Monthly Archives: Δεκέμβριος 2012

ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

του Θανάση Τσακίρη

Σε γενικές γραμμές η πλουραλιστική θεωρία λέει ότι η κοινωνία είναι ένας αγώνας ανταγωνιστικών ομάδων μέσα σε μια αρένα με διαιτητή το κράτος. Το κράτος αποτελεί θεσμοθετημένη δύναμη και εξουσία και είναι ο υπέρτατος θεματοφύλακας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη σύγχρονη κοινωνία, ανοίγοντας το δρόμο ώστε από τις εντάσεις να προκύψει πολιτικός ανταγωνισμός και πλουραλιστική δημοκρατία. Το κράτος δεν εξυπηρετεί ούτε τα δικά του συμφέροντα ούτε αυτά μιας και μοναδικής ομάδας ή τάξης. Το κράτος μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο διαπραγμάτευσης ή μεσολάβησης. Κύριο καθήκον του κράτους είναι να εξισορροπεί τα συμφέροντα ενός πλήθους ανταγωνιστικών ομάδων, να εκπροσωπεί τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της, συντονίζοντας τις υπόλοιπους σημαντικούς θεσμούς. Η πρωταρχική λειτουργία του είναι να προωθεί την αρμονία στο πλαίσιο του συστήματος για να εξασφαλίζει την ισορροπία και την τάξη ή να επιτηρεί τις συγκρούσεις συμφερόντων. Από αυτούς τους ρόλους, το κράτος είναι σε θέση να θεσμοθετεί την κυριαρχία του και να διατηρεί την τάξη στην κοινωνία. Διαχωρισμός της κυβερνητικής εξουσίας: πληθώρα ανταγωνιζόμενων κυβερνητικών φορέων, διευθύνσεων και τοπικών αρχών, την ύπαρξη πολιτικών κομμάτων. Έτσι τα άτομα και οι ομάδες μπορούν να έχουν στη διάθεσή τους διάφορα σημεία πρόσβασης στους φορείς λήψης αποφάσεων.

Οι ΗΠΑ, όπου ο πλουραλισμός απαυγάζει αποτελώντας τη θεωρία της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, απεικονίζονται ως το κύριο παράδειγμα «καλής κοινωνίας». Το πλουραλιστικό μοντέλο γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη στο χώρο της πολιτικής επιστήμης, παρότι στηρίζεται ουσιαστικά σε ορισμένες κοινωνιολογικές αρχές και προσανατολίζεται μεθοδολογικά προς τις μικρές ομάδες. Οι πλουραλιστές μελετούν τις μικρές αυτές ομάδες προσώπων και προσπαθούν να τις γενικεύσουν στο κοινωνικό επίπεδο. Την ομάδα ως μονάδα ανάλυσης όρισε πρώτος ο Ντέηβιντ Τρούμαν στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Άρθουρ Μπέντλευ ο οποίος τονίζει χαρακτηριστικά ότι «η ισορροπία των πιέσεων των ομάδων είναι η υφιστάμενη κατάσταση της κοινωνίας». Η πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους αισθημάτων, στάσεων ή ιδεών στο βαθμό που αυτοί απορρέουν από την ζωή των ομάδων˙ ούτε μπορεί να εξηγηθεί με την μελέτη των ηγετών αφού αυτοί εκφράζουν τα συμφέροντα των ομάδων, η δε συμπεριφορά τους δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή παρά μόνο από την οπτική των ομάδων οι οποίες αποτελούν τις βασικές μονάδες ανάλυσης λόγω των ομοιομορφιών συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τα μέλη τους. Αυτές οι ομοιομορφίες πηγάζουν από τις σχέσεις ή τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της ομάδας. Ο Τρούμαν κάνοντας λόγο για ισορροπία των «θεσμοποιημένων ομάδων» δεν εννοεί ότι πάντοτε βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση χωρίς να διατυπώνουν αξιώσεις επί άλλων ομάδων. Όταν προβαίνουν στη διατύπωση των αξιώσεων διαμορφώνονται ως «ομάδες συμφερόντων». Τα συμφέροντα που υπερασπίζονται οι ομάδες είναι οι κοινές νοοτροπίες και οι μορφές συμπεριφοράς που συνεπάγονται αυτές οι νοοτροπίες. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διακρίνει κανείς εν δυνάμει ομάδες συμφερόντων εκεί όπου ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων συμμερίζεται κοινές νοοτροπίες ακόμη και χωρίς να είναι οργανωμένοι σε μια ομάδα συμφέροντος. Αν όμως απειληθούν τα συμφέροντά τους, τότε είναι πιο πιθανό να οργανωθούν.
Μια ακόμη έννοια που συνεισέφερε ο Τρούμαν στην πολιτική ανάλυση είναι αυτή των «ενώσεων», που προκύπτουν από τις «εφαπτόμενες ομάδες» (tangent groups). Αυτή η έννοια είναι ιδιαίτερα ασαφής καθώς αναφέρεται μεν σε ομάδες που αποτελούνται από ανθρώπους τους οποίους φέρνουν σε επαφή οι σχέσεις τους με τρίτους, π.χ. εργοδότες που οι εργάτες τους ανήκουν στο ίδιο συνδικάτο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αν δεν υπήρχε η σχέση με τους τρίτους δεν θα ήταν δυνατή η ύπαρξη της ένωσης, καθώς τίποτε δεν εμποδίζει π.χ. τους εργοδότες να είναι ενωμένοι και οι εργάτες τους να ανήκουν σε διαφορετικά συνδικάτα. Το βασικό πρόβλημα αυτής της έννοιας είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη δυσκολία της γεφύρωσης του κενού μεταξύ των μικρών ομάδων και της κοινωνικής δομής.

Πώς ορίζουν οι πλουραλιστές το κράτος και την εξουσία; Αυτό είναι ένα αναπάντητο ερώτημα. Δεν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην φύση της κυβερνητικής εξουσίας ούτε και στα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Αντίθετα, την θεωρούν μια διαφοροποιημένη αντιπροσωπευτική ομάδα που εκτελεί τις κυβερνητικές λειτουργίες για λογαριασμό των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Συνεπώς, σύμφωνα με τη λογική τους, η κυβέρνηση δεν διαθέτει ιδιαίτερη ελευθερία δράσης˙ βρίσκεται πολύ συχνά σε θέση τέτοια ώστε είναι υποχρεωμένη να αντιδρά σε πρωτοβουλίες και πιέσεις άλλων ομάδων. Ιδιαίτερα για το ρόλο του Προέδρου των ΗΠΑ, ο Τρούμαν τονίζει ότι «…ενεργεί προσπαθώντας συνεχώς να διευθετεί τα ποικίλα συμφέροντα στο πλαίσιο του έθνους». Θεωρεί ότι ο Πρόεδρος περιορίζεται από το Κοινοβούλιο που ασκεί τον έλεγχό τους σε κρατικές υπηρεσίες και υπουργεία. Το Κοινοβούλιο με τη σειρά του ενεργεί επηρεαζόμενο από τις διάφορες ομάδες.

Το ότι οι πλουραλιστές αναφέρονται στο ρόλο των μικρών ομάδων, αυτό δεν σημαίνει ότι τελικά δεν αποδέχονται εμμέσως απόψεις τόσο των θεωρητικών των ελίτ όσο και των κοινωνικών τάξεων. Θεωρούν και αυτοί ότι υπάρχει μια «ενεργός μειοψηφία» που εκτελεί τις καθημερινές λειτουργίες και διευθύνει τις διαδικασίες διακυβέρνησης μιας κοινωνίας ή μιας μικρότερης ομάδας. Αυτοί αποτελούν την ομάδα των «πολιτικών ανθρώπων» κατά τον Ρόμπερτ Νταλ. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν τους ηγέτες των ομάδων, ιδιαίτερα των ομάδων πίεσης. Στο ερώτημα του «Ποιος κυβερνά;» απαντά ο ίδιος ο Νταλ: «οι περισσότερες από τις ενέργειες της κυβέρνησης μπορούν να εξηγηθούν…ως το αποτέλεσμα των αγώνων μεταξύ ομάδων ατόμων με διαφοροποιούμενα συμφέροντα και με διαφορετικούς σε μέγεθος πόρους επιρροής». Ουσιαστικά, κατά τον Νταλ, παρά την ανισότητα στους πόρους, οι ηγέτες και οι μάζες κυβερνούν από κοινού. Εδώ φαίνεται η πρώτη κριτική αναθεώρηση της πλουραλιστικής θεωρίας καθώς υπονοείται ότι υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των ομάδων με συνέπεια να υπερισχύουν οι ηγεμονικές. Ένα ακόμη ερώτημα που διαφοροποιεί είναι το κατά πόσο εύκολα μεταφέρεται εξουσία από ένα τομέα της κοινωνίας σε έναν άλλο. Στο ερώτημα αυτό ο Άρνολντ Ρόουζ απάντησε ισχυριζόμενος ότι δεν είναι ίδιες οι εξουσίες μεταξύ τους καθώς άλλοι ασκούν πολιτική εξουσία, άλλοι οικονομική και άλλοι ασκούν εξωτερική πολιτική ή πολιτική για την παιδεία. Αντίθετα, άλλοι διακεκριμένοι στοχαστές με αναφορά στην θεωρία των ελίτ, όπως ο Κ. Ράιτ-Μιλς, τόνισαν ότι η εξουσία ενοικεί με ενιαία μορφή στις ανώτατες βαθμίδες της κρατικής πυραμίδας και των κοινωνικών θεσμών˙ η ελίτ της εξουσίας – οικονομική, πολιτική και στρατιωτική – προέρχεται και διαιωνίζεται από μία κοινωνική τάξη, δηλαδή την ανώτερη. Εμπνεόμενες από τον Μιλς ορισμένες τάσεις στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς χρησιμοποίησαν τον όρο ελίτ στις δικές τους αναλύσεις˙ π.χ. τονίστηκε ότι στα χέρια των ελίτ συγκεντρώθηκε η εξουσία ως αποτέλεσμα της εγκαθίδρυσης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των συναφών μορφών ιεραρχικής δομής.

Πώς μπορούμε να συνοψίσουμε τις κριτικές που απευθύνθηκαν στον πλουραλισμό; Πρώτα απ’ όλα αποτελεί απολογία υπέρ του στάτους-κβο, υπεράσπιση του ισχύοντος πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ, τοπικιστική επικέντρωση που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ευρέως. Στην πραγματικότητα οι εθελοντικές ενώσεις του πλουραλισμού δεν αποτελούν παρά ένα ακόμη επίπεδο της γραφειοκρατίας. Επίσης, στην πράξη, οι ΗΠΑ δεν αποτελούν μια κοινωνία όπου όλοι είναι οργανωμένοι σε ομάδες˙ αντιθέτως, λίγοι είναι μέλη τους και, ως επί το πλείστον, προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των πλουσίων και εκπαιδευμένων λευκών. Οι εθελοντικές ενώσεις στις οποίες αναφέρονται οι συγκεκριμένοι πλουραλιστές δεν αποτελούν πολιτικές ομάδες αλλά κοινωνικές, πολιτιστικές κλπ που δεν διακρίνονται για την εντελώς δημοκρατική λειτουργία τους καθώς είναι γραφειοκρατικά και ιεραρχικά δομημένες. Οι πόροι και η ισχύς των ενώσεων είναι άνιση στο θεσμικό επίπεδο (μεγαλοεπιχειρηματικές ενώσεις σε σχέση π.χ. με τα συνδικάτα. Το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μεσολαβητής. Οι πλουραλιστές θεωρούν ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση στους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού παραβλέποντας την πραγματικότητα της άρνησης αποδοχής του που παρουσιάζεται είτε με τη μορφή της αποχής στις προεδρικές εκλογές είτε με τη μορφή της ειρηνικής ή βίαιης κινητοποίησης των κοινωνικών κινημάτων της εργατικής τάξης, των μειονοτήτων, των γυναικών, της νεολαίας και των οικολογικών οργανώσεων. Κι αυτό γιατί στη σκέψη τους δεν υπάρχει χώρος για τις κοινωνικές τάξεις και για την παρέμβαση και συμμετοχή των μαζών στην πολιτική. Οι πλουραλιστές εστιάζουν τους φακούς της ανάλυσής τους περισσότερο στην πολιτική της κυβέρνησης και των δημοσίων θεσμών αφήνοντας εκτός οπτικής γωνίας την πολιτική του ιδιωτικού τομέα. Είναι απορροφημένοι με την ανάλυση των τυπικών πολιτικών θεσμών και αγνοούν τη διάσταση μεταξύ των υποθετικών και των πραγματικών λειτουργιών τους υπό συνθήκες καπιταλισμού.

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

του Θανάση Τσακίρη

Ο συντηρητισμός είναι μαζί μας εδώ και πολλούς αιώνες. Ένα σημαντικό ερώτημα που ποτέ δεν έχει απαντηθεί οριστικά είναι εάν ο συντηρητισμός είναι ιδεολογία ή απλή ψυχολογική προδιάθεση, μια στάση ζωής.. Άλλοι ορίζουν το συντηρητισμό ως προδιάθεση έναντι της έννοιας και της πράξης της αλλαγής και τη θεωρούν ανώτερη από τις υπόλοιπες ιδεολογίες οι οποίες έχουν το φιλόδοξο στόχο να ξεδιπλώσουν και να εφαρμόσουν σχέδια κοινωνικής βελτίωσης που δεν είναι δυνατό να καρποφορήσουν στην πράξη. Έτσι, η ιστορική εμπειρία θεωρείται σαφώς προτιμότερη πυξίδα και απορρίπτεται οποιαδήποτε προοπτική μετασχηματισμού της κοινωνίας προς μια άγνωστη κατεύθυνση που θα προσπαθούσε να οδηγήσει σε μια «χρυσή εποχή». Η «πολιτική της ατέλειας» ανταποκρίνεται στην κυριαρχία των ανεπηρέαστων από το πέρασμα των αιώνων ενστίκτων.

Η πραγματικότητα της Πολιτικής είναι η δράση. Η δράση προκύπτει από κάποιας μορφής σκέψη. Το γεγονός πως διάφορες κοινωνίες επιδεικνύουν διαφορετικής μορφής συντηρητικές ενέργειες και δράση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει «συντηρητική σκέψη» για την κοινωνία και την πολιτική. Η συντηρητική νοοτροπία και το δόγμα που την στηρίζει είναι συστηματική και λογική. Το ότι (αυτό)περιγράφεται με υψηλούς τόνους και θριαμβευτικούς όρους δεν σημαίνει ότι δεν εκφράζεται με συνεκτικό τρόπο και με βάση συγκεκριμένες αρχές σε μανιφέστα και προγράμματα. «Αν δεν είναι ανάγκη κάτι να αλλάξει, τότε δεν πρέπει να αλλάξει». Αυτό είναι το μότο των συντηρητικών, που εκφράζει σε γενικές γραμμές αυτή την αντίληψη, δηλαδή την αποστροφή προς την «αλλαγή για την αλλαγή», τη διστακτικότητα να θέσουμε σε κίνδυνο αυτό που τώρα λειτουργεί για χάρη κάποιου πράγματος ή κατάστασης που ενδέχεται να επέλθει και να λειτουργήσει καλύτερα («το καλύτερο εχθρός του καλού»). Συντηρητισμός είναι η πίστη στα εμπεδωμένα μαθήματα που μας προσφέρει το παρελθόν απέναντι στο μέλλον και τις αόριστες υποσχέσεις που είναι ακόμα στον αέρα, δηλαδή προσκόλληση στο παλιό και δοκιμασμένο. Με άλλα λόγια, συντηρητισμός είναι η έγνοια να διατηρήσουμε αυτού θεωρείται κοινωνικά καθιερωμένο.
Ο συντηρητισμός στην Πολιτική εκφράζει την επιθυμία διατήρησης ή συντήρησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Οι συντηρητικοί εκτιμούν πολύ τη σοφία του παρελθόντος και αντιτίθενται γενικώς στην πραγματοποίηση ευρύτατων μεταρρυθμίσεων. Στην καλύτερη περίπτωση ο συντηρητισμός θα περιορίσει σε ανεκτά όρια την όποια πολιτική αλλαγή. Ο συντηρητισμός προσδιορίζεται συχνά από την πιθανή κατάσταση στην οποία αντιστέκεται (αντιφιλελευθερισμός, αντιδημοκρατισμός, αντικομμουνισμός κ.ά) και παίρνει διαφορετική χροιά από καιρό σε καιρό και από τόπο σε τόπο. Ο σύγχρονος συντηρητισμός αναδύθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα ως «ριζοσπαστική» αντίδραση στις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που επέφερε η εποχή της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Το 1789 ο Ιρλανδός πολιτικός φιλόσοφος Έντμουντ Μπερκ διατύπωσε για πρώτη φορά τις βασικές έννοιες και αξίες που προσδιορίζουν τον συντηρητισμό. Εξέφρασε απέχθεια για την Γαλλική Επανάσταση, τα εκρηκτικά πάθη των επαναστατών που τους αποκάλεσε «ιδεολογικούς ζηλωτές», οι οποίοι κινούνταν βάσει του ιδεαλισμού τους και των θεωρητικών αφαιρέσεών τους θέλοντας να εξαλείψουν θεσμούς και πεποιθήσεις που υπήρχαν ως τότε. Ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε τον όρο «συντηρητισμός» ή «συντηρητικός». Μόνο το 1830 επίσημα χρησιμοποιήθηκε στη Βρετανία όταν το κόμμα των Tories διαλύθηκε και από τις τάξεις του συγκροτήθηκε το Συντηρητικό Κόμμα, με πρόταση του επίσης Ιρλανδικής καταγωγής πολιτικού και συγγραφέα Τζων Γουίλσον Κρόουκερ. Ο Μπερκ διατύπωσε την «αρχή της συντήρησης» και έγινε πνευματικός πατέρας γενεών ολόκληρων από συντηρητικούς πολιτικού του 19ου αιώνα. Για την «επιστήμη της κυβέρνησης», κατά Μπερκ, βασική είναι η αρχή της «Εμπειρίας». Ο συντηρητικός αποδίδει σημαντική αξία στην παράδοση και τη σοφία που αντλείται από τα ήθη, τα έθιμα και τις πρακτικές των περασμένων γενεών. Αυτή η συσσωρευμένη γνώση που ξεπερνά την ευφυΐα κάθε μεμονωμένου ατόμου αποτελεί το πολυτιμότερο «περιουσιακό στοιχείο» κάθε γενιάς που πρέπει να παραδίνεται σε κάθε επόμενη γενιά («έτσι τα βρήκαμε κι έτσι θα τα παραδώσουμε»). Η κοινωνία είναι ο αρμονικός συνεταιρισμός όχι μόνο των ζωντανών αλλά και των νεκρών και των ανθρώπων που θα γεννηθούν. Οι επικριτές του συντηρητισμού θεωρούν τη λατρεία του παρελθόντος «αρρωστημένη νοσταλγία» και κυνισμό για το παρόν και απαισιοδοξία για το μέλλον ως δυνατότητα όχι μόνο συνολικής αλλαγής αλλά και μερικής βελτίωσης της κατάστασης της κοινωνίας. Ο φιλόσοφος και θεατρικός συγγραφέας G. K. Chesterton χαρακτήρισε την παράδοση ως «δημοκρατία των νεκρών», που ακόμα και όταν βρίσκονταν εν ζωή δεν έδειχναν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους ζωντανούς. Είναι, κυρίως, αποτέλεσμα της αντίληψης των συντηρητικών για την ανθρώπινη φύση. Από ένστικτο θεωρούν τους ανθρώπους αδύναμους και εγωιστές. Έτσι καταλήγουν να θεωρούν ότι μια κοινωνία διοικείται καλά μόνο με τη διατήρηση της τάξης και της σταθερότητας συχνά με αυταρχικό και πατερναλιστικό τρόπο. Όπως είπε ο Φιλελεύθερος πολιτικός William Gladstone: «ο φιλελευθερισμός είναι η εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους που γίνονται ήπιοι με τη σύνεση, ενώ ο συντηρητισμός είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους που κυριαρχούνται από τον φόβο». Ο ηθικολόγος Βρετανός της Βικτοριανής εποχής Matthew Arnold είπε ότι «η αρχή της συντήρησης…καταστρέφει ό,τι αγαπά γιατί δεν τα επιδιορθώνει». Ορισμένοι θεωρούν αυτή την κριτική άδικη και παραθέτουν τα λόγια του ίδιου του Μπερκ: «Μια προδιάθεση να συντηρούμε και μια ικανότητα να βελτιώνουμε αν τις ζευγαρώσουμε αποτελούν το δικό μου κριτήριο για τον σημαίνοντα πολιτικό άνδρα.
Η πολιτική των συντηρητικών ενίοτε συνοδεύεται από πολιτική αντιδραστικότητα με αποτέλεσμα να ασκούνται αντιφατικές στρατηγικές και πολιτικές (π.χ. ταυτόχρονα άσκηση ακραίας νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και απόσυρσης του κράτους από την οικονομία της ελευθερίας των αγορών, στα κοινωνικά ζητήματα η ασκούμενη κοινωνική πολιτική ήταν ακραία συντηρητική (νεοσυντηρητισμός) κι επικαλείται την άμεση και καταλυτική παρέμβαση του κράτους για την καταστολή των κοινωνικών κινημάτων από την εξέγερση της νεολαίας και την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960-1970 ως την αντιμετώπιση των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλόφιλων και γενικά των κινημάτων ταυτότητας
Μέχρι το 1850 ο όρος συντηρητισμός, που πιθανώς χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Σατωβριάνδο, σήμαινε γενικά την πολιτική της δεξιάς. Τα αρχικά δόγματα του ευρωπαϊκού συντηρητισμού είχαν ήδη διατυπωθεί από τον Edmund Burke, τον Joseph de Maistre και άλλοι συγγραφείς. Επέμεναν στη διατήρηση της εξουσίας του βασιλιά και της αριστοκρατίας, στη διατήρηση της επιρροής των γαιοκτημόνων απέναντι στην βιομηχανική αστική τάξη που γεννιόταν, στην περιορισμένη ψηφοφορία, καθώς και τη συνέχιση των δεσμών μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Η Συντηρητική ιδεολογία υφίσταται σε πολυάριθμες και κυμαινόμενες παραλλαγές και σπάνια μονοπωλείται από ένα μόνο πολιτικό οργανισμό. Έκανε την εμφάνισή της στις αρχές του 19ου αιώνα στους κύκλους (Σατωβριάνδος) ενάντια στην Γαλλική Επανάσταση. Στη Γαλλία ο όρος «συντηρητικός» δεν χρησιμοποιείται συχνά λόγω της αποσύνθεσης του ρεύματος που ήταν πιστό στις αξίες της παράδοσης. Μετά το 1830 το ρεύμα αποτελούνταν από τους Βουρβώνους που διαιρέθηκαν σε λεζιτιμιστές (νομιμόφρονες υπέρ της φυσικής διαδοχής) και σε ορλεανιστές. Στη διάσπαση αυτή ήρθαν να προστεθούν οι συντηρητικοί βοναπαρτιστές που διαστρέβλωναν τις απελευθερωτικές αξίες της Γαλλικής Επανάστασης. Η συντηρητική άποψη ότι η κοινωνική πρόνοια ήταν η ευθύνη των προνομιούχων ενέπνευσε το πέρασμα μεγάλου μέρους της ανθρωπιστικής νομοθεσία, στην οποία οδήγησαν οι Βρετανοί συντηρητικοί. Στα τέλη του 19ου αιώνα μεγάλοι συντηρητικοί πολιτικοί, κυρίως ο Benjamin Disraeli, είχαν την τάση να καταφεύγουν σε ήπιες μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να διατηρούν τα θεμέλια της κατεστημένης τάξης. Κατά το 20ο αιώνα ο συντηρητισμός έγινε ιδεολογία και πολιτική στρατηγική για τις πάλαι ποτέ φιλελεύθερες βιομηχανικές, εμπορικές και άλλες κοινωνικές ομάδες που είχαν επιτύχει πολλούς από τους πολιτικούς στόχους τους που έπρεπε να διατηρήσουν τις κατακτήσεις απέναντι στην επίθεση των μη ευνοημένων από την καπιταλιστική ανάπτυξη κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, όπως οι εργάτες, οι μικροί αγρότες και επαγγελματίες. Ο συντηρητισμός έχασε την κυρίως αγροτική και ημιφεουδαρχική προκατάληψη του και αποδέχθηκε τη δημοκρατική ψηφοφορία, υποστήριξε τον οικονομικό φιλελευθερισμό (laissez-faire) και αντιτάχθηκε στην επέκταση του κράτους πρόνοιας.

Το θέμα της μοναρχίας διχάζει τους συντηρητικούς στην Ισπανία και στην Γαλλία, όπως και οι σχέσεις εκκλησίας και κράτους. Στην Ιταλία η απαγόρευση της συμμετοχής των καθολικών στην πολιτική καθυστέρησe την ίδρυση μαζικού συντηρητικού κόμματος. Μετά το 1848 στην Ιταλία παρατηρείται το φαινόμενου του «τρανσφορμισμού» που συνεπάγεται την δημιουργία μιας συνεχώς διευρυνόμενης διευθυντικής τάξης, στο πλαίσιο που χάραξαν οι μετριοπαθείς, με την προοδευτική και συνεχή προσέλκυση των πιο δραστήριων ατόμων που ανέδειξαν φίλες ή αντίπαλες ομάδες . Το 1919 ο Σικελός ιερέας Luigi Sturzo ίδρυσε το αρχικό Ιταλικό Λαϊκό Κόμμα. Μετά τον Β΄Π.Π. και την ίδρυση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατή η συγκρότηση και επιβίωση ενός καθαρά συντηρητικού κόμματος. Επί της ουσίας, όμως, το ρόλο του συντηρητικού κόμματος τον έπαιξε η Χριστιανοδημοκρατία, λόγω της ιστορίας της και της θέσης που κατείχε, της κοινωνικής της βάσης και των συμφερόντων που υπερασπιζόταν. Ένα τρίτο θέμα διαμάχης μεταξύ των συντηρητικών ήταν αυτό του έθνους και του εθνικισμού. Τμήμα των συντηρητικών τάσσεται υπέρ ενός κράτους που σέβεται τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Οι περιστάσεις, όμως, μπορούν ενίοτε να στρέψουν τους πολέμιους του συγκεντρωτισμού σε ένθερμους εθνικιστές. Όσον αφορά τις Πολιτικές επιλογές, επί μακρόν, ο συντηρητισμός σήμαινε προσήλωση στην ατομική ιδιοκτησία, στην έννοια της τάξης και στην επιφύλαξη έναντι της καθολικής ψηφοφορίας. Εμφανίστηκαν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις περιόδους και τις συντηρητικές ομάδες, π.χ. σε όλες τις δυτικές χώρες προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις του κράτους πρόνοιας ενώ εθνικοποιήσεις έγιναν από τον Ch. De Gaulle, τον V. Giscard D’ Estaing, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κ.ά.

Αυτή η μορφή του συντηρητισμού, που τη βλέπουμε καλύτερα στις πιο εκβιομηχανισμένες χώρες, με τα παράδειγμα με της πολιτικής της προεδρίας Ρέηγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και της πρωθυπουργίας Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία. Αποδείχθηκε ευέλικτη και δεκτική σε ήπιες πολιτικές αλλαγές αλλά άκαμπτη σε θέματα διατήρησης της τάξης στα κοινωνικά ζητήματα και υποστηρίζει ενεργά την απορρύθμιση και την ιδιωτικοποίηση στον οικονομικό τομέα. Η Νέα Δεξιά που κυριάρχησε στις ΗΠΑ και σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης κατά τις δεκαετίες του ’70 και ’80 σήμανε την οπισθοχώρηση του συντηρητικού πραγματισμού μπροστά στην ιδεολογική αναζωπύρωση του νεοσυντηρητισμού των Reagan και Thatcher. Οι βασικές αρχές της Νέας Δεξιάς ήταν:
• Αντίθεση στον κρατικό παρεμβατισμό (μόνο όσον αφορά στην οικονομική και κοινωνική διάστασή του).
• Υπέρμετρη προβολή του κράτους-χωροφύλακα.

Ο συντηρητισμός θα πρέπει να διακριθεί τόσο από την αντιδραστική επιθυμία για το παρελθόν και τη ριζοσπαστική δεξιά ιδεολογία του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού.

Τελικά θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την ιστορία του συντηρητισμού ως εξής:

Ασάφεια υπάρχει στο ζήτημα της «εξουσίας» σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας: μετριοπαθείς – αυστηρή πατρική εξουσία, μοναρχικοί – συγκεντρωτική εξουσία, ακόμη και στήριξη δικτατορικών εξουσιών.
Αρχές γενικού χαρακτήρα:
• Απαισιοδοξία σε ό,τι αφορά το άτομο
• Υποταγή στις απαιτήσεις της εξουσίας
• Δυσπιστία έναντι της προόδου
• Πραγματισμός, που επιτρέπει την αναπροσαρμογή αρχών.
• Υπεράσπιση συμφερόντων που θεωρούνται μεγαλειώδη (ατομική πρωτοβουλία και ιδιοκτησία).

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

του Θανάση Τσακίρη

Γιατί άραγε ο τίτλος συνδέει το κράτος με τη νεωτερικότητα; Υπονοείται μήπως ότι μόνο στην περίοδο της νεωτερικότητας υπήρχε κράτος ενώ σε παλιότερες εποχής δεν υπήρχε; Μήπως υπήρχε άλλου τύπου κράτος ή μήπως ήταν πιο «ατελές» το κράτος; Για να δούμε.
Ας ξεκινήσουμε από την έννοια της νεωτερικότητας. Πρόκειται για ουσιωδώς αμφισβητούμενη έννοια τόσο στην Φιλοσοφία όσο και στις κοινωνικές επιστήμες. Ο όρος «ουσιωδώς αμφισβητούμενη έννοια»
ονοματίζει μια προβληματική κατάσταση την οποία πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν: ότι δηλαδή σε ορισμένα είδη λόγου υπάρχει μια ποικιλία σημασιών που χρησιμοποιούνται ως όροι-κλειδιά στις αντιπαραθέσεις, κι υπάρχει μια αίσθηση ότι ο δογματισμός («Η απάντησή μου είναι σωστή και όλων των άλλων λάθος), ο σκεπτικισμός («Όλες οι απαντήσεις είναι εξίσου αληθείς –ή ψευδείς» και ο εκλεκτικισμός «Κάθε σημασία δίνει μια μερική άποψη ώστε όσο περισσότερες σημασίες υπάρχουν τόσο το καλύτερο) δεν είναι κανείς τους η κατάλληλη στάση απέναντι σε αυτή την ποικιλία των σημασιών.
Σε γενικές γραμμές, ο όρος χρησιμοποιήθηκε κυρίως στο δυτικό πλαίσιο και ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό (ευρωκεντρισμός).
Στη νεωτερικότητα εντάσσεται ορισμένα φαινόμενα που είναι αρκετά διακριτά μεταξύ τους:
1. Η νεωτερικότητα ως όρος χρησιμοποιείται ως μέσο περιοδολόγησης της Ευρωπαϊκής (υπονοείται συχνα και ως «παγκόσμια») ιστορίας προσδιορίζοντας μιαν ολόκληρη «εποχή». Τα όρια αυτής της «νεωτερικής» εποχής είναι ασαφή. Άλλοι τοποθετούν την απαρχή της στην Ιταλική Αναγέννησης ενώ ορισμένοι στις ημέρες της εφεύρεσης της τυπογραφίας τον 15ο αιώνα και στη βιομηχανική επανάσταση στον 18ο ή 19ο αιώνα. Γενικά, υπονοείται μια μεγάλη ρήξη με κάθε τι το «παλιό»: οικονομικές πρακτικές, καθεστώτα, τεχνολογίες, πολιτιστικές και κοινωνικές σχέσεις.
2. Η νεωτερικότητα, επίσης, είναι όρος που αναφέρεται σε συγκεκριμένη διανοητική στάση που επιδιώκει να κατανοήσει με ορθολογικό τρόπο τον κόσμο στον οποίο ζούμε αναζητώντας τάξη μέσα στη φύση αλλά να κυριαρχήσει ο άνθρωπος πάνω στη φύση. Σε αυτή την περίπτωση ο όρος γίνεται συνώνυμος με την πρόοδο και βαθμιαία κατακτά ολοένα και περισσότερα πεδία του βίου από την ιατρικοποίηση των σωμάτων ως τον εξορθολογισμό της ζωής της πόλης δια μέσου του λόγου περί σχεδιασμού και προγραμματισμού. Η επιστήμη και το κυνήγι της γνώσης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού ήταν κεντρικής σημασίας για το πνεύμα της νεωτερικότητας που στηριζόταν στις έννοιες του τεκμηρίου και της απόδειξης. Ο Ιμμάνουελ Καντ συνόψισε το πνεύμα της εποχής της νεωτερικότητας με τη φράση “sapere aude” (τόλμα να γνωρίσεις ή να σκεφτείς).
3. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για προσδιορίσει ένα απολύτως κοσμικό σχέδιο απελευθέρωσης που οδήγησε στις δύο μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα κι από εκεί στην και χειραφέτησης των σκλάβων και την απόδοση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων σε πολλές κατηγορίες ανθρώπων που ήταν αποκλεισμένοι λόγω της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους, δηλαδή λόγω φύλου, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ά.). Αυτή η «πολιτική» νεωτερικότητα πρότεινε νέες μορφές εκπροσώπησης καθώς και νομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
4. Τέλος, η νεωτερικότητα αναφέρεται σε μία διαδικασία παγκόσμιας ολοκλήρωσης που οδηγεί κατευθείαν από την Εποχή των Ανακαλύψεων στις Αποικιοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης του 19ου και του πρώτου μισού αιώνα. Με αυτή την έννοια η ανακάλυψη της Αμερικής το 1492 από τον Χριστόφορο Κολόμπο σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας της «παγκοσμιοποίησης». Σε αυτό το πλαίσιο κεντρική θέση κατέχει το «έθνος-κράτος» και η επικρατειακή επεκτατική ικανότητά του να οργανώνει και να διαχειρίζεται τις ανώνυμες πλέον κοινωνικές διαδικασίες.

Στην εποχή της νεωτερικότητας κυρίαρχη μορφή συλλογικής οργάνωση της κοινωνίας είναι το «έθνος κράτος». Τι είναι το κράτος; Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο σύνολο θεσμών που διευκολύνουν την ικανότητα άσκησης εξαναγκαστικής εξουσίας και διακυβέρνησης πάνω σε μια καθορισμένη επικράτεια. Κατά τον ίδιο τρόπο και το «κράτος» είναι «ουσιωδώς αμφισβητούμενη έννοια» στον χώρο των κοινωνικών επιστημών με έντονη ιστορικότητα μιας και από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο συχνά μεταβάλλονται ριζικά οι μορφές και οι λειτουργίες του κράτους. Άρα πάντα πρέπει να εξετάζουμε το κράτος από πολλές πλευρές και, κυρίως, από την άποψη τόσο των θεσμικών όσο και των λειτουργικών ρόλων του, δηλαδή «με τι μοιάζει» και «τι κάνει»; Πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι το κράτος συνδέεται με τις δύο άλλες βασικές σφαίρες της σύγχρονης εποχής, δηλαδή την «Αγορά» και την «Κοινωνία Πολιτών». Οι λειτουργίες του αναφέρονται στην ανάγκη διευκόλυνση της οικονομικής μεγέθυνσης που διαμορφώνει τη φορολογική βάση για την υποστήριξη του κρατικού μηχανισμού, την παροχή υποδομών και αγαθών για την συντήρηση του πληθυσμού που με τη σειρά του αποτελεί εργατικό δυναμικό, τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και την ικανότητα διατήρησης της άμυνας και της προστασίας από εξωτερική επέμβαση. Τόσο η ανάγκη όσο και η ικανότητα μεταβάλλονται συχνά.
Η χρήση του όρου «κράτος» είναι συχνά «αναδρομικού χαρακτήρα» καθώς επεκτείνεται στο απώτατο παρελθόν για να καλύψει ακόμη και διαδικασίες διακυβέρνησης που αναδύθηκαν στη Μεσοποταμία την Τρίτη Χιλιετία π.Χ. Έτσι πολλοί εντοπίζουν την απαρχή της συγκρότησης των κοινωνικών συνόλων σε κράτος κατά τη μετάβαση από τη νομαδικού τύπου διαβίωση των κυνηγών και τροφοσυλλεκτών στις αγροτικού τύπου κοινωνίες με σταθερή γεωργική παραγωγή που είναι πλεονασματική και χρειάζεται μόνιμες εγκαταστάσεις αποθήκευσης και κατοικίας.

Τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κράτους
1. Το κράτος είναι ιστορικώς διαμορφούμενο. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος αναπτύχτηκε και συνεχίζει να αναπτύσσεται σε συγκεκριμένους τόπους και χρόνους. Αναδύθηκε αρχικά στη Δυτική Ευρώπη με την αποσύνθεση του φεουδαρχικού κοινωνικού σχηματισμού και κατά τη διάρκεια της ανόδου του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η μορφή του και η λειτουργία του άλλαζαν με την πάροδο του χρόνου.
2. Το κράτος εκπροσωπεί, ή ισχυρίζεται πως εκπροσωπεί, το σύνολο της κοινωνίας. Είναι ο πρωταρχικός και βασικότερος θεσμός που φροντίζει για το σύνολο της συλλογικότητας ή μιλά εν ονόματί της. Το κράτος είναι ένα πεδίο μάχης, συμπύκνωση, αποκρυστάλλωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων στην επικράτειά του. Ο βαθμός αυτονομίας του κράτους από την κοινωνία είναι πρωταρχικής σημασίας θέμα προς συζήτηση στο χώρο της πολιτικής κοινωνιολογίας και αφορά την έκταση στην οποία το κράτος διαμορφώνει την κοινωνία και οι διάφορες κοινωνικές ομάδες ελέγχουν ή/και χρησιμοποιούν το κράτος.
3. Το κράτος συγχωνεύει την εξουσία από την κοινωνία σε έναντόπο και φέρνεια στην επιφάνεια ή επινοεί νέες εξουσίες είτε λόγω συγκεντροποίησης πολιτικών δομών είτε λόγω νέων κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες το κράτος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη. Απορροφά κι ενώνει εξουσίες από διάφορα μέρη της κοινωνίας και τις συνενώνει σε μια ενιαία οργανωτική δομή.
4. Το κράτος εγγυάται, υπερασπίζει και διατηρεί τόσο τα φυσικά σύνορα (επικράτεια) όσο και τα κοινωνικο-πολιτισμικά («εθνική κουλτούρα»). Ένας ρόλος του κράτους είναι η διατήρηση των ορίων μεταξύ των συλλογικοτήτων και συγκεκριμένα η προστασία κάθε τέτοιας συλλογικότητας όσον αφορά την πολιτισμικής της ταυτότητας από εξωτερικές απειλές.
5. Το κράτος παρέχει στους ανθρώπους μια ταυτότητα και συμβάλλει στον καθορισμού ενός λαού. Μέσω διαδικασιών και θεσμικών μηχανισμών όπως η Εκπαίδευση, η Εθνική Ιστοριογραφία, η Ιδιότητα του Πολίτη το κράτος κατασκευάζει αυτό που είμαστε. Καθώς το κράτος συμβάλλει στην δημιουργία ταυτότητας οι πολίτες το αποδέχονται ως ηθικώς νομιμοποιημένα.
6. Το κράτος κατέχει το μονοπώλιο των μέσων βίας και καταστολής στο πλαίσιο της επικράτειάς του και της κοινωνίας την οποία επιτηρεί. Το κράτος υπεραμύνεται της αξίωσής του για το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης χρήσης της φυσικής βίας κατά την επιβολή της τάξης. Ο έλεγχος των μέσων βίας και καταστολής (στρατός, αστυνομία, συνοριοφυλακή, φυλακές κλπ) είναι μια από τις κεντρικότερες λειτουργίες του κράτους. Η αξίωσή του αυτή χρονολογείται από την φάση της κατάργησης της φεουδαρχίας και την διάλυση των προηγούμενων ιδιωτικών στρατών των φεουδαρχών και την δικαιοδοσία της εκκλησίας σε ζητήματα ζωής ή θανάτου επί των πολιτών του κράτους (π.χ. αιρέσεις). Η αποτυχία του κράτους να διατηρήσει τον έλεγχο σημαίνει ότι χάνει εδάφη της επικράτειας ή διαλύεται.
7. Το κράτος λειτουργεί εντός ενός συστήματος από κοινού με άλλα κράτη. Έχει τον έλεγχο σε μια επικράτεια και συνεργάζεται με άλλα κράτη επηρεάζοντας το ένα το άλλο σε φάση αλληλεξάρτησης. Η ισχύς ενός κράτος ως οντότητα εξαρτάται για το ρόλο του ως ένα βαθμό από το ευρύτερο παγκόσμιο σύστημα.
8. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κράτους είναι τα ακόλουθα:
• Η ανάπτυξη μιας διοικητικής γραφειοκρατίας
• Η δημιουργία νόμων και η λειτουργία του σύμφωνα με τους νόμους
• Η υπεράσπιση των εδαφικών συνόρων
• Η άντληση πόρων ή φόρων για την αυτοσυντήρησή του
• Η δημιουργία και συντήρηση υποδομών (δρόμοι, γέφυρες, επικοινωνίες κ.ά.
• Η διατήρηση της κοινωνικής τάξης και ηρεμίας
• Η αναδιανομή υπηρεσιών, επιδομάτων ή επιλεκτικών ευνοιών στους πολίτες του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 12

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ ΣΤΟΝ ΒΕΜΠΕΡ: ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΡΟΥΣΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Εκδ. Γκοβόστης

Σε μια εποχή κυριαρχίας της εικόνας απέναντι στο λόγο και του λόγου που σχετίζεται με την τρέχουσα επικαιρότητα και την εμπορευματική αποτελεσματικότητα, απέναντι στο θεωρητικό στοχασμό, ένα βιβλίο που αναφέρεται στις κλασικές θεωρίες για το κράτος αποτελεί αναμφίβολα μια προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα. Ακόμη περισσότερο αυτό συμβαίνει όταν αυτή ακριβώς η προσπάθεια στοχεύει όχι σε μια μουσειακού χαρακτήρα παράθεση των διαφόρων περί κράτους θεωριών και στην απολογητική αιτιολόγηση της κρατικής μορφής οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά στην αξιοποίησή τους στα πλαίσια μιας «ουτοπικής» θεωρητικής αναζήτησης υπέρβασης της κρατικά οργανωμένης κοινωνίας και στην χειραφέτηση της προσωπικότητας. […] (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ: ΜΟΡΦΕΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΗ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ε. ΣΚΟΥΛΑΣ
επιμέλεια: Βιβγιάννα Γ. Σκουλά
Εκδόσεις Παπαζήση, 2012

Η έννοια του κράτους ως μια διακριτή μορφή εξουσίας είναι φαινόμενο αποκλειστικό της Νεωτερικότητας και όχι διακυβέρνηση άλλων εποχών στην παγκόσμια ιστορία του ανθρώπου. Οι μορφές εξουσίας που αναδείχθηκαν στην Αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα ήταν κυρίως αυτοκρατορίες οι οποίες διοικούσαν αλλά δεν κυβερνούσαν.
Το Φεουδαρχικό κράτος ερμηνεύεται ως ανεξέλεγκτη εξουσία η οποία ούτε χαλιναγωγείται, ούτε περιορίζεται από νόμους και κανονισμούς εκτός από έναν, το «θείο νόμο». Τα προνόμια των κοινωνικών τάξεων, που ενυπήρχαν σ’ αυτό και οι δεσμοί τους, εννοούσαν μια ιεραρχία εξουσιών πάνω στη γη της οποίας είναι ιδιοκτήτες και στους ανθρώπους τους οποίους είναι δεμένοι πάνω σ’ αυτή τη γη και την καλλιεργούν.
Το απολυταρχικό κράτος χαρακτηρίζεται από τρεις βασικές μορφές στη -σύγχρονη θεώρηση του:
1. ότι, το ίδιο το κράτος νοείται ως ανώτατη μορφή άσκησης εξουσίας για θέματα που αφορούν την κυβέρνηση,
2. ότι, η εξουσία του κράτους είναι αδιαίρετη και απόλυτη, και
3. ότι, όλα τα άτομα στην κοινωνία είναι υποτελείς του κράτους αφού
καταθέτουν την πίστη και την υποταγή τους όχι στον ηγεμόνα αλλά στο ίδιο το κράτος.
-Το αστικό κράτος εντούτοις, το οποίο εξελίχθηκε από τη γέννηση του καπιταλισμού, είχε μια ανάπτυξη ως σύνολο θεσμών και αξιών. Το σύνολο αυτό, υπέστη ένα βαθύτατο ρήγμα μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Ρήγμα ανάμεσα στο κράτος ως δημόσιος χώρος και της ιδιωτικής ζωής ως η κοινωνία των ιδιωτών. Το κράτος αυτό με τέτοια συγκρότηση θεσμών, σημείωνε βαθμιαία και σε γοργό ρυθμό τη μορφή συγκεντρωτικής διοίκησης ως δημόσια εξουσιαστική αρχή που αποκόπτεται ουσιαστικά από τη σφαίρα της ιδιωτικής κοινωνικής ζωής, ως η κοινωνία των
ιδιωτών ή ως αστική κοινωνία.
Το αστικό σύγχρονο κράτος χαρακτηρίζεται ως συνταγματικό, επειδή βασίζεται σε νόμους που διαμορφώνουν τον άνθρωπο και οριοθετούν τη δραστηριότητα του κι όχι στα άτομα τα οποία ως πολίτες σχηματίζουν και θεσπίζουν τους νόμους, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή, δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος. Το οικοδόμημα του κράτους δικαίου φαίνεται από τους νόμους που θεμελιώνει η κυβερνητική εξουσία και όχι από τη συμμετοχή των πολιτών που θα εκφράσουν λόγο για αυτούς, ώστε να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν ανάλογα με το τι ωφελεί το σύνολο και την εξέλιξή του. […]

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

BALL R. ALAN
Εκδότης: Παπαζήσης
Η πολιτική είναι μια από τις αρχαιότερες δραστηριότητες της ανθρωπότητας: από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν μαζί σε ομάδες, παρουσιάστηκε η ανάγκη να ευρεθούν τρόποι διακυβέρνησης αυτών των ομάδων. Από αυτές τις ταπεινές απαρχές αναπτύχθηκαν σιγά-σιγά οι εκλεπτυσμένοι θεσμοί και διαδικασίες της σύγχρονης διακυβέρνησης. Βέβαια, η σύνθετη και πολύπλοκη πολιτική διαδικασία των αρχών του 21ου αιώνα φαίνεται να έχει ελάχιστα κοινά με το μακρινό εκείνο παρελθόν. Και όμως, ορισμένα από τα ζητήματα που αναφύονταν, σε σχέση με τη διακυβέρνηση ομάδων κυνηγών, εξακολουθούν -στα βασικά τους χαρακτηριστικά- να υπάρχουν στη σημερινή πολιτική. Υπάρχουν διαδικασίες, μέσα από τις οποίες ένα απλό μέλος της ομάδας δύναται να επηρεάσει την κυβέρνηση; Ή μήπως η κυβέρνηση είναι υπόθεση λίγων ισχυρών ατόμων; Ποιοι κατέχουν εξουσία; Ασκούν αυτή την εξουσία με κατάλληλο και αποδεκτό τρόπο; Και πώς καθορίζουμε ποιος τρόπος είναι κατάλληλος και αποδεκτός; Είναι σταθεροί οι θεσμοί της κυβέρνησης, ή υπόκεινται σε συχνές αλλαγές; Η πολιτική είναι, λοιπόν, μια σημαντική και συχνά πολύ ενδιαφέρουσα δραστηριότητα. Παράλληλα, όμως, αποτελεί και μηχανισμό επίτευξης κοινωνικών στόχων. Θίγει ζητήματα που αφορούν τη συλλογική ευημερία των πολιτών. Στις σύγχρονες κοινωνίες περισσότερο από ένα τρίτο (και σε ορισμένες περιπτώσεις το μισό) του ό,τι παράγεται στην οικονομία αποσπάται με τη μορφή φόρων και στη συνέχεια διοχετεύεται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, με σκοπό την επίτευξη κάποιων στόχων. Το βιβλίο αυτό προσφέρει στον αναγνώστη μια ουσιαστική και περιεκτική εισαγωγή στη σύγχρονη πολιτική και τη σύγχρονη πολιτική επιστήμη. Μια εισαγωγή, η οποία είναι προσιτή και ευκολοδιάβαστη, αλλά δεν αποφεύγει ούτε απλοποιεί τα μεγάλα και σύνθετα προβλήματα του πεδίου. Η ελληνική έκδοση έχει λάβει υπόψη της και την ελληνική βιβλιογραφία και κατευθύνει συστηματικά τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για περαιτέρω μελέτη. Το βιβλίο αφορά όχι μόνον τους φοιτητές της πολιτικής επιστήμης και της πολιτικής κοινωνιολογίας, αλλά και κάθε πολίτη που επιθυμεί να αποκτήσει μια συστηματικότερη εικόνα των διαδικασιών, των θεσμών και των θεματικών που ορίζουν την πολιτική στις αρχές του 21ου αιώνα.

Σύντομη αναδρομή στην ιστορία της ιδέας της «κοινωνίας των πολιτών»

Σύντομη αναδρομή στην ιστορία της ιδέας της «κοινωνίας των πολιτών»

του Θανάση Τσακίρη

Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή για να δούμε πώς εξελίχθηκε η έννοια αυτή. Στη διάρκεια πολλών αιώνων πριν από την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση και τους χρόνους της νεωτερικότητας, δηλαδή κατά τους κλασικούς και μεσαιωνικούς αιώνες, η «κοινωνία των πολιτών» γινόταν αντιληπτή ως «η πολιτικά οργανωμένη κοινοπολιτεία». Ανεξάρτητα από την θρησκευτική ή κοσμική φύση της εξουσίας, η «κοινωνία των πολιτών» καθιστούσε δυνατή την ύπαρξη της «πολιτισμένης κοινωνίας» καθώς οι άνθρωποι ζούσαν σε νομοκατεστημένες ενώσεις που προστατεύονταν με την εξαναγκαστική ισχύ του κράτους. Η βαθμιαία υπονόμευση των μεσαιωνικών κρατών και η αντίστοιχη άνοδος των κρατών-εθνών και εξάπλωση των εθνικών αγορών είχε ως συνέπεια να δρομολογηθεί μια νέα συζήτηση για την έννοια της «κοινωνίας των πολιτών». Τώρα πια, κατά μία εκδοχή, γινόταν αντιληπτή ως «ο πολιτισμός που στηρίζεται από την παραγωγή, το ατομικό συμφέρον, τον ανταγωνισμό και την ανάγκη.» Για τους περισσότερους, ο «Διαφωτισμός» πρόσφερε άνευ προηγουμένου ευκαιρίες για την ελεύθερη προσωπική ύπαρξη που αναπτύσσεται εν μέσω του εμπορίου, της επιστήμης και της κουλτούρας. Όμως, για άλλους σήμαινε αταξία, ανισότητες και συγκρούσεις με αποτέλεσμα να χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους για τον έλεγχο των πληθυσμών. Από τη μια πλευρά, δηλαδή αυτή της αστικής πολιτικής σκέψης, η κλασική εκδοχή τονίζει την διχοτομία μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών και αναζητά τρόπους συγκράτησης του κράτους και σεβασμού της αυτονομίας της κοινωνίας και της ελευθερίας των πολιτών (Τζων Λοκ) ενώ η πιο προχωρημένη εκδοχή (Αλέξις ντε Τοκβίλ) επιδιώκει την αυτοκυβέρνηση των πολιτών την οποία θεωρεί ως την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της ελευθερίας και αντιλαμβάνεται την κοινωνία των πολιτών ως ένα σύνολο ενώσεων όπου «τα αισθήματα και οι ιδέες ανανεώνονται, οι καρδιές μεγαλώνουν και η κατανόηση αναπτύσσεται» και τίθενται όρια στη δράση και παρέμβαση ενός ολοένα και μεγεθυνόμενου κράτους. Τέλος, μια διαφορετική σκοπιά είναι αυτή του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ που θεωρούσε την «κοινωνία των πολιτών» ως μια κοινότητα στο πλαίσιο της οποίας η αλληλεγγύη συμφιλιώνει την υποκειμενικότητα των ιδιωτικών συμφερόντων με την αντικειμενικότητα του κοινού καλού. Όμως, η αδιαφορία του για τις ενδιάμεσες ενώσεις του στοίχισε την απόδοση της κατηγορίας περί «ολοκληρωτισμού».

Από την άλλη πλευρά, ο Γκεόργκ Χέγκελ τόνιζε ότι η «κοινωνία των πολιτών» κατοικείται από τον «οικονομικό άνθρωπο» (homo economicus) και συγκροτείται από τα «ιδιωτικά συμφέροντά του». Μεταξύ της οικογένειάς του και του κράτους υπάρχει ένα δίκτυο κοινωνικών σχέσεων που συνδέει τα αυτοεξυπηρετούμενα άτομα μεταξύ τους σε μια μεσολαβούσα σφαίρα κοινωνικών συνδέσεων και ηθικής ελευθερίας. Αυτή, όμως, η «κοινωνία των πολιτών» αποτυγχάνει, κατ’ αυτόν, να πραγματοποιήσει πλήρως την ελευθερία επειδή δεν είναι σε θέση να επιλύσει το διαρκώς εμφανιζόμενο πρόβλημα της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Η λύση, όμως, που προτείνει είναι ακόμη πιο προβληματική˙ μόνο ένα γραφειοκρατικό κράτος τύπου Πρωσίας μπορούσε να λύσει τα προβλήματα των κοινωνικών ανταγωνισμών. Εδώ παρεμβαίνει ο Κάρλ Μαρξ, ο οποίος, ενώ κατ’ αρχήν συμφωνεί με τη χεγκελιανή διάγνωση του προβλήματος, διαφωνεί πλήρως με τη χεγκελιανή λύση. Κατά τον Μαρξ δεν μπορεί το κράτος να γίνει αντιληπτό ξέχωρα από τις οικονομικές διεργασίες. Ουσιαστικά, η συμβολή του Μαρξ έγκειται στην ανάδειξη του χαρακτήρα της «κοινωνίας των πολιτών» ως μιας μη αυτόνομης σφαίρας αυτοπροσδιοριζόμενης δημοκρατικής δραστηριότητας που είναι σαφέστατα ταξική. Για το λόγο ετούτο, διατύπωσε μια «θεωρία κοινωνικής επανάστασης» που τοποθετούσε το προλεταριάτο στο επίκεντρο της σοσιαλιστικής πολιτικής και αποσκοπούσε στον πλήρη εκδημοκρατισμό της «κοινωνίας των πολιτών». Η συζήτηση για την «κοινωνία των πολιτών» ξαναρχίζει όταν ανακαλύπτεται το έργο του Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος προτού θέσει το πρόβλημα της επαναστατικής στρατηγικής στη Δύση θέτει ζήτημα κατανόησης των σχέσεων της «πολιτικής κοινωνίας» και της «κοινωνίας των πολιτών». Ο ίδιος τόνισε ότι στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Δύση «η κοινωνία των πολιτών έχει καταστεί δομή πολυσύνθετη και ιδιαίτερα ανθεκτική στις καταστροφικές επιδρομές του άμεσου οικονομικού στοιχείου». Η συμβολή του έγκειται στο ότι υποστηρίζει πως θα χρειαστεί η συγκρότηση ενός κοινωνικο-πολιτικού συνασπισμού που πρώτα θα κατακτήσει την ιδεολογική ηγεμονία στην «κοινωνία των πολιτών» για να καταλάβει την πολιτική εξουσία με διαδικασίες που θα καθιερώνουν και θα εγγυώνται την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση των παραγωγών πολιτών. Ο Γκράμσι συγκρότησε το σχήμα του για τις σχέσεις μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας και κράτους στη βάση δύο αντιθέσεων, δηλαδή αυτής μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου και αυτής μεταξύ συναίνεσης και εξαναγκασμού. Αυτή η δυάδα αντιθέσεων θα επανέλθει στο σχήμα του Λουί Αλτουσέρ, ο οποίος θα κάνει λόγο για την κυριαρχία των ιδεολογικών και κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, και ιδιαίτερα για την συμβολή των πρώτων στην επίτευξη της συναίνεσης της «κοινωνίας των πολιτών» για τη διαιώνιση του καπιταλισμού.

Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση διατυπώνονται θεωρητικά σχήματα που λαμβάνουν υπόψη την γενικευμένη κρίση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Οι αστικές τάξεις προβληματίζονται και αναζητούν αγωνιωδώς τρόπους με τους οποίους θα επιλύονται κοινωνικές συγκρούσεις μέσω κινητοποίησης της «κοινωνίας των πολιτών» δίχως να τίθεται υπό αμφισβήτηση ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και τα κυρίαρχα πολιτικά συστήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο πλαίσιο αυτών των αναζητήσεων ήταν η σύγκληση της 3ήμερης Προεδρικής Διάσκεψης Κορυφής για το Μέλλον της Αμερικής (τέλος Απριλίου 1997) από τον Μπιλ Κλίντον. Συμμετείχαν πρώην Πρόεδροι (Τζ. Μπους, Τζ. Κάρτερ), η πρώην Πρώτη Κυρία Ν. Ρέιγκαν, ο αργότερα υπουργός Εξωτερικών Κ. Πάουελ, δεκάδες ανώτατοι διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων και η τηλεστάρ Ό. Γουίνφρει. Όλοι/ες αυτοί/ές συσκέφθηκαν για να επεξεργαστούν προγράμματα κινητοποίησης Αμερικανών πολιτών και συγκέντρωσης χρημάτων από μεγάλες επιχειρήσεις (εδώ αρχίζει να εμφανίζεται η έννοια «εταιρική κοινωνική ευθύνη») ώστε να προσφέρουν εθελοντικές κοινοτικές υπηρεσίες. Όπως έγραψε τότε η εφημερίδα New York Times, «η εκστρατεία, της οποίας ηγείται ο Κόλιν Πάουελ, αποσκοπεί στην κινητοποίηση εθελοντών και στη συγκέντρωση χρηματικών πόρων από μεγάλες επιχειρήσεις για να βοηθηθούν δύο εκατομμύρια παιδιά ως το έτος 2000. Ελπίζει ότι θα αποτελεί αποζημίωση για την υποχώρηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης –η υποχώρηση συντελέστηκε κατά κύριο λόγο κατά τις προεδρείες των Μπους και Κλίντον- με την παροχή στα παιδιά μεντόρων, ασφαλών χώρων για τις μετά το σχολείο ώρες, ιατροφαρμακευτικής φροντίδας, εργασιακών δεξιοτήτων και μίας ευκαιρίας να προσφέρουν τα ίδια τα παιδιά κοινοτικές υπηρεσίες.» Εν ολίγοις, με την υποχώρηση και των τελευταίων οχυρών του «κοινωνικού κράτους πρόνοιας», οι πάντες άρχισαν να ομιλούν περί της «κοινωνίας των πολιτών».

Βιβλιογραφία 11

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
WEBER MAX

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Η μελέτη που μεταφράσαμε αποτελεί διάλεξη, που έκανε ο Max Weber το 1918 στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και τη δημοσίευσε το 1919. Τον ίδιο χρόνο, ο Max Weber έδωσε στο ίδιο Πανεπιστήμιο την άλλη πολύκροτή του διάλεξη «Η επιστήμη ως επάγγελμα» που, μαζί με την «πολιτική ως επάγγελμα», μας δίνει συμπυκνωμένα την πείρα της ζωής του. Οι δύο αυτές διαλέξεις έγιναν μόλις τελείωσε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Με τις διαλέξεις αυτές, ο Max Weber προσπάθησε να βοηθήσει ιδίως του νέους, να βγουν από την πνευματική, ηθική και πολιτική σύγχυση, που ακολούθησε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η γενιά μας ακόμη δεν βγήκε από μιαν ακόμη πιο βαθειά σύγχυση, που ακολούθησε το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί λοιπόν να καταλάβει κανένας το αίτημα της εποχής εκείνης, πού ώθησε τον Max Weber να κάνει τις δύο αυτές διαλέξεις, οι οποίες διατηρούν ακέραιη την επικαιρότητά τους και σήμερα. (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

ΚΡΑΤΗ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
MICHAEL MANN
επιμέλεια: Μανούσος Μαραγκουδάκης
μετάφραση: Ελένη Τσερεζόλε

Εκδ. Κριτική
Ο Michael Mann αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς και πολιτικούς κοινωνιολόγους της εποχής μας. Στο βιβλίο αυτό, που αποτελεί συλλογή άρθρων που γράφηκαν τα τελευταία 30 χρόνια, ο Mann εξετάζει τη στενή διαλεκτική σχέση μεταξύ κρατών, πολέμου και οικονομίας, καταδεικνύοντας ότι μια συνολική θεώρηση του ενός προαπαιτεί τη θεώρηση και των υπολοίπων παραγόντων. Με αφετηρία το κεφάλαιο περί αναλυτικής αυτονομίας του κράτους έναντι της οικονομίας, ο Mann προχωρά στην ιστορική ανάλυση της δημιουργίας των πρώτων ιστορικών κρατών και αυτοκρατοριών, την ανάδυση των ευρωπαϊκών δυναστικών κρατών του Μεσαίωνα, αναλύει την διαλεκτική σχέση κρατών, τάξεων και εθνικισμού, την πορεία του μιλιταρισμού στη νεωτερική Ευρώπη και την τυχαία πτώση της από το προσκήνιο της ιστορίας, και εξηγεί τους λόγους που οδηγούν πρωτοποριακά έθνη στην παρακμή.

ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ-ΣΧΕΣΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

JESSOP BOB
Επιμέλεια: Γιώργος Τσιρής
μετάφραση: Χρήστος Μπουκάλας

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Ο Bob Jessop παρουσιάζει εδώ μια ενημερωμένη καταγραφή της διαλεκτικής μεταξύ δομής και στρατηγικής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Ενώ προηγούμενη εργασία του επισκοπούσε κριτικά άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις στο κράτος, η παρούσα εστιάζει στην ανάπτυξη της δικής του «στρατηγικής-σχεσιακής» προσέγγισης. Παρουσιάζει τις κύριες πηγές της, περιγράφει την εξέλιξή της, εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή σε τέσσερις θεματικές, και σκιαγραφεί ένα στρατηγικό-σχεσιακό ερευνητικό πρόγραμμα. Έτσι, το βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια πλήρη θεωρητική έκθεση της προσέγγισης, καθώς και οδηγίες για την εφαρμογή της. Στα κύρια στοιχεία του βιβλίου περιλαμβάνονται: μια ανασκόπηση πρόσφατων εξελίξεων στο πεδίο της θεωρίας κράτους και της πολιτισμικής στροφής στην πολιτική οικονομία• κριτικές στρατηγικές-σχεσιακές αναγνώσεις μεγάλων θεωρητικών του κράτους – του Marx, περί πολιτικής εκπροσώπησης• του Gramsci, περί χωρικότητας της κρατικής εξουσίας• του Πουλαντζά, περί κράτους ως κοινωνικής σχέσης• και του ύστερου Foucault, περί τεχνικής της κρατικότητας• εφαρμογές της στρατηγικής-σχεσιακής προσέγγισης σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν το σύγχρονο κράτος: την έμφυλη επιλεκτικότητά του, το μέλλον του εθνικού κράτους, τη χρονική επικυριαρχία του κράτους, και τη σημασία της πολυκλιμακικής μεταδιακυβέρνησης στην Ευρώπη για το γενικότερο μέλλον του κράτους. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια σειρά προτάσεων για μελλοντική στρατηγική-σχεσιακή έρευνα στην πολιτική οικονομία και τη θεωρία κράτους. (…) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας

του Θανάση Τσακίρη

Εργασιακές σχέσεις: Από τον Πλάτωνα στην εποχή του ψηφιακού σταθμού εργασίας.

Ο πιο συνήθης ορισμός των εργασιακών σχέσεων είναι ο νομικός, που τις ορίζει
– ως συλλογικές διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο
– ως διαδικασίες προσλήψεων, προαγωγών, επιβολής ποινών, καταγγελίας σύμβασης και απόλυσης, απόδοσης αποζημιώσεων και συνταξιοδότησης
– ως διαιτησία (υποχρεωτική ή προαιρετική).
Επίσης ως εργασιακές σχέσεις ορίζονται οι συνθήκες εργασίας, η συμπεριφορά των εργαζομένων μέσα στο εργασιακό περιβάλλον και η απόδοσή τους σε σύγκριση με τους στόχους της επιχείρησης ή του οργανισμού. Συνοπτικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι οι εργασιακές σχέσεις περιλαμβάνουν όλες τις διαστάσεις των σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.

Η εργασιακή σχέση είναι σχέση εξουσίας. Eξουσία είναι «η ικανότητα να επηρεάζουμε την συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου μέσω κάποιας μορφής κύρωσης». ή αλλιώς «η ικανότητα ενός δρώντος υποκειμένου να επιτύχει τους στόχους του παρά την αντίσταση».Όμως, η έννοια της εξουσίας δεν έχει μόνο αυτή τη διάσταση. Η τρισδιάστατη άποψη για την εξουσία δίνει επιπλέον έμφαση στο ρόλο των πολιτικών συμφερόντων και ασπάζεται τη θέση ότι οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων μπορούν να τροποποιούνται και να διαμορφώνονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Η εξουσία δεν ενοικεί μόνο στους επίσημους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς αλλά είναι μια ιδιότητα που είναι διάχυτη στο πλαίσιο ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων. Η εξουσία είναι παντού, όχι επειδή αγκαλιάζει τα πάντα, αλλά επειδή προέρχεται από παντού. Ο εργοδότης έχει το σύννομο δικαίωμα να διευθύνει τις εργασίες και να κατευθύνει τις προσπάθειες προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Από την άλλη πλευρά, ο μισθωτός εργαζόμενος μπορεί –άτυπα και ανεπίσημα- να ματαιώσει την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Συνεπώς, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, οι εργασιακές σχέσεις αποτελούν ένα πεδίο αντιπαράθεσης, παρ’ όλη τη φιλολογία περί εργασιακής γαλήνης και τήρησης του συμβολαιϊκού χαρακτήρα τους και από τα δύο μέρη ως δείγμα καλής πίστης που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των δύο μερών. Συνεπώς, πρόκειται για συσχετισμό δυνάμεων.

Μια διάσταση των εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια του συγκρουσιακού χαρακτήρα είναι η μάχη για το χρόνο εργασίας. Αυτή η μάχη αφορά τον «ελεύθερο χώρο» μεταξύ της σχετικής και της απόλυτης υποταγής και πειθαρχίας που απαιτεί η καπιταλιστική παραγωγή. Με άλλα λόγια, αφορά τον αγώνα για τον τρόπο χρήσης και κατανάλωσης της εργατικής δύναμης στο πλαίσιο της εργασιακής διαδικασίας.

Οργάνωση της εργασίας και εργασιακές σχέσεις
Από τον καιρό της αρχαίας Κίνας και της Αθηναϊκής Δημοκρατίας υπάρχουν αναφορές σχετικά με την κατανομή της εργασίας. ο Πλάτωνα (Πολιτεία) μιλούσε για την «αρχή του καταμερισμού της εργασίας» σε μια κοινωνία που δεν εκτιμούσε την εργασία ως καθήκον των ελεύθερων πολιτών. Ο φιλόσοφος Meng-tzu συνέλαβε την ιδέα των μοντέλων και συστημάτων που σήμερα αποκαλούμε «τεχνικές διοίκησης παραγωγής» και τόνισε την αξία και τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας. Όσο προχωρούσε η ανθρώπινη ιστορία προς την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση τόσο αναπτύσσονταν θεωρητικά μοντέλα και πρακτικές καταμερισμού της εργασίας.

Τεϊλορισμός και Φορντισμός

Από αυτά κυρίαρχος κατά την εποχή της μαζικής παραγωγής ήταν ο Τεϊλορισμός. Αρχικά ο κοινωνιολόγος Max Weber με βάση το ορθολογικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης έδωσε έμφαση στον ορθολογισμό αλλά δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με βασικές παραμέτρους του ούτε και με το ρόλο της διοίκησης στη λειτουργικότητα του συνόλου. Το έκανε ο Frederick Taylor, ο οποίος παρατηρούσε τη διαδικασία εκτέλεσης των διαφόρων εργασιών, αναζητώντας τον άριστο τρόπο πραγματοποίησής τους. Επεδίωκε να βελτιωθεί η αμοιβή του εργαζόμενου με παράλληλη αύξηση της παραγωγικής απόδοσής τους. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν την εργασία τους πιο έξυπνα και πιο συνειδητά. Μέθοδος ήταν «η επιστημονική οργάνωση της εργασίας» και γενικός στόχος η μεγιστοποίηση του κέρδους. Επιμέρους στόχοι ήταν η μείωση των άσκοπων καθυστερήσεων και της σπατάλης του χρόνου με μελέτη του χρόνου και των κινήσεων. Ο εργάτης αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο της παραγωγής, το οποίο αφού γίνει γνωστό σε κάθε λεπτομέρειά του μπορεί με τις κατάλληλες επεμβάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις συγκεκριμένες έρευνες, να αποδώσει τα μέγιστα. Βασική θέση του Taylor είναι ότι υπάρχει ένας άριστος τρόπος εκτέλεσης κάθε καθήκοντος, κάθε εργασίας, κάθε διαδικασίας. Η κάθε θέση, ο κάθε εργασιακός ρόλος, είχε ως προαπαιτούμενο συγκεκριμένα, καταγεγραμμένα προσόντα και δεξιότητες. Σε γενικές γραμμές επιδίωκε την κατασκευή ενός σκληρού οργανωτικού πυρήνα που εξασφαλίζει την «αποπροσωποποίηση», την «αντικειμενική στελέχωση» και αναπαραγωγή της παραγωγικής διαδικασίας. Τελικός σκοπός ήταν η εξαφάνιση αβεβαιότητας στην εκτέλεση του καθήκοντος. Ο εργάτης δεν είχε καμία δυνατότητα να πράξει σύμφωνα με την επιλογή του. Ο εργασιακός του ρόλος προσδιόριζε λεπτομερειακά κάθε ενέργειά του, με αποτέλεσμα η όλη του εργασιακή συμπεριφορά να είναι πλήρως προβλέψιμη και κατευθυνόμενη. Κάθε λειτουργία που απαιτείτο για να παραχθεί ένα αντικείμενο ή ένα μέρος του αναλύθηκε και μελετήθηκε με σχολαστική ακρίβεια και όλες οι περιττές κινήσεις καταργήθηκαν. Σε αντιστάθμισμα της μονοτονίας εισήχθησαν σειρές κινήτρων για την κινητοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού. Έτσι εγκαινιάστηκε η πριμοδότηση των εργατών με οικονομικά κίνητρα για την αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας της εργασίας. Προσπάθησαν να τονώσουν την εργασιακή συμπεριφορά και διαμόρφωσαν ένα μέσο όρο μισθού, που δινόταν σε κάθε εργαζόμενο κι από εκεί και πέρα, ανάλογα με την συνεισφορά του καθενός στην αύξηση της παραγωγικότητας, προσφερόταν ένα επιπλέον χρηματικό ποσό (μισθός με το κομμάτι).

Το μοντέλο αντιμετώπισε σφοδρή κριτική. Ο Harry Braverman θεώρησε ότι ο Τεϋλορισμός είναι «ο καπιταλιστικός τρόπος διοίκησης».Σημαντικό στοιχείο στη θεωρία του Taylor αποτελεί η έννοια του ελέγχου. Η διοίκηση δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον εργάτη γιατί μεταξύ αυτού και του εργοδότη υπάρχει συγκρουσιακή κατάσταση που πηγάζει από την προτεραιότητα του κέρδους στον καπιταλισμό σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου. Άμεση συνέπεια της εστίασης και της προβολής του ελέγχου ήταν ο διαχωρισμός του σχεδιασμού από την εργασία και της πνευματικής από την χειρωνακτική εργασία. Ο διαχωρισμός και υποβάθμιση της εργασίας σε ένα μονότονο σύνολο με την ταυτόχρονη αναβάθμιση του διοικητικού έργου συνεπάγεται την αποειδίκευση του εργάτη και την υποταγή του στα κελεύσματα της εργοδοσίας. Τον παραλογισμό του μοντέλου του Taylor έδειξε με το μοναδικό και απαράμιλλο τρόπο ο μεγάλος κινηματογραφικός κωμικός Τσάρλυ Τσάπλιν (Σαρλό για τους/τις παλαιότερους/ες) στην εκπληκτική σάτιρα Μοντέρνοι Καιροί.

Ο Φορντισμός διαφέρει από τον Τεϋλορισμό καθώς ασχολείται και με την κατανάλωσή των παραγόμενων προϊόντων από το αγοραστικό κοινό. Δεν ήταν μόνο θέμα μείωσης κόστους παραγωγής. Σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν συντονισμένα δίκτυα προώθησης και πώλησης των προϊόντων και με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων πώλησης (μάρκετινγκ – διαφήμιση) επηρέαζαν τις καταναλωτικές συνήθειες. Η μαζική παραγωγή συνεπάγεται (και προϋποθέτει) μαζική κατανάλωση. Συνεπώς, ο φορντισμός έγινε ένα μοντέλο ρύθμισης σε γενικότερη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο εργάτης δεν αντιμετωπίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος ως απλός φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που ο ίδιος παράγει. Όμως, η αντίληψη τόσο του Τεϋλορισμού όσο και του Φορντισμού αγνοεί τις ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προσεγγίσεις της εργασιακής συμπεριφοράς, μελετώντας την σε εργαστηριακό κενό και με ατομικιστικό τρόπο.

Η εστίαση στο τυπικό επίπεδο των οργανωτικών σχέσεων και η εργαλειακή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως στοιχείου της παραγωγής προσδίδουν μονομέρεια στη συγκεκριμένη θεώρηση της οργάνωσης. Κι αυτό το κενό ήλθε να καλύψει η θεωρία των ανθρωπινών σχέσεων, με πρόδρομο τον Henri Fayol που ερεύνησε το φαινόμενο της οργάνωσης της εργασίας στο μακρο-επίπεδο και προσπάθησε να διατυπώσει κάποιους γενικούς αφηρημένους κανόνες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως το βασικό πλαίσιο συγκρότησης της οργανωτικής πραγματικότητας. Η ορθολογικοποίηση της οργάνωσης τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό (ομαδικό) ή ατομικό μπορεί να οδηγήσει στη λειτουργική αναδιάρθρωση της οργάνωσης. Η πρακτική έκφραση του ορθολογισμού ήταν ο σχεδιασμός, η τμηματοποίηση και εξειδίκευση των επιμέρους έργων και καθηκόντων με σαφή και κανονιστικό τρόπο. Η πρότασή είχε δύο βασικά στοιχεία: σημασία συντονισμού και εξειδίκευσης στην ιεραρχικά δομημένη πυραμίδα. Η εκτέλεση των καθημερινών εργασιών πρέπει να γίνεται από τους υφιστάμενους και ο προϊστάμενος να μπορεί απερίσπαστος να αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που ξεφεύγουν από τα καθημερινά πλαίσια. Ο Fayol εισάγει στην οργανωτική θεωρία μια σειρά στοιχείων που βοηθούν στην πληρέστερη διερεύνηση της οργανωτικής συμπεριφοράς: εξουσία, πειθαρχία, καταμερισμός και εξειδίκευση, ανταμοιβή εργαζόμενου, μονιμότητα του προσωπικού. Η μονιμότητα αναλύεται ως ψυχολογικό στοιχείο που προσφέρει ουσιαστική αφοσίωση του εργαζόμενου στο καθήκον του. Παράλληλα προφέρει και στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων εξομαλύνοντας τις αντιθέσεις δημιουργώντας κλίμα συνέχειας και αναπαραγωγής των σχέσεων. Το πρόβλημα της θεωρίας του Fayol ήταν ότι κινιόταν σε αφηρημένο επίπεδο διατύπωσης τυποποιημένων και αφηρημένων αρχών χωρίς εξέταση ιδιομορφιών.

Συνέπεια της θεωρίας του Fayol ήταν να εγκαθιδρυθεί η νέα σχολή των Ανθρωπίνων Σχέσεων από τον Elton Mayo. Η κριτική του εστιάστηκε στο ότι η κυρίαρχη μέχρι τότε θέση στην οργανωτική θεωρία ήταν μονομερής και αντιμετώπιζε το οργανωτικό φαινόμενο στη βάση μιας ψυχρής ορθολογικότητας και υποστήριζε ότι βασική παράμετρος που κατευθύνει τις εκάστοτε συμπεριφορές ήταν η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους.
Ο βασικός πυρήνας των απόψεων της νέας σχολής προήλθε από μια σειρά πειραμάτων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των ερευνών Hawthorn (προάστιο του Chicago όπου ήταν το εργοστάσιο ανταλλακτικών τηλεφωνικών συσκευών της Western Electric Co.) για τη μελέτη της στάσης και της συμπεριφοράς των εργαζομένων Έτσι συντελείται το πέρασμα από το μακροσκοπικό στο μικροσκοπικό επίπεδο. η ανθρώπινη συμπεριφορά θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα πολύπλοκο σύνολο του οποίου η παρακίνηση μέσω οικονομικών κινήτρων αποτελούσε μόνο μία πτυχή. Ο εργαζόμενος θα μπορούσε να συμμετάσχει πιο ενεργά στην αύξηση της παραγωγικότητας με χρησιμοποίηση και άλλων τεχνικών (κοινωνικών, ψυχολογικών). Βασική θέση ήταν η αύξηση της παραγωγικότητας που επηρεάζεται από 3 παράγοντες:
α) φυσικό περιβάλλον της επιχείρησης
β) εργασιακή συμπεριφορά των εργαζομένων
γ) οικονομικά κίνητρα
Στα νέα πειράματα του Mayo διερευνάται:
α) η συμπεριφορά των εργατών απέναντι στην εργασία τους, και
β) η συμπεριφορά των εργατών όχι ως ατόμων αλλά ως μελών μιας ομάδας, δηλαδή ως συλλογικών και όχι ως ατομικών υποκειμένων.
Η δεύτερη διάσταση είναι που έφερε στην οργανωτική θεωρία την ανάλυση των άτυπων σχέσεων.
Έτσι, σημασία πλέον αποκτούν για τη εξήγηση της οργανωτικής συμπεριφοράς συνολικά η κοινωνική οργάνωση και οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στο πλαίσιο του εργοστασίου, που περιβάλλουν και «κοινωνικοποιούν» τον εργαζόμενο διαμορφώνοντάς του μία συγκεκριμένη στάση απέναντι σε καταστάσεις και γεγονότα. Για πρώτη φορά έρχεται στο φως η οργανωτική πραγματικότητα ως ένα πολύπλοκο δίκτυο διαντιδράσεων και συμπεριφορών, δηλαδή ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια από καμία καταγραφή όσο λεπτομερής και αν είναι.
Οι νέες βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η κατανόηση της εργασιακής συμπεριφοράς ήταν:
α) η ομάδα
β) οι ενδοομαδικοί κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς
γ) η άτυπη μορφή οργάνωσης
Η καθημερινή επαφή του μεμονωμένου εργαζόμενου με την ομάδα των εργαζομένων, τα κοινά συμφέροντα και η κοινή αντίληψη «δένουν» τον εργαζόμενο.
Η ισχύς αυτών των άτυπων σχέσεων είναι τόσο δεσμευτική ώστε τις περισσότερες μορφές κυριαρχεί απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία του ατόμου, ακόμη και σε εντολές της διοίκησης της επιχείρησης. Η ανάγκη ένταξης σε μία ομάδα, η επιβεβαίωση, η επιβράβευση, η αποδοχή από τους ομοίους αποτελούν ισχυρούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν την μη οικονομικά ορθολογική συμπεριφορά των εργαζομένων.

Ο Abraham Maslow προσπάθησε να δείξει στους διοικούντες πώς να υποκινήσουν τους εργαζόμενους ώστε να ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στο εργασιακό καθήκον τους. Η διαδικασία της υποκίνησης του εργαζόμενου αποτελεί ένα πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ των αναγκών του εργαζόμενου από τη μια και από την άλλη των στόχων της επιχείρησης με τη μεσολάβηση μεταξύ των δύο αυτών, των κινήτρων, που χρησιμοποιεί η διοίκηση για να οδηγήσει τον εργαζόμενο στην αύξηση της εργασιακής του παραγωγικότητας. Πρόκειται για δυναμική κατάσταση όπου το πρωταρχικό στοιχείο είναι η ύπαρξη συνειδητών ή/και ακόμα ασυνείδητων αναγκών. Η ανάγκη παράγει τα κίνητρα. Το κίνητρο είναι μια μορφή πίεσης προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες. Το κίνητρο οδηγεί στον προσδιορισμό στόχων, που δεν είναι τίποτε άλλο από την κάλυψη της ίδιας της ανάγκης. Η πραγματοποίηση του στόχου στη συνέχεια οδηγεί στην κάλυψη της ανάγκης που τον δημιούργησε και, σε τελευταία ανάλυση, στην κατάργηση του κινήτρου, εφόσον πραγματοποίησε το έργο του. Η υποκίνηση, βέβαια, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, διαστάσεις του οποίου αποτελούν μια πληθώρα εξωτερικών και εσωτερικών μεταβλητών, που μεταβάλλοντα χωροχρονικά.

Βασική θέση της θεωρίας του Maslow είναι ότι ο άνθρωπος αποτελεί μια οντότητα η οποία αδιάκοπα προσβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών του. Η διαδικασία κάλυψης των αναγκών είναι αδιάκοπη, μιας και μόλις καλυφθούν κάποιες ανάγκες, το άτομο στρέφεται αυτόματα στην κάλυψη κάποιων άλλων επόμενων αναγκών:
• Φυσιολογικές ανάγκες. Τις ανάγκες της επιβίωσης, αυτές που με την ικανοποίησή τους κρατιόμαστε στην ζωή.
• Οι ανάγκες ασφάλειας που είναι δημιουργήματα των συναισθημάτων της αυτοσυντήρησης.
• Κοινωνικές ανάγκες. Η ανάγκη για αγάπη, η σύνδεση με άλλους, η ένταξη σε ομάδα, η φιλία.
• Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους άλλους. (Φήμη, κύρος, εκτίμηση, σεβασμός)
• Η ανάγκη για αυτοολοκλήρωση, αυτενέργεια και αυτοανάπτυξη.
Όμως, παρά τη σχηματικότητά της και την έλλειψη εμπειρικής τεκμηρίωσής της, η θεωρία του Maslow είχε ορισμένα αποτελέσματα στην οργανωσιακή θεωρία.
Π.χ. αν θέλουν οι διοικήσεις να κινητοποιήσουν την εργασιακή συμπεριφορά οφείλουν να λάβουν υπόψη τους το αίσθημα ασφάλειας που επιθυμούν να αισθάνονται οι εργαζόμενοι, που είναι ιδιαίτερα ισχυρό στην εποχή μας (λ.χ. μαζικές απολύσεις λόγω τεχνολογικής και οργανωτικής αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων, άπιαστοι ατομικοί στόχοι κ.ο.κ). Η πρακτική έκφραση των προτάσεων του Maslow είναι η διαμόρφωση ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο το άτομο (ή ορθότερα η οργάνωση) θα κατορθώνει να καλύπτει τις ανάγκες του ατόμου για ικανοποίηση και αυτοεπιβεβαίωση.

Σημερινές τάσεις
Με το πέρασμα των ετών, οι εργάτες μέσα από τα συνδικάτα τους αγωνίστηκαν και κέρδισαν υψηλότερους μισθούς, παροχές και επιδόματα καθώς και ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής και ικανοποιητικές συντάξεις. Όμως, κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, οι περικοπές και ο περιορισμοί των μεγεθών των επιχειρήσεων και των εργασιών οδήγησαν ουσιαστικά στη μείωση πολλών από τις παροχές αυτές. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επιτρέπουν την αγορά μετοχών τους από τους εργαζόμενους σ’ αυτές, ενώ άλλες φροντίζουν για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλιά τους ή στις επιτροπές εργασιακών παραπόνων. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επίσης παρέχουν ειδικές ευκαιρίες για κατάρτιση και προαγωγή στους εργαζόμενους που επιθυμούν να προωθηθούν, και ορισμένες έκαναν προσπάθειες για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων όπως αυτά της εργασιακής ασφάλειας και ενός εγγυημένου ετήσιου μισθού.

Οι σύγχρονες τεχνολογικές επιστημονικές τάσεις (Η/Υ, ηλεκτρονική, θερμοδυναμική και μηχανική) έχουν κάνει πραγματικότητα τις αυτόματες και ημιαυτόματες μηχανές.
Η ανάπτυξη αυτού του αυτοματισμού επιφέρει μια «δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και προκαλεί τεράστιες αλλαγές στο εμπόριο καθώς και στους τρόπους οργάνωσης της εργασίας. Αυτές οι τεχνολογικές μεταβολές και η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προϊόντων επέφεραν επίσης αλλαγές στις πρακτικές βιομηχανικής διοίκησης. Π.χ. στη Σουηδία κατά τη δεκαετία 1960-70, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανακάλυψαν ότι ήταν δυνατή η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω συστήματος ομαδικής συναρμολόγησης. Σε αντίθεση με το παρελθόν όπου ένας εργάτης ήταν υπεύθυνος για την τοποθέτηση ενός μόνο κομματιού του αυτοκινήτου, η ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για την συναρμολόγηση ενός ολόκληρου αυτοκινήτου.

Το σύστημα εφαρμόστηκε και στην Ιαπωνία, όπου οι διευθυντές ανέπτυξαν μια σειρά νέων καινοτομικών συστημάτων με στόχο τη μείωση των δαπανών και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.
Μια Ιαπωνική καινοτομία ήταν οι «κύκλοι ποιότητας», που επέτρεπαν στους εργάτες να προτείνουν στη διοίκηση προτάσεις για το πώς θα γίνεται πιο αποτελεσματική και αποδοτική η παραγωγή και η επίλυση προβλημάτων. Δόθηκε επίσης στους εργάτες το δικαίωμα να σταματούν την αλυσίδα συναρμολόγησης σε περίπτωση προβλήματος, σε αντίθεση με τα αμερικανικά εργοστάσια. Ελέγχοντας προσεκτικά τη διαδικασία μεταποίησης, οι Ιάπωνες διευθυντές μπόρεσαν να περικόψουν δαπάνες, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν τα αποθέματα μειώνοντας σημαντικά το κόστος και βελτιώνοντας την ποιότητα.
Ως τις αρχές της δεκαετία 1980-90, οι Ιαπωνικές εταιρείες, που για άλλη μια φορά επικρίθηκαν για παραγωγή χαμηλής ποιότητας αγαθών, είχαν καθιερώσει τη φήμη ότι παράγουν αποτελεσματικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και τεχνολογίας. Στις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 πολλές εταιρείες των ΗΠΑ επεδίωκαν να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους με την υιοθέτηση και προσαρμογή Ιαπωνικών μεθόδων βελτίωσης της ποιότητας.
ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ
Κατά τη μετάβαση από το «φορντιστικό» καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής σε μια άλλη φάση που χαρακτηρίζεται από τον κυριαρχία του «μεταφορντιστικού» ή «νεοφορντιστικού» καπιταλιστικού μοντέλου η συνεχής μεταβολή των οργανωτικών δομών («καπιταλιστική αναδιάρθρωση») είναι η «νόρμα» με χαρακτηριστικά την αναδιοργάνωση (reengineering), την κατάργηση ενδιάμεσων διευθυντικών στρωμάτων (delayering), τη μείωση του μεγέθους και των εργασιών της επιχείρησης (downsizing), την ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing) και τη δημιουργία νέων εργασιακών σχέσεων και μεθόδων εργασίας. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της νέας εταιρικής κουλτούρας είναι η πελατοκεντρική λογική, που διέπει όλες αυτές τις τάσεις σε αντίθεση με τη λογική της μαζικής παραγωγής του «φορντισμού».
Όλα αυτά βοηθήθηκαν από τους εξής παράγοντες:
Α. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές. Το 1971 αρχίζει η μετάβαση σε μια νέα εποχή. Ο μικροεπεξεργαστής οδηγεί σε μικρούς, φθηνούς και ισχυρούς υπολογιστές (PC) που διαχέονται στα νοικοκυριά, καθώς και σε τεράστιο αριθμό επαγγελματιών χρηστών. Οι προσωπικοί υπολογιστές αλλάζουν τη βιομηχανία αυτή . Ο ρόλος των μεγάλων κεντρικών υπολογιστών και των συγκεντροποιημένων τμημάτων μηχανογράφησης μειώνεται, καθώς οι σταθμοί εργασίας και τα PC κερδίζουν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς».
Β. Αλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών. Με την εισαγωγή των Η/Υ πολλοί κλάδοι των υπηρεσιών και ιδιαίτερα οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, μετατρέπονται σε εντάσεως κεφαλαίου. Οι κλάδοι των υπηρεσιών αρχίζουν να διεξάγουν δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και δραστηριότητες καινοτομίας προϊόντων σε μεγαλύτερο βαθμό. Εμφανίζονται φαινόμενα «διαγωνιοποίησης» των υπηρεσιών, με βάση τις υπάρχουσες δυνατότητες στον τομέα των ΤΠΕ (τουριστικές εταιρείες στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και αντίστροφα˙ τράπεζες στις κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, κλπ.).
Γ. Οργάνωση των επιχειρήσεων. Φθηνά και ευρύτατα διαδεδομένα τερματικά υπολογιστών οδηγούν σε «επανάσταση» στις επιχειρήσεις, που βασίζεται στην αποκέντρωση ορισμένων λειτουργιών, τις οριζόντιες ροές πληροφοριών, τα λιτά συστήματα παραγωγής και τη δικτύωση στο εσωτερικό αλλά και μεταξύ επιχειρήσεων. Έντονες πιέσεις και αντιπαραθέσεις συνοδεύουν τη σύγκρουση των πολιτιστικών αντιλήψεων, την αναδιοργάνωση της παραγωγής και την οργάνωση σε συστήματα, καθώς και την εκχώρηση σε τρίτους πολλών εσωτερικών λειτουργιών..
Δ. Απασχόληση και ανεργία. Η διαρθρωτική ανεργία γίνεται εντονότερη με κάθε περίοδο οικονομικής ύφεσης, υπάρχει μεγάλη αύξηση στη μερική απασχόληση καθώς και στη συμμετοχή των γυναικών. Ο εκβιασμός της απόλυσης και η εντατικοποίηση της εργασίας μέσω του ηλεκτρονικού ελέγχου (από την επίβλεψη των χώρων εργασίας ως τον έλεγχο προσέλευσης και αποχώρησης) καταλήγουν στην πειθάρχηση των εργαζομένων. Η λιτή παραγωγή και η ηλεκτρονικοποίηση της διαχείριση έχει ως αποτέλεσμα το στένεμα της εργασιακής ιεραρχικής πυραμίδας. Διαρκής δραστηριότητα κατάρτισης και επανακατάρτισης, με σκοπό την αλλαγή των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Τα προβλήματα όμως παραμένουν, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ατόμων με χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης και μόρφωσης. Τα προβλήματα μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας των νέων προσλαμβάνουν σημαντικές διαστάσεις.».

ΕΝΑ ΙΔΙΑΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Οι τράπεζες αναπτύχθηκαν αρχικά με πολύ διαφορετικό τρόπο λόγω της «άυλης» και ιδιαίτερα κερδοφόρας εργασίας τους. Οι αγώνες των εργαζομένων του τραπεζικού τομέα στην Ευρώπη βασίστηκαν στην ιδιαιτερότητα των υψηλών κερδών των επιχειρήσεων του. Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι εργασιακές σχέσεις ήταν κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα παρά τον αγγλοσαξονικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι βρετανικές τράπεζες αποτελούσαν πρότυπο για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές καθώς οι εργασιακές σχέσεις στον κλάδο χαρακτηρίζονταν από πειθαρχία, ειρήνη και συγκεντρωτική συνεργασία. Οι εργαζόμενοι/ες είχαν δια βίου απασχόληση, οργανωμένη καριέρα, και οι πατερναλιστικές πολιτικές πρόνοιας επικεντρώνονταν στο προσωπικό.

Το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη προέβλεπε και υλοποιούσε σταδιακά τις εξής επιμέρους πολιτικές: αποεθνικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση μηνιαίων εισφορών και μείωση δαπανών με μείωση συντάξεων και επιδομάτων), μέτρα αυστηρής εισοδηματικής λιτότητας (κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, αυξήσεις φόρων κλπ). Ταυτόχρονα προωθούσε την απορύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και την έγκριση για χρήση ολοένα και περισσότερων εποχιακώς ή μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων. Αυτή η πολιτική προκάλεσε πολλά προβλήματα στις διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης, ειδικά στην ΟΤΟΕ, όταν το 1991 οι εργοδότες προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με δικά τους αιτήματα που αφορούσαν την εισαγωγή του ευέλικτου ωραρίου εργασίας και της λειτουργίας των τραπεζών κατά τα απογεύματα και τα Σάββατα. Το 1993 προσήλθαν με αίτημα την ουσιαστική κατάργηση του «επιδόματος ισολογισμού» καθώς ζητούσαν να καταβάλλεται μόνο κατόπιν αποφάσεως των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων κάθε Τράπεζας και στο βαθμό που θα υπήρχαν κέρδη. Απαιτούσαν επίσης τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα, την εξάλειψη κάθε μορφής εξομοίωσης των υπαλλήλων των τραπεζών, την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας και την αποφυγή θεσμοθέτησης του τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Είναι σαφές ότι δύο στοιχεία χαρακτηρίζουν και διαπνέουν την στρατηγική των τραπεζών. Από τη μια η γενική τάση μείωσης των εξόδων και αύξησης των εσόδων τους που μπορούσαν να επιτευχθούν τόσο με τη μείωση του εργασιακού κόστους (μείωση προσλήψεων, έξοδος υψηλόμισθων κ.ά) όσο και με την αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας και της ευελικτοποίησης των ατομικών και συλλογικών εργασιακών σχέσεων με την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας και παράλληλη μείωση του κόστους της υπερωριακής απασχόλησης καθώς και το σπάσιμο των ενιαίων ωραρίων.

Στις μέρες μας η 24ωρη λειτουργία των χρηματιστικών αγορών σε όλο τον κόσμο ωθεί τις τράπεζες να λειτουργούν με βάση αυτά τα ωράρια. Στο επίπεδο των οργανωτικών αλλαγών των τραπεζικών επιχειρήσεων σχετίζονται με τις νέες ανάγκες της πελατοκεντρικής ευέλικτης επιχείρισης καθημερινά σημειώνονται νέες μεταβολές που αλλάζουν ριζικά το χαρακτήρα της εργασίας, ενώ σε γενικές γραμμές το συνδικαλιστικό κίνημα, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του για «διάλογο» δεν παρεμβαίνει ενεργητικά. Η ανάγκη του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί σε 24ωρη βάση, για να εξυπηρετεί το σύνολο των χρηματοοικονομικών αγορών που λειτουργούν σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οδηγεί σε ραγδαία και συνεχή εισαγωγή νέων τεχνολογιών που συμβάλλουν με τη σειρά τους στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ενώ τα συνδικάτα λόγω του γραφειοκρατικού χαρακτήρα τους αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτούς τους ρυθμούς. Παραδείγματος χάριν, η ηλεκτρονική τραπεζική τόσο ως σύνολο τεχνολογιών όσο και ως σύνολο επιχειρηματικών πρακτικών αποτελούν μέρος της «μεταφορντικής περιόδου» του τραπεζικού χώρου. Η ικανότητα παροχής 24ωρης και 7ήμερης λειτουργίας υπηρεσιών σε πραγματικό χρόνο, υπηρεσιών υποστήριξης πελατών (help-desks), η εξωτερίκευση εργασιών και η ανάθεσή τους σε τρίτους, η κατασκευή βάσεων δεδομένων με τα εξατομικευμένα προφίλ πελατών, η διαδικτυακή πρόσβαση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μέσω των εταιρικών πυλών κ.ο.κ. αποτελούν την ηλεκτρονική τραπεζική που δεν γνωρίζει τι σημαίνει απεργία και διαμεσολάβηση ανθρώπινου παράγοντα (direct banking). Έτσι είναι ανάγκη για τις κερδοφορικές προοπτικές των τραπεζών να υπάρξουν αλλαγές στα οργανογράμματα που σημαίνει να καταργηθούν πολλά διευθυντικά στρώματα, να προστεθούν θέσεις εργασίας εκτός χώρου εργασίας (τηλεργασία, εργασία από απόσταση κλπ.) και να ανασχεδιασθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας σε πελατοκεντρική βάση με έμφαση στο σημείο επαφής με τον πελάτη (front office). Διευκολύνεται έτσι η ευελιξία, η ανταποκρισιμότητα, η προσαρμογή στις ανάγκες του κάθε πελάτη ξεχωριστά (customization), η εξατομίκευση προϊόντων και υπηρεσιών και η συνεχής αναδημιουργία των δομών και διαδικασιών. Κατά συνέπεια, διευκολύνονται τα παγκόσμια δίκτυα και η διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, η σύνδεση των αγορών μεταξύ τους καθώς και των νομισμάτων και των οργανισμών.

Αυτή, όμως, η κατάσταση έχει και αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, τον αριθμό των απασχολουμένων (π.χ. απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, μείωση αριθμού προσλαμβανόμενων κ.ο.κ.), την αλλαγή των συνθηκών απασχόλησης (μερική απασχόληση, πρόσκαιρη και εποχιακή απασχόληση, απασχόληση on call, ενοικίαση εργαζομένων κ.ο.κ.) και πάνω από όλα τη γενίκευση μιας νοοτροπίας ευελιξίας ολόκληρης της εργασιακής ζωής. Δημιουργείται μια δομή εργασίας και καριέρας λιγότερο ασφαλής και περισσότερο κατακερματισμένης. Η δυνατότητα εργασίας από το σπίτι και από απόσταση δεν φαίνεται να αποτελεί για τους περισσότερους εργαζόμενους εναλλακτική διέξοδο καθόσον ότι οδηγεί σε μια κατάσταση όπου τα μεσαία στελέχη και ειδικά πολλοί εξειδικευμένοι εργαζόμενοι είναι «στο πόδι» σε διαρκή βάση αναγκασμένοι να εργάζονται σε κάθε χώρο και σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της ημέρας ώστε να είναι σε επαφή με την εργασιακή πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνο μία όψη. Αν συνδεθεί με τους νόμους που ψηφίζονται από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με μικρές παραλλαγές όσον αφορά τη διευθέτηση του υπερωριακού καθεστώτος και των ωρών εργασίας (διευθέτηση σε μηνιαία, εξαμηνιαία και ετήσια βάση) με ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος και την ακύρωση της συμμετοχής των συνδικάτων στον συγκαθορισμό της διευθέτησης, τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη για την πλειονότητα των μισθωτών εργαζομένων.