Σύντομη αναδρομή στην ιστορία της ιδέας της «κοινωνίας των πολιτών»

Σύντομη αναδρομή στην ιστορία της ιδέας της «κοινωνίας των πολιτών»

του Θανάση Τσακίρη

Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή για να δούμε πώς εξελίχθηκε η έννοια αυτή. Στη διάρκεια πολλών αιώνων πριν από την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση και τους χρόνους της νεωτερικότητας, δηλαδή κατά τους κλασικούς και μεσαιωνικούς αιώνες, η «κοινωνία των πολιτών» γινόταν αντιληπτή ως «η πολιτικά οργανωμένη κοινοπολιτεία». Ανεξάρτητα από την θρησκευτική ή κοσμική φύση της εξουσίας, η «κοινωνία των πολιτών» καθιστούσε δυνατή την ύπαρξη της «πολιτισμένης κοινωνίας» καθώς οι άνθρωποι ζούσαν σε νομοκατεστημένες ενώσεις που προστατεύονταν με την εξαναγκαστική ισχύ του κράτους. Η βαθμιαία υπονόμευση των μεσαιωνικών κρατών και η αντίστοιχη άνοδος των κρατών-εθνών και εξάπλωση των εθνικών αγορών είχε ως συνέπεια να δρομολογηθεί μια νέα συζήτηση για την έννοια της «κοινωνίας των πολιτών». Τώρα πια, κατά μία εκδοχή, γινόταν αντιληπτή ως «ο πολιτισμός που στηρίζεται από την παραγωγή, το ατομικό συμφέρον, τον ανταγωνισμό και την ανάγκη.» Για τους περισσότερους, ο «Διαφωτισμός» πρόσφερε άνευ προηγουμένου ευκαιρίες για την ελεύθερη προσωπική ύπαρξη που αναπτύσσεται εν μέσω του εμπορίου, της επιστήμης και της κουλτούρας. Όμως, για άλλους σήμαινε αταξία, ανισότητες και συγκρούσεις με αποτέλεσμα να χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους για τον έλεγχο των πληθυσμών. Από τη μια πλευρά, δηλαδή αυτή της αστικής πολιτικής σκέψης, η κλασική εκδοχή τονίζει την διχοτομία μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών και αναζητά τρόπους συγκράτησης του κράτους και σεβασμού της αυτονομίας της κοινωνίας και της ελευθερίας των πολιτών (Τζων Λοκ) ενώ η πιο προχωρημένη εκδοχή (Αλέξις ντε Τοκβίλ) επιδιώκει την αυτοκυβέρνηση των πολιτών την οποία θεωρεί ως την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της ελευθερίας και αντιλαμβάνεται την κοινωνία των πολιτών ως ένα σύνολο ενώσεων όπου «τα αισθήματα και οι ιδέες ανανεώνονται, οι καρδιές μεγαλώνουν και η κατανόηση αναπτύσσεται» και τίθενται όρια στη δράση και παρέμβαση ενός ολοένα και μεγεθυνόμενου κράτους. Τέλος, μια διαφορετική σκοπιά είναι αυτή του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ που θεωρούσε την «κοινωνία των πολιτών» ως μια κοινότητα στο πλαίσιο της οποίας η αλληλεγγύη συμφιλιώνει την υποκειμενικότητα των ιδιωτικών συμφερόντων με την αντικειμενικότητα του κοινού καλού. Όμως, η αδιαφορία του για τις ενδιάμεσες ενώσεις του στοίχισε την απόδοση της κατηγορίας περί «ολοκληρωτισμού».

Από την άλλη πλευρά, ο Γκεόργκ Χέγκελ τόνιζε ότι η «κοινωνία των πολιτών» κατοικείται από τον «οικονομικό άνθρωπο» (homo economicus) και συγκροτείται από τα «ιδιωτικά συμφέροντά του». Μεταξύ της οικογένειάς του και του κράτους υπάρχει ένα δίκτυο κοινωνικών σχέσεων που συνδέει τα αυτοεξυπηρετούμενα άτομα μεταξύ τους σε μια μεσολαβούσα σφαίρα κοινωνικών συνδέσεων και ηθικής ελευθερίας. Αυτή, όμως, η «κοινωνία των πολιτών» αποτυγχάνει, κατ’ αυτόν, να πραγματοποιήσει πλήρως την ελευθερία επειδή δεν είναι σε θέση να επιλύσει το διαρκώς εμφανιζόμενο πρόβλημα της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Η λύση, όμως, που προτείνει είναι ακόμη πιο προβληματική˙ μόνο ένα γραφειοκρατικό κράτος τύπου Πρωσίας μπορούσε να λύσει τα προβλήματα των κοινωνικών ανταγωνισμών. Εδώ παρεμβαίνει ο Κάρλ Μαρξ, ο οποίος, ενώ κατ’ αρχήν συμφωνεί με τη χεγκελιανή διάγνωση του προβλήματος, διαφωνεί πλήρως με τη χεγκελιανή λύση. Κατά τον Μαρξ δεν μπορεί το κράτος να γίνει αντιληπτό ξέχωρα από τις οικονομικές διεργασίες. Ουσιαστικά, η συμβολή του Μαρξ έγκειται στην ανάδειξη του χαρακτήρα της «κοινωνίας των πολιτών» ως μιας μη αυτόνομης σφαίρας αυτοπροσδιοριζόμενης δημοκρατικής δραστηριότητας που είναι σαφέστατα ταξική. Για το λόγο ετούτο, διατύπωσε μια «θεωρία κοινωνικής επανάστασης» που τοποθετούσε το προλεταριάτο στο επίκεντρο της σοσιαλιστικής πολιτικής και αποσκοπούσε στον πλήρη εκδημοκρατισμό της «κοινωνίας των πολιτών». Η συζήτηση για την «κοινωνία των πολιτών» ξαναρχίζει όταν ανακαλύπτεται το έργο του Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος προτού θέσει το πρόβλημα της επαναστατικής στρατηγικής στη Δύση θέτει ζήτημα κατανόησης των σχέσεων της «πολιτικής κοινωνίας» και της «κοινωνίας των πολιτών». Ο ίδιος τόνισε ότι στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Δύση «η κοινωνία των πολιτών έχει καταστεί δομή πολυσύνθετη και ιδιαίτερα ανθεκτική στις καταστροφικές επιδρομές του άμεσου οικονομικού στοιχείου». Η συμβολή του έγκειται στο ότι υποστηρίζει πως θα χρειαστεί η συγκρότηση ενός κοινωνικο-πολιτικού συνασπισμού που πρώτα θα κατακτήσει την ιδεολογική ηγεμονία στην «κοινωνία των πολιτών» για να καταλάβει την πολιτική εξουσία με διαδικασίες που θα καθιερώνουν και θα εγγυώνται την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση των παραγωγών πολιτών. Ο Γκράμσι συγκρότησε το σχήμα του για τις σχέσεις μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας και κράτους στη βάση δύο αντιθέσεων, δηλαδή αυτής μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου και αυτής μεταξύ συναίνεσης και εξαναγκασμού. Αυτή η δυάδα αντιθέσεων θα επανέλθει στο σχήμα του Λουί Αλτουσέρ, ο οποίος θα κάνει λόγο για την κυριαρχία των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, και ιδιαίτερα για την συμβολή των πρώτων στην επίτευξη της συναίνεσης της «κοινωνίας των πολιτών» για τη διαιώνιση του καπιταλισμού.

Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση διατυπώνονται θεωρητικά σχήματα που λαμβάνουν υπόψη την γενικευμένη κρίση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Οι αστικές τάξεις προβληματίζονται και αναζητούν αγωνιωδώς τρόπους με τους οποίους θα επιλύονται κοινωνικές συγκρούσεις μέσω κινητοποίησης της «κοινωνίας των πολιτών» δίχως να τίθεται υπό αμφισβήτηση ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και τα κυρίαρχα πολιτικά συστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο πλαίσιο αυτών των αναζητήσεων ήταν η σύγκληση της 3ήμερης Προεδρικής Διάσκεψης Κορυφής για το Μέλλον της Αμερικής (τέλος Απριλίου 1997) από τον Μπιλ Κλίντον. Συμμετείχαν πρώην Πρόεδροι (Τζ. Μπους, Τζ. Κάρτερ), η πρώην Πρώτη Κυρία Ν. Ρέιγκαν, ο αργότερα υπουργός Εξωτερικών Κ. Πάουελ, δεκάδες ανώτατοι διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων και η τηλεστάρ Ό. Γουίνφρει. Όλοι/ες αυτοί/ές συσκέφθηκαν για να επεξεργαστούν προγράμματα κινητοποίησης Αμερικανών πολιτών και συγκέντρωσης χρημάτων από μεγάλες επιχειρήσεις (εδώ αρχίζει να εμφανίζεται η έννοια «εταιρική κοινωνική ευθύνη») ώστε να προσφέρουν εθελοντικές κοινοτικές υπηρεσίες. Όπως έγραψε τότε η εφημερίδα New York Times, «η εκστρατεία, της οποίας ηγείται ο Κόλιν Πάουελ, αποσκοπεί στην κινητοποίηση εθελοντών και στη συγκέντρωση χρηματικών πόρων από μεγάλες επιχειρήσεις για να βοηθηθούν δύο εκατομμύρια παιδιά ως το έτος 2000. Ελπίζει ότι θα αποτελεί αποζημίωση για την υποχώρηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης –η υποχώρηση συντελέστηκε κατά κύριο λόγο κατά τις προεδρείες των Μπους και Κλίντον- με την παροχή στα παιδιά μεντόρων, ασφαλών χώρων για τις μετά το σχολείο ώρες, ιατροφαρμακευτικής φροντίδας, εργασιακών δεξιοτήτων και μίας ευκαιρίας να προσφέρουν τα ίδια τα παιδιά κοινοτικές υπηρεσίες.» Εν ολίγοις, με την υποχώρηση και των τελευταίων οχυρών του «κοινωνικού κράτους πρόνοιας», οι πάντες άρχισαν να ομιλούν περί της «κοινωνίας των πολιτών».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s