Μια μικρή αφήγηση για την ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης

Μια μικρή αφήγηση για την ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης

του Θανάση Τσακίρη

Η μελέτη της οικονομίας αφορά την έρευνα των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι κατανέμουν τους «σπάνιους πόρους» για την παραγωγή αγαθών/εμπορευμάτων και των τρόπων με τους οποίους αυτά τα αγαθά/εμπορεύματα διανέμονται προς κατανάλωση από τους ανθρώπους στο πλαίσιο της κοινωνίας.

Η ουσία της οικονομικής επιστήμης συνίσταται στο ότι οι πόροι είναι σπάνιοι ή τουλάχιστον περιορισμένοι και ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν όλες οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ανθρώπων. Η βασική έγνοια των οικονομολόγων είναι το πώς θα διανεμηθούν αυτοί οι πόροι με τον πιο αποτελεσματικό και ακριβοδίκαιο τρόπο.

Ο τομέας της οικονομικής επιστήμης έχει επεκταθεί με αξιοσημείωτους ρυθμούς κατά τον 20ό αιώνα καθώς η οικονομία ολοένα και μεγεθύνεται και γίνεται περισσότερο σύνθετη και πολύπλοκη. Στις μέρες μας οι οικονομολόγοι απασχολούνται ολοένα και περισσότερο στον ιδιωτικό οικονομικό τομέα, στο κράτος και στην ανώτατη εκπαίδευση. Η οικονομική επιστήμη είναι τώρα πια ξεχωριστή επιστήμη και διακρίνεται από την πολιτική επιστήμη και την κοινωνιολογία μολονότι πάντα υπάρχει διεπιστημονική συνεργασία των επιστημόνων που θεραπεύουν τις αντίστοιχες επιστήμες καθώς είναι πολλές φορές αλληλοεπηρεάζονται σε μεθοδολογικά θέματα και πορίσματα.

Οι πρώτες απόπειρες συγκρότησης οικονομικής σκέψης εντοπίζονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα αλλά και στα έργα του Αριστοτέλη. Ο πρώτος αναγνώρισε την οικονομική βάση της κοινωνικής ζωής και οργάνωσε το πρότυπο της κοινωνίας που ονειρευόταν με κεντρική αρχή τον προσεκτικά σχεδιασμένο καταμερισμό εργασίας. Ο δεύτερος όρισε τον “οίκο” ως τη λειτουργία του νοικοκυριού (με βάση πατριαρχικές αρχές) για την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ασφάλεια ως βάση της κοινωνικής και πολιτικής υγείας και θεωρούσε ως ιδανικό πολίτη τον ιδιοκτήτη ενός μεσαίου μεγέθους χωραφιού.

Με το πέρασμα του χρόνου η οικονομία ξέφυγε από το όριο του νοικοκυριού και την ιδιωτική οικιακή σφαίρα και έγινε αντικείμενο της δημόσιας σφαίρας και της πολιτικής οικονομίας λαμβάνοντας την έννοια της “επίτευξης των επιθυμητών στόχων με τη χαμηλότερη δυνατή δαπάνη μέσων”. Επιπλέον, αποσυνδέθηκε από τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες και θεωρήθηκε ως η πεμπτουσία της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή πως ο άνθρωπος ανάγεται στην οικονομική ορθολογικότητα των μέσων ως προς τους σκοπούς και μόνο η οικονομία μπορεί να επιφέρει την ανθρώπινη ευημερία, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από την επιστημονική, φιλοσοφική και πολιτική σκέψη και έδωσε αφορμή για κριτική, σύγκρουση και πολεμική.

Στην Αρχαία Ρώμη τα έργα συγγραφέων και ποιητών όπως ο Κικέρωνας, ο Βιργίλιος και Μάρκος Τερέντιος Βάρρων αποτελούν σημαντικές πηγές γνώσης για τα οικονομικά της γεωργίας. Ο μεσαιωνικός κόσμος χαρακτηρίστηκε από τον κατακερματισμό του εμπορίου που άνθιζε στον αρχαίο κόσμο και η οικονομική ζωή στη διάρκεια των σκοτεινών εποχών κυριαρχείτο από τη φεουδαρχία. Στα χρόνια αυτά η θρησκευτική εκκλησιαστική κυριαρχία πάνω στην επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη δεν άφηνε πολλά περιθώρια σε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια κοινωνικής οργάνωσης. Τα γραπτά της εποχής που αφορούσαν την οικονομία εστίαζαν στη δίκαια τιμή των αγαθών και την κριτική της τοκογλυφίας.

Κατά τη μεταβατική περίοδο στους μοντέρνους καιρούς από το 16ο ως τον 18ο αιώνα, η Ευρωπαϊκή υπερπόντια επέκταση οδήγησε στην αύξηση του εμπορίου και στην κυριαρχία της πολιτικής του μερκαντιλισμού στην οικονομία. Ο μερκαντιλισμός ήταν μια μορφή οικονομικού εθνικισμού. Το κυνήγι του κέρδους απελευθερώθηκε από τον εκκλησιαστικό εναγκαλισμό αλλά ουσιαστικά και από την ηθική. Τα συναλλασσόμενα μέρη θεωρούνται άτομα που αποσκοπούν αμφότερα να κερδίσουν από αυτήν. Ο πλούτος του έθνους είναι συνάρτηση της ικανότητάς του να προωθεί τις εξαγωγές του και να κατέχει μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαθέτει ρευστότητα ώστε να συντηρεί και να κινητοποιεί το στρατό και το πολεμικό ναυτικό του. Στα τέλη του 17ου και στη διάρκεια του 18ου, σημειώθηκε εξέγερση των φυσιοκρατών εναντίον της κρατικής ρυθμιστικής δύναμης που χαρακτήριζε τον μερκαντιλισμό. Παράλληλα γινόταν και οι μεγάλες προσπάθειες στη Σκωτία να διατυπωθούν οι διαφωτιστικές αρχές για την απαλλαγή από τη θρησκευτική οργάνωση της κοινωνίας σε κοσμική κατεύθυνση. Οι φυσιοκράτες ήταν υπέρ των ελεύθερων αγορών (laissez faire) και υποστήριζαν ότι το “επιχειρείν” πρέπει να απελευθερωθεί από τους κρατικούς περιορισμούς και την κρατική παρέμβαση ακολουθώντας τους “φυσικούς νόμους” της οικονομίας. Θεωρούσαν τη γεωργία ως τη μοναδική παραγωγική οικονομική δραστηριότατα κι ενθάρρυναν τη βελτίωση των καλλιεργειών. Θεωρώντας τη γη τη μοναδική πηγή πλούτου δικαιολογούσαν την επιβολή φόρου επί της γης ως το μοναδικό κατάλληλο φόρο.

Κατά τον 18ο αιώνα, ο Σκοτσέζος φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ ανέλυσε τα φυσικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν ορισμένα έθνη με την καλλιέργεια συγκεκριμένων προϊόντων και οι παρατηρήσεις του για τις εμπορικές ροές αποτέλεσαν τη βάση της θεωρίας για το διεθνές εμπόριο. Ο άνθρωπος του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την ελεύθερη αγορά ήταν ο Άνταμ Σμιθ. Το έργο του για τον Πλούτο των Εθνών θεωρείται το πρώτο ολοκληρωμένο σύγγραμμα (πραγματεία) οικονομικής επιστήμης. Κατ ‘αυτόν, η ιδιοτέλεια είναι η βασική οικονομική δύναμη και μέσα από την ανάλυσή του για τον καταμερισμό της εργασίας και την ολοκληρωμένη μελέτη της ανάπτυξης των οικονομικών θεσμών του δυτικού κόσμου καθιέρωσε την οικονομική επιστήμη ως έναν από τους σημαντικότερους κλάδους των κοινωνικών επιστημών. Οπαδός του Σμίθ, ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ περιέλαβε στο δικό του έργο τις ιδέες και τις ανέπτυξε σε μια καλοδουλεμένη οικονομική ερμηνεία της ιστορίας. Οι ιδέες του Σμιθ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της καπιταλιστικής βιομηχανικής επανάστασης στη Βρετανία.

Ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς του 18ου αιώνα ήταν ο Τόμας Μάλθους, που έλεγε ότι η αύξηση του πληθυσμού τείνει πάντα να ξεπερνά κατά πολύ τις προόδους των μέσων επιβίωσης. Αυτός που ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τις ιδέες του Άνταμ Σμιθ ήταν ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, ο οποίος με τη θεωρία της προσόδου και τη εργασιακή θεωρία της αξίας έμεινε στην ιστορία της οικονομικής σκέψης επηρεάζοντας τόσο τους σοσιαλιστές όσο και τους κλασικούς οικονομολόγους. Ο «σιδηρούς νόμος των μισθών» του Ρικάρντο συμπλήρωνε την απαισιοδοξία του Μάλθους με τον ισχυρισμό ότι οι μισθοί τείνουν να σταθεροποιούνται στο όριο επιβίωσης. Επιπλέον, το μοντέλο ανάλυσης του Ρικάρντο ήταν αφηρημένο και ανιστορικό. Ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ, συνεχίζοντας το έργο του Ρικάρντο συνέβαλε στην μελέτη της διεθνούς οικονομίας και στη μελέτη της οικονομίας της βιομηχανικής επέκτασης. Σε αυτή την περίοδο μεταξύ 17ου και 19ου αιώνα, ισχυρίζεται ο Καρλ Πολάνιυ, είναι που τελικά η οικονομία και η σκέψη για την οικονομία αποκόπτονται από τις υπόλοιπες επιστήμες αλλά και τις κοινωνικές λειτουργίες. Επί της ουσίας αυτή η ρήξη είναι σε εκείνη τη φάση προς όφελος της Βρετανικής αυτοκρατορίας που μεταβαίνει στην εποχή του ελευθέρου εμπορίου και της καπιταλιστικής επέκτασης.

Οι πρώτοι εκφραστές του σοσιαλισμού, ιδιαίτερα στη Γαλλία, επιτέθηκαν στην ιδέα της αναγκαιότητας της ατομικής ιδιοκτησίας και του ανταγωνισμού και ενδιαφέρθηκαν για την αναμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής τάξης . Μεταξύ αυτών ήταν οι Σεν Σιμόν, Ρόμπερτ Όουεν, Σαρλ Φουριέ και Λουί Μπλανκί. Στη Γερμανία, η ιστορική σχολή των Βίλχελμ Ρόστσερ, Μπρούνο Χίλντερμπραντ και Καρλ Κνιες αμφισβητούσε την ύπαρξη καθολικών οικονομικών νόμων και τόνισε την ιδιαίτερη ανάπτυξη των οικονομικών θεσμών σε κάθε έθνος ξεχωριστά. Η κριτική προς το μοντέλο του Ρικάρντο εστιάζεται στην ανιστοριτότητά του και την προσπάθειά του να μεταφέρει στις κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες των μεθόδων των φυσικών επιστημών. Ο Ρόστσερ θεωρούσε ότι στα ερωτήματα του “τι είναι” και του “πως πρέπει να είναι” θα απαντούσε μόνο στο πρώτο γιατί η θετική οικονομική επιστήμη μπορεί να περιγράψει επιστημονικά με ασφάλεια και ακρίβεια μια υφιστάμενη κατάσταση της οικονομίας αντίθετα με την κανονιστική οικονομική επιστήμη που αφορά σε συνεχώς αναθεωρούμενες και μεταβαλλόμενες ιδέες και απόψεις και ατομικές επιλογές.

Η πιο έντονη αμφισβήτηση της κλασικής οικονομικής επιστήμης προήλθε από την κριτική του καπιταλισμού που έκανε ο Καρλ Μαρξ τόσο με όρους ηθικούς και κοινωνικούς όσο και οικονομικούς. Η κριτική του Μαρξ και των οπαδών τους εστιάστηκε τόσο στις λειτουργίες του καπιταλισμού ως συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης των εργατών όσο και τη διαρκή δομικού χαρακτήρα τάση του προς την εμφάνιση οξύτατων οικονομικών κρίσεων.

Παράλληλα με την ανάπτυξη του μαρξιστικού επιστημονικού έργου, γινόταν μια αναδιατύπωση και ανανέωση των ιδεών του κλασσικού οικονομικού φιλελευθερισμού και αλλαγή ακόμη και του όρου “Πολιτική Οικονομία” σε “Οικονομικά”. Η πιο σημαντική επεξεργασία ήταν η διατύπωση του δόγματος της “Οριακής Χρησιμότητας” που υποστηρίζει ότι η αξία ενός αντικειμένου προσδιορίζεται από την ανάγκη του και τη σχετική αφθονία ή σπανιότητά του σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και όχι από κάποια εσωτερική ή ενδογενή (intrinsic or inherent). Ηγετικές μορφές της σχολής αυτής ήταν ο Λεόν Βαλράς στη Γαλλία και ο Καρλ Μένγκερ στη Γερμανία. Στις ΗΠΑ ο Τζων Μπέιτς Κλαρκ ανέπτυξε τη θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Άλφρεντ Μάρσαλ τελειοποίησε το μοντέλο με την αυξανομένη χρήση των μαθηματικών τροποποιώντας τις έννοιες του ανταγωνισμού, της οριακής χρησιμότητας και της προσόδου. Η “νεοκλασική επανάσταση” επανακαθόρισε την έννοια της “αοράτου χειρός” . Θεωρείται δεδομένο ότι όλοι οι άνθρωποι λειτουργούν αυτόνομα με βάση το ιδιοτελές συμφέρον τους και διαθέτουν ίση πολιτική δύναμη ο καθένας. Εμπλέκονται στις συναλλαγές σε φάση τέλειου ανταγωνισμού όπου το πεδίο δεν έχει εμπόδια και όπου σε συνθήκες ισορροπίας οι τιμές της αγοράς παρακολουθούν την οριακή χρησιμότητα κάθε εμπορεύματος, εξασφαλίζουν δίκαια αμοιβή για όλους (καπιταλιστές, γαιοκτήμονες, εργάτες) που να ανταποκρίνεται στη συμβολή τους στην παραγωγή και, τέλος, μεγιστοποιούν την κοινωνική χρησιμότητα; σε μια αυτορρυθμιζόμενη αγορά.

Σημαντική είναι η συμβολή του Σουηδού Κνουτ Βιξελ στην ανάπτυξη της θεωρίας του χρήματος (monetary theory), που αναφέρεται στα γενικά επίπεδα τιμών και επιτοκίων σε μια οικονομία. Η ενασχόληση με αυτές τις έννοιες προετοίμασε την ριζοσπαστική τροποποίηση των αρχών της κλασσικής πολιτικής οικονομίας από τον Τζων Μεϊναρντ Κέυνς και το έργο του Γενική θεωρία περί Απασχόλησης, Τόκου και χρήματος (1936), που άνοιξε ένα τεράστιο νέο ερευνητικό πεδίο στους επιχειρηματικούς κύκλους. Η διδασκαλία του αντανακλάται στις προσπάθειες της κυβέρνησης να ελέγχει τον επιχειρηματικό κύκλο με το να ρίχνει λεφτά απ’ ευθείας στην οικονομία κάτι που συχνά συνοδευόταν με έναν μη ισορροπημένο προϋπολογισμό. Επίσης, αυτή η πολιτική που εθεωρείτο ως ορθοδοξία για αρκετές δεκαετίες μετά την μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 αποσκοπούσε στη δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης.

Στην μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο δόθηκε έμφαση στην ανάλυση της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης. Στη Δύση σημαντικές είναι οι συμβολές των Γκιούναρ Μυρντάλ (Σουηδία), Άρθουρ Λιούις (Βρετανία) και Τζόζεφ Σουμπέτερ (ΗΠΑ). Η οικονομική θεωρία χωρίζεται σε μακροοικονομία και σε μικροοικονομία. Η πρώτη μελετά ολόκληρα οικονομικά συστήματα ενώ δεύτερη τις λειτουργίες της αγοράς και τις συμπεριφορές των ατόμων ή των ομάδων στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος.

Με το τέλος της αποικιοκρατίας και τη δημιουργία νέων εθνικών κρατών επικράτησε η έννοια της «εθνικής οικονομίας». Τα κράτη μπορούσαν πια να ελέγχουν τα σύνορά τους, να διευθύνουν και να διαχειρίζονται τις οικονομικές δραστηριότητες στο εσωτερικό τους. Οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούν διεθνώς αναγνωρισμένες τεχνικές και κοινούς δείκτες για την μέτρηση των οικονομικών μεγεθών τους όπως το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Οι διεθνείς οργανισμοί (Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.) συλλέγουν και δημοσιεύουν τα εθνικά στατιστικά στοιχεία τόσο για συγκρίσεις όσο και για άσκηση πολιτικών πιέσεων.

Με τη χρήση των μαθηματικών και στατιστικών στοιχείων και τεχνικών καθιερώθηκε ένα σημαντικός υποκλάδος των οικονομικών που ονομάστηκε Οικονομετρία και συνέβαλε στη διατύπωση οικονομικών προγνώσεων.

Ο Βρετανός οικονομολόγος Άρθουρ Πιγκού με τη σειρά του καθιέρωσε έναν ακόμα κλάδο, αυτόν των Οικονομικών της Ευημερίας. Η βασική υπόθεσή του κλάδου είναι ότι ένα οικονομικό σύστημα λειτουργεί καλύτερα όταν η ικανοποίηση ακόμη κι ενός και μόνο ατόμου αυξάνεται χωρίς να μειώνεται κάποιου άλλου. Το χρήµα µπορεί να χρησιμοποιηθεί ως το βασικό µέτρο της οικονοµικής πλευράς έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η διαπροσωπική σύγκριση χρησιµοτήτων µεταξύ των ατόµων. Η αρχή του Pigou συνδυάζει την αύξηση στην παραγωγικότητα και το συνολικό προϊόν µε την αναδιανοµή του εισοδήµατος ως τα τρία συστατικά στοιχεία της µεταβολής της γενικής ευηµερίας. Ως Pigou effect αναφέρεται η παρατήρηση ότι τυχόν πτώση των τιμών επιφέρει αύξηση της κατανάλωσης που ανακόπτει τη μείωση της απασχόλησης.

Στη δεκαετία του 1980 τα “οικονομικά της προσφοράς” που θεωρούν την οικονομική ανάπτυξη ως βασική προϋπόθεση για την βελτίωση της υλικής υγείας της κοινωνίας χρησιμοποιήθηκαν από την προεδρία του Ρόναλντ Ρέιγκαν ως κατευθυντήρια ιδεολογική γραμμή για την άσκησης οικονομικής πολιτικής σε συνδυασμό με την σχολή των μονεταριστών του Μίλτον Φρίντμαν που θεωρούσε την προσφορά χρήματος εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης. Στη δεκαετία του 1990 ο νομπελίστας Γκάρυ Μπέκερ επέκτεινε το εύρος της μακροοικονομικής ανάλυσης εφαρμόζοντας την οικονομική λογική στην ανθρώπινη συμπεριφορά συμπεριλαμβάνοντας τη χρήση της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας και άλλων επιστημονικών κλάδων. Η θεωρία της “ορθολογικής επιλογής” που χαίρει σήμερα μεγάλης εκτίμησης στον Αγγλοσαξονικό (και όχι μόνο) κόσμο διακινεί ως βασική την ιδέα ότι οι κοινωνικές δομές και η δυναμική τους είναι αποτέλεσμα των ορθολογικών οικονομικών επιλογών των αυτόνομων ιδιοτελών ατόμων και ουσιαστικά βασίζει όλες τις κοινωνικές διεργασίες σε πρακτικές της οικονομίας και τις εξισώνει με τις καπιταλιστικές αγορές. Η θεωρία αυτή αντιμετωπίζει το κόστος ως εξωτερική ως προς το άτομο. Με αυτή την έννοια η θεωρία δεν εξετάζει, παραδείγματος χάριν, τα εσωτερικά συναισθήματα ενός εγκληματία ως σχετικά με το κόστος της διάπραξης ενός εγκλήματος. Σε γενικές γραμμές, η θεωρία της “ορθολογικής επιλογής” δεν ασχολείται με το ρόλο της ηθικής στη λήψη αποφάσεων. Αυτό σημαίνει ότι μην κατανοώντας τα κίνητρα των καταναλωτών στις αποφάσεις τους η θεωρία αδυνατεί να εξηγήσει τις ιδεολογικές, θρησκευτικές και άλλες παραμέτρους που συμβάλλουν στις προτιμήσεις και τις απορρίψεις των ανθρώπων για τις επιλογές προϊό9ντων, υπηρεσιών, φιλιών κ.ο.κ. Έτσι, πολλοί οικονομολόγοι την εφαρμόζουν κυρίως στις μικροοικονομικές επιχειρηματικές αποφάσεις των εταιριών όπου οι στόχοι είναι πολύ πιο σαφείς και ξεκάθαροι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s