Ντέιβιντ Ρικάρντο – Ο αγαπημένος θεωρητικός των βιομηχάνων και πατέρας της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης

Ντέιβιντ Ρικάρντο – Ο αγαπημένος θεωρητικός των βιομηχάνων και πατέρας της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης

Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο θεωρείται ο Νο.2 και για άλλους ο Νο.1 θεωρητικούς του οικονομικού φιλελευθερισμού ή laisser-faire. Έδωσε σάρκα και οστά στην ανερχόμενη οικονομική επιστήμη του 19ου αιώνα. Ήταν ο τρίτος γιος οικογένειας Σεφαρδιτών Εβραίων που είχαν μεταναστεύσει από την Ολλανδία στη Μεγάλη Βρετανία. Στον κόσμο του επιχειρηματικού πράττειν ο Ρικάρντο μυήθηκε σε ηλικία 14 ετών από τον πατέρα του, ο οποίος, χάρη στην κερδοσκοπική διορατικότητά του, απέκτησε μεγάλη περιουσία στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου. Ο ίδιος στη συνέχεια αποδείχτηκε ισάξιος του πατέρα του κερδίζοντας τεράστια ποσά στο ίδιο χρηματιστήριο αλλά και φήμη που του απέφερε χορηγίες από μια κυρίαρχη στο Λονδίνο τράπεζα της εποχής. Αρκετά πλούσιος πια έστρεψε το ενδιαφέρον του σε άλλα πεδία ώστε να διακριθεί: λογοτεχνία, μαθηματικά, χημεία, γεωλογία. Στα 21 του ήρθε σε ρήξη με τον πατέρα του όσον αφορά τη θρησκεία. Προσηλυτίστηκε στο δόγμα των ενωτικών της Ουνιταριστικής Εκκλησίας και παντρεύτηκε την Πρίσιλλα Ανν από τις τάξεις των Κουακέρων.

Το 1799 μελέτησε το έργο του Άνταμ Σμιθ και επί μια δεκαετία σπούδασε με συστηματικό τρόπο θέματα οικονομικής θεωρίας και οικονομικής πολιτικής και άρχισε τη συγγραφική του δραστηριότητα. Το πρώτο βιβλίο του ήταν το The High Price of Bullion, a Proof of Depreciation of Bank Notes (1810) στο οποίο έδειξε ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας των χαρτονομισμάτων και του ύψους των τιμών. Το βιβλίο έγινε αντικείμενο μελέτης τόσο από τους διοικητικούς κύκλους της κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας όσο και από την Βουλή των Αντιπροσώπων (Bullion Committee) και αποτέλεσε έμπνευση για χάραξη κρατικής πολιτικής καθώς και έναυσμα για την περαιτέρω ανάπτυξη των θεωριών για το ρόλο των κεντρικών τραπεζών (central banking theories).

Σε αυτή την χρονική περίοδο ο Ρικάρντο αρχίζει να συναναστρέφεται ανθρώπους που θα συμβάλλουν στην διαμόρφωση της οικονομικής και πολιτικής σκέψης του. Ο φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζέιμς Μιλλ έγινε πολιτικός και εκδοτικός σύμβουλός του. Άλλος σημαντικός μέντοράς του ήταν ο Ωφελιμιστής φιλόσοφος, νομικός και πολιτικός θεωρητικός Τζέρεμυ Μπενθαμ που θεωρούσε ότι η μέγιστη ευτυχία του μέγιστου αριθμού ανθρώπων είναι η αυταπόδεικτη αρχή της ηθικότητας και πως αυτή πρέπει να διέπει την κρίση μας για κάθε θεσμό και για κάθε ενέργεια και δράση. Ο Μπένθαμ είναι γνωστός και για το «Πανοπτικόν», δηλαδή την αντίληψη της φυλακής και της εξουσίας με βάση την άποψη ότι οι έγκλειστοι πρέπει να είναι διαρκώς υπό επιτήρηση δίχως να το γνωρίζουν και να νοιώθουν ότι η εξουσία είναι ταυτόχρονα ορατή και ανεξέλεγκτη. Τέλος, ιδιαίτερα καθοριστική είναι η σχέση του με τον Τόμας Μάλθους που έγινε διάσημος με το βιβλίο του An Essay on the Principle of Population As It Affects the Future Improvement of Society, with Remarks on the Speculations of Mr. Godwin, M. Condorcet, and Other Writers στο οποίο διατυπώνει την «θεωρία του πληθυσμού»: η αύξηση του πληθυσμού της γης συντελείται κατά γεωμετρική πρόοδο, ενώ η αύξηση των μέσων διατροφής κατά αριθμητική πρόοδο.

Οι στενοί ανθρώπινοι δεσμοί μεταξύ και Ντέιβιντ Χιούμ και Άνταμ Σμιθ όπως και μεταξύ Μάλθους και Ρικάρντο είναι μια πτυχή της κληρονομιάς των επαγγελματιών οικονομολόγων. Χιούμ και Σμιθ συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1739, αλλά η φιλία τους χρονολογείται από τις αρχές του 1750 ως το θάνατο του Χιουμ το 1776. Τα δημοσιευμένα έργα τους δείχνουν ότι δεν συμφωνούσαν πάντα. Όμως, εκτός από μια επιστολή του Χιούμ την 1η Απριλίου 1776 όπου εξέφρασε τη χαρά του για τη δημοσίευση του Πλούτου των Εθνών αλλά και τη διαφωνία του με τη θεωρία του Σμιθ για την πρόσοδο δεν υπάρχει καμία επίσημη καταγραφή της ανταλλαγής των απόψεών της για ζητήματα οικονομίας. Τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά όσον αφορά την ακόμη πιο αξιοσημείωτη φιλία μεταξύ Ρικάρντο και Μάλθους. Υπάρχουν ενενήντα δύο επιστολές από τον Ρικάρντο προς τον Μάλθους, εβδομήντα πέντε από Μάλθους στον Ρικάρντο. Η αλληλογραφία διήρκεσε από το 1811 ως το 1823, δηλαδή από την πρώτη τους συνάντηση (Ιούνιος 1811) μέχρι τον θάνατο του Ρικάρντο. Οι ανταλλαγές τους αποτελούν το 30% του συνόλου της σωζόμενης αλληλογραφίας του Ρικάρντο σχετικά με οικονομικά και πολιτικά θέματα. Οι Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (1820) ήταν, σε μεγάλο μέρος, μια απάντηση στο έργο του Ρικάρντο Αρχαί Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας (1817) που είναι σε μεγάλο βαθμό κριτική του βιβλίου του Μάλθους.

Το 1815 έγινε έντονος δημόσιος διάλογος γύρω από τους Νόμους περί Σιτηρών, οι οποίοι ρύθμιζαν τις εισαγωγές σιτηρών. Μια πτώση της τιμής του σιταριού οδήγησε τη Βουλή να αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές σιτηρών. Αυτή η απόφαση προκάλεσε γενική λαϊκή κατακραυγή δίνοντας το κίνητρο στον Ρικάρντο να γράψει και να εκδώσει το δοκίμιο Essay on the Influence of a Low Price of Corn on the Profits of Stock. Υποστήριξε ότι η αύξηση των δασμών των εισαγόμενων σιτηρών αύξανε τις προσόδους των γαιοκτημόνων της υπαίθρου και μείωνε τα κέρδη των βιομηχάνων. Ο ίδιος το περασμένο έτος είχε «αποσυρθεί» από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και μετακόμισε στην επαρχιακή πόλη Γκλούστερσαϊρ στη Νοτιοδυτική Αγγλία στα σύνορα με την Ουαλία, όπου ζούσε ως μεγαλογαιοκτήμονας!

Στο έργο του Αρχαί Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας ο Ρικάρντο φτιάχνει έναν κόσμο στον οποίο το μόνο που υπάρχει είναι «αρχές». Αυτές οι «αρχές» είναι «αφηρημένες» και είναι ανεξάρτητες από τις ροές του καθημερινού μεταβαλλόμενου κόσμου στον οποίο κατοικούμε εμείς οι «κοινοί θνητοί». Οι άνθρωποι του «οικονομικού κόσμου» του Ρικάρντο δεν έχουν «σάρκα και οστά». Δεν είναι «πραγματικοί άνθρωποι» αλλά «αρχέτυπα» που ακολουθούν «νόμους συμπεριφοράς». Αντίθετα, η «αόρατος χειρ» του Άνταμ Σμιθ αναφερόταν σε πραγματικούς ανθρώπους με σάρκα, οστά, αίμα, εμπειρίες και πάθη όπως οι εργάτες του εργαστηρίου παραγωγής καρφιτσών που έχουν προβεί σε καταμερισμό εργασιών για να παράγουν περισσότερες καρφίτσες σε σχέση με την παραγωγή του μεμονωμένου τεχνίτη που έφτιαχνε την καρφίτσα ολόκληρη μόνο του. Εδώ «στη ρωγμή του χρόνου» παρεμβαίνουν οι άνθρωποι και οι στρατηγικές τους για να επηρεάσουν εξελίξεις (συνδικάτα, μονοπώλια και άλλες ομαδοποιήσεις) κι ο Σμιθ το αναγνωρίζει, ανεξάρτητα από το ότι τις θεωρεί εμπόδια στην ελεύθερη αγορά. Στον κόσμου που ιχνογραφεί ο Ρικάρντο, το αποκλειστικό κίνητρο δράσης των ανθρώπων είναι το «οικονομικό». Όπως γράφει ο καθηγητής Ρόμπερτ Χέιλμπρονερ: «παρακολουθούμε ένα θέατρο με μαριονέτες στο οποίο ο πραγματικός κόσμος έχει απογυμνωθεί από τα πάντα εκτός από τα οικονομικά του κίνητρα».

Σ’ αυτό το θεατρικό έργο, υπάρχουν πρόσωπα-ρόλοι. Κατ’ αρχήν είναι οι ‘εργάτες’. Πρόκειται για «ομοιόμορφες μονάδες οικονομικής ενέργειας». Αυτές οι μονάδες εξαρτώνται από τις «απολαύσεις της οικιακής κοινωνίας». Εξίσου πρωταγωνιστικός είναι ο ρόλος των ‘καπιταλιστών’, των οποίων μόνος λόγος ύπαρξης είναι η ‘συσσώρευση’, δηλαδή η αποταμίευση των κερδών τους και η επανεπένδυσή τους με την πρόληψη περισσότερων εργατών. Η «μοίρα» τους είναι πιο «τραγική» από αυτή των εργατών, καθόσον ο μεταξύ τους ανταγωνισμός δεν τους αφήνει μεγάλα περιθώρια ώστε να διατηρούν διαρκώς τα υπερκέρδη τους. Όταν κάποιος από αυτούς επινοήσει μια νέα τεχνική παραγωγής ή εφεύρει μια νέα μηχανή και προβεί σε τεχνολογικές καινοτομίες για να αυξήσει και να διατηρήσει τα κέρδη του, οι υπόλοιποι τον μιμούνται. Από την άλλη, πάλι, πρέπει να πληρώνουν μεροκάματα και μισθούς στους εργάτες τους για να αναπαράγουν την εργατική τους δύναμη κι αυτό είναι ένα σημαντικό ποσοστό του κόστους λειτουργίας. Οι εργάτες θέλουν ψωμί –ξερό ή/και βρώμικο- για να επιβιώσουν και να φέρουν στον κόσμο νέους εργάτες για να συνεχίζεται το κύκλωμα της αγοράς. Μερικές δεκαετίες αργότερα θα έλεγε ένας εξίσου διάσημος οικονομολόγος, ονόματι Καρλ Μαρξ, πως «οι εργάτες θέλουν ψωμί και τριαντάφυλλα». Τρίτος ρόλος είναι αυτός των ‘γαιοκτημόνων’. Αυτοί εκμεταλλεύονται τις «δυνάμεις του εδάφους». Το εισόδημά τους είναι η «έγγειος πρόσοδος». Ο γαιοκτήμονας, σύμφωνα με το Ρικάρντο, είναι ο μοναδικός «δωρεοδόχος» στην οργάνωση της κοινωνίας και, κατά την άποψη του Ρόμπερτ Χέιλμπρονερ ερμηνεύοντάς τον, ενώ ο εργάτης εργάζεται αμειβόμενος με μισθό, ο καπιταλιστής βγάζει κέρδος επειδή διευθύνει όλη την οικονομική διαδικασία και ο γαιοκτήμονας κερδίζει σε βάρος όλων των άλλων. Με τα λόγια του Ρικάρντο, λοιπόν:

«Το προϊόν της γης -όλα όσα αποκτούμε από την επιφάνειά της με τη συνδυασμένη χρησιμοποίηση εργασίας, μηχανών και κεφαλαίου- διανέμεται σε τρεις τάξεις: συγκεκριμένα, στους ιδιοκτήτες της γης, στους κατόχους του πλούτου ή του κεφαλαίου, που είναι αναγκαίο για την καλλιέργειά της και στους εργάτες, με την εργατικότητα των οποίων καλλιεργείται η γη… Ο καθορισμός των νόμων που διέπουν τη διανομή αυτή είναι το κύριο πρόβλημα της Πολιτικής Οικονομίας…

Η αξία ενός εμπορεύματος, ή η ποσότητα οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος με το οποίο ανταλλάσσεται, εξαρτάται από τη σχετική ποσότητα εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή του και όχι από το αν είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη η αμοιβή που δίνεται για την εργασία αυτή…

Για τη γενική ευημερία, καμιά διευκόλυνση στη μεταβίβαση και ανταλλαγή περιουσίας δεν είναι υπερβολική, επειδή με τέτοια μέσα το κάθε είδους κεφάλαιο είναι πιθανό να βρει το δρόμο του και να φτάσει στα χέρια εκείνων οι οποίοι μπορούν να το χρησιμοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο για την αύξηση της παραγωγής της χώρας…

Η επινόηση και χρησιμοποίηση μηχανών μπορεί να συνοδεύεται από μια μείωση του ακαθάριστου προϊόντος και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, θα πλήττεται η εργατική τάξη, επειδή μερικά από τα μέλη της θα απολυθούν από τη δουλειά τους και μέρος του πληθυσμού θα πλεονάζει σε σύγκριση με τα κεφάλαια που προορίζονται για την απασχόλησή του…Αν όμως, απορρίπταμε τη χρησιμοποίηση μηχανών, ενώ όλες οι άλλες χώρες θα ενθάρρυναν τη χρησιμοποίησή τους, θα υποχρεωνόμασταν να εξάγουμε το χρήμα μας για να παίρνουμε ως αντάλλαγμα ξένα αγαθά, ώσπου να πέσουν οι φυσικές τιμές των αγαθών μας στο επίπεδο των τιμών των άλλων χωρών. Όταν διενεργεί κανείς ανταλλαγές με τις χώρες αυτές, μπορεί να δώσει ένα εμπόρευμα, που κοστίζει εδώ εργασία δύο ημερών, για να πάρει ως αντάλλαγμα ένα εμπόρευμα που κοστίζει στο εξωτερικό εργασία μιας ημέρας, και η δυσμενής αυτή ανταλλαγή θα είναι αποτέλεσμα δικών σας πράξεων, επειδή το εμπόρευμα που εξάγετε, και το οποίο σας κοστίζει εργασία δύο ημερών, θα μπορούσε να σας κοστίζει εργασία μιας μόνο ημέρας αν δεν είχατε απορρίψει τη χρησιμοποίηση μηχανών, τις υπηρεσίες των οποίων οι γείτονές σας, ενεργώντας συνετότερα, αξιοποίησαν για τον εαυτό τους».

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: