θεσμικά» συμφέροντα έρχονται συχνά σε αντίθεση με τα συμφέροντα των μελών των εργατικών συνδικάτων. Διαμορφώνεται στα εργατικά συνδικάτα και κόμματα μια εκπαιδευμένη ελίτ εργατών οι οποίοι, από την ηγετική θέση τους στα συνδικάτα, δημιουργούν για τους εαυτούς τους υλικές και κοινωνικές συνθήκες διαφορετικές από αυτές των εργατών-μελών των μόνιμων και θεσμοποιημένων πλέον εργατικών οργανώσεων. Τόνισε επίσης ότι λόγω του διαχωρισμού ηγεσίας-βάσης επέρχεται αναγκαστικά η συνεχής πολιτική συντηρητικοποίηση της ηγεσίας και η αποστασιοποίηση των μελών των ηγετικών ομάδων από τους αρχικούς ριζοσπαστικούς στόχους και πολιτική των οργανώσεών τους. Αυτός είναι ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας» που διατύπωσε ο Μίκελς.

Συμπερασματικά, τα κύρια στοιχεία της «θεωρίας των ελίτ» είναι τα ακόλουθα
 Η ιστορία της πολιτικής είναι η ιστορία της κυριαρχίας των ελίτ.
 Gaetano Mosca: «Σ’ όλες τις κοινωνίες (…) δύο μόνο τάξεις εμφανίζονται – μία τάξη που κυριαρχεί και μία που κυριαρχείται.»
 Ο χαρακτήρας κάθε κοινωνίας προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της ελίτ της.

Τρεις βασικές θέσεις

 Πλάτων, Μακιαβέλι, Παρέτο, Μόσκα, Μίκελς
 Κοινή θέση: η συγκέντρωση της κοινωνικής εξουσίας σε ένα μικρό σύνολο ανθρώπων που αποτελούν την ελέγχουσα ελίτ ήταν αναπόφευκτη σ’ όλες τις κοινωνίες. Άρνηση της Μαρξιστικής λογικής περί δυνατότητας ύπαρξης αταξικών κοινωνιών.
 Μίκελς: Σε κάθε οργάνωση ισχύει ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας».
 Βιλφρέντο Παρέτο: η ιστορική εμπειρία μας προσφέρει αποδείξεις για τη διαρκή κυκλοφορία των ελίτ (δάνειο η παρομοίωση των ελίτ από το Μακιαβέλι με «λιοντάρια» και «αλεπούδες».
Ελίτ αλεπούδες vs Ελίτ λιοντάρια
 Αλεπούδες: κυβερνούν προσπαθώντας να πετύχουν συναίνεση, δεν είναι πρόθυμες να καταφύγουν στη βία, είναι έξυπνες και πανούργες, επιχειρηματικές, καλλιτεχνικές-πνευματικές και καινοτόμες. Ο ανθρωπισμός τους σε καιρό κρίσης οδηγεί στο συμβιβασμό και στον πασιφισμό => εξασθένιση καθεστώτος.

 Λιοντάρια: δυνατοί, σταθεροί και ακέραιοι άνθρωποι.
– Ψυχροί και στερούμενοι φαντασίας είναι πάντα πρόθυμοι να προσφύγουν στη βία για την επιβολή των θέσεών τους ή για την υπεράσπισή τους.
– Υπερασπιστές της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων τόσο στο κράτος όσο και στην κοινωνία πολιτών.
– Στρατεύονται υπέρ της δημόσιας τάξης, της θρησκείας και της πολιτικής ορθοδοξίας.

 Οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των δύο τύπων ελίτ είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα.
 Η ιστορία είναι η διαδικασία κυκλοφορίας μεταξύ αυτών των δύο τύπων ελίτ
 Το ιδεώδες σύστημα διακυβέρνησης θα αντανακλούσε μια ισορροπία δυνάμεων που θα περιείχε χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο των «λιονταριών» όσο και των «αλεπούδων».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: