ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ – Η «ΑΟΡΑΤΟΣ ΧΕΙΡ» ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ – Η «ΑΟΡΑΤΟΣ ΧΕΙΡ» ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

O Άνταμ Σμιθ (1723–90) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος και οικονομολόγος. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Γλασκόβης και της Οξφόρδης. Έγινε καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης σε ηλικία 29 ετών. Εκεί έγραψε το βιβλίο Theory of Moral Sentiments (1759), που του χάρισε για πρώτη φορά την διεθνή αναγνώριση. Ταξίδεψε στην ηπειρωτική Ευρώπη μεταξύ 1764 to 1766ως σύμβουλος κι εκπαιδευτής του νεαρού Δούκα του Μπεκλού που ήταν γιος του Τάουνσεντ που διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας.

Στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων ο Σμιθ μιλά για τη διαμόρφωση των ηθικών αξιολογήσεων των κινήτρων και των συνεπειών του πράττειν, την συγκρότηση της αίσθησης του καθήκοντος, την επιρροή που ασκούν επίδραση των εθίμων και των ηθών στην ανάπτυξη του χαρακτήρα, τη σημασία της αυτοκυριαρχίας και του αυτοελέγχου. Στο επίκεντρο της προσέγγισής του βρίσκεται όχι η εγωιστική λογιστική των αποτελεσμάτων ούτε το αφηρημένο λογικό δέον, αλλά η λειτουργία των συναισθημάτων συμπάθειας, μέσω των οποίων αναζητούν όρους συμβιβασμού οι «φυσικές» ροπές του εγωκεντρισμού αφενός και της αναγνώρισης των άλλων αφετέρου.

Στη Γαλλία ο Σμιθ συνάντησε τη «Σχολή» των Φυσιοκρατών που είχε συστήσει ο γιατρός και οικονομολόγος Φρανσουά Κεναί. Με βάση το γεγονός ότι η Γαλλία ήταν κυρίως αγροτική χώρα, ο Κεναί θεωρούσε ότι το κράτος πρέπει να ενισχύει την αγροτική παραγωγή αντί του εμπορίου ή της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας. Η γεωργία έχει πρωταρχική σημασία γιατί μόνο απ’ αυτήν παράγεται το καθαρό προϊόν και από αυτήν εξαρτώνται όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι της εθνικής εργασίας και γι’ αυτό πρέπει να πληρώνει όλους τους φόρους. Στη διανομή του εθνικού εισοδήματος μεσολαβούν τρεις τάξεις η παραγωγική τάξη, που αποτελείται από τους αγρότες οι οποίοι καλλιεργούν τη γη, η διανεμητική τάξη, οι γαιοκτήμονες οι οποίοι εισπράττουν πρώτοι το πραγματικό εθνικό εισόδημα με μορφή μίσθωσης της γης και η στείρα τάξη δηλ. οι έμποροι, οι βιοτέχνες, οι βιομήχανοι. οι ελεύθεροι επαγγελματίες κ.ά. Εκτός από αυτές τις τάξεις, υπάρχει και ο λαός των φτωχών. Σ’ αυτή την Γαλλική περίοδο, ο Σμιθ άρχισε να γράφει το βιβλίο του An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (Ο Πλούτος των Εθνών) που τελικά εκδόθηκε το 1776.

Ο άνθρωπος, κατά τον Σμιθ, δεν συγκροτεί τις δραστηριότητες του με σκοπό να επιτευχθεί το γενικό καλό αλλά να ικανοποιήσει πρωτίστως τις προσωπικές του ανάγκες, που δεν είναι πάντα υλικές και μπορεί να είναι να αποκτήσει την συμπάθεια, την επιδοκιμασία και υποστήριξη των συνανθρώπων του. Η ηθική επιδοκιμασία της επιδίωξης του προσωπικού συμφέροντος του ανθρώπου, στο πλαίσιο θεσμών που διαμορφώνονται από τους μηχανισμούς της συμπάθειας και της επιδοκιμασίας των άλλων, προσφέρει την εναρμονισμένη προς την ανθρώπινη φύση οικονομική βάση της ελεύθερης κοινωνίας. Ηθικής συμπεριφορά είναι να ενεργεί κανείς αποβλέποντας να κερδίζει τη συμπάθεια του αμερόληπτου παρατηρητή. Η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, κατά τον Σμιθ, χαρακτηρίζεται ως ενστικτώδης ή παρορμητική αντίδραση, φυσική τάση του ανθρώπου να μην ικανοποιείται με την παθητικότητα και να βελτιώνει την κατάστασή του.

«Η λέξη αξία έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές εκφράζει τη χρησιμότητα κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου και κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί «αξία χρήσης» και η δεύτερη «αξία ανταλλαγής». Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμία αξία ανταλλαγής. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο από το νερό: αλλά με αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να αγοράσουμε, με ελάχιστα πράγματα μπορούμε να το ανταλλάξουμε. Από την άλλη, ένα διαμάντι έχει ελάχιστη αξία χρήσης, ωστόσο μπορούμε εύκολα να το ανταλλάξουμε με μια μεγάλη ποσότητα άλλων αγαθών.
Προκειμένου να διερευνήσουμε τις αρχές που ρυθμίζουν την ανταλλάξιμη αξία των εμπορευμάτων, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε:
Πρώτον, ποιο είναι το πραγματικό μέτρο αυτής της ανταλλάξιμης αξίας, ή, σε τι συνιστάται η πραγματική τιμή όλων των εμπορευμάτων.
Δεύτερον, ποια είναι τα διάφορα μέρη που συνθέτουν αυτήν την πραγματική τιμή.
Και, τέλος, ποιες είναι οι πραγματικές περιστάσεις που μερικές φορές αυξάνουν ορισμένα τμήματα ή το σύνολο των ανωτέρω τμημάτων της τιμής και μερικές φορές τα συμπιέζουν κάτω από το φυσικό ή το κανονικό τους επίπεδο. Ή, ποιες είναι οι αιτίες που μερικές φορές εμποδίζουν τη σύμπτωση της αγοραίας τιμής, δηλαδή της πραγματικής τιμής των εμπορευμάτων, με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε φυσική τους τιμή». (από τον Πλούτο των Εθνών)

Σε αυτό το έργο, ο Σμίθ διατύπωσε τη θεωρία του καταμερισμού της εργασίας και τόνισε ότι η αξία προκύπτει από την εργασία που δαπανάται κατά τη διαδικασία της παραγωγής. Ήταν επικεφαλής του ορθολογικό ρεύματος του 18ου αιώνα, καθώς δέχτηκε άμεσα την επίδραση του Χιούμ και άλλων θεωρητικών που ήταν υπέρ του οικονομικού δόγματος του laissez-faire και θεωρούσαν πως η οικονομία αναπτύσσεται ως συνέπεια της ώθησης της ιδιοτέλειας, επιφέροντας την κοινωνική ευημερία. Οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης σε μια ελεύθερη αγορά θα λειτουργούν σαν ένα «αόρατο χέρι» εξισορροπώντας τιμές και ποσότητες με βάση τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

Ταυτόχρονα ήταν σε θέση να εκτιμήσει ότι οι ιδιωτικές ομάδες, όπως οι βιομήχανοι του μεταποιητικού τομέα ενδέχεται ορισμένες φορές να αντιτάσσονται στο δημόσιο συμφέρον. Ο Σμιθ ήταν αντίθετος με τη δημιουργία μονοπωλίων και σε γενικές γραμμές με τις ιδέες του μερκαντιλισμού που ήταν το κυρίαρχο οικονομικό ρεύμα από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα. Ο κύριος στόχος των μερκαντιλιστών ήταν η αύξηση του πλούτου του έθνους με την επιβολή κυβερνητικών ρυθμίσεων για όλα τα οικονομικά συμφέροντα του έθνους. Θεωρούσαν πως η εθνική ισχύς θα μπορούσε να μεγιστοποιηθεί με τον περιορισμό των εισαγωγών μέσω των δασμών και με την μεγιστοποίηση του όγκου των εξαγωγών. Παρά την εντελώς αντίθετη θέση του ο Σμιθ αποδέχτηκε ως αναγκαίους ορισμένους περιορισμούς στο ελεύθερο εμπόριο (π.χ. το νόμο για τη ναυσιπλοΐα) για να χρησιμοποιούνται ως εθνικά οικονομικά όπλα στην τρέχουσα κατάσταση του κόσμου στην εποχή του. Επίσης, παρά τις περί του αντιθέτου ιδεοληψίες που κυριαρχούν, ο Σμιθ υποστήριζε την κρατική παρέμβαση για την μείωση της φτώχειας και για την υποστήριξη των εργατών.

Ο Σμιθ έγραψε τα έργα του πριν από την πλήρη ανάπτυξη της Βιομηχανικής Επανάστασης και του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μερικές από τις θεωρίες του δεν ίσχυαν πια με την ανάπτυξή της βιομηχανίας, αλλά ως αναλυτής των θεσμών άσκησε επιρροή στους μεταγενέστερους οικονομολόγους που δεν έχει ξεπεραστεί. Ο πραγματισμό του, καθώς και η μαγιά του ηθικού περιεχόμενου και η κοινωνική διορατικότητα της σκέψης του, τον διαφοροποιεί από την ακαμψία του David Ricardo και τη σχολή του ωφελιμισμού του 19ου αιώνα. Το 1778 ο Σμιθ Smith διορίστηκε επίτροπος τελωνείων για τη Σκωτία. Το έργο του Essays on Philosophical Subjects (Δοκίμια για φιλοσοφικά θέματα 1795) παρουσιάστηκε μετά θάνατον όπως και οι σημειώσεις από τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις στους τόμους «Lectures on Rhetoric and Belles Lettres» και «Lectures on Jurisprudence.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: