Διαφωτισμός και κοινωνικές επιστήμες

Το μακροχρόνιο φλερτ των φιλοσόφων με την επιστήμη ήταν σημαντικό για την εμφάνιση της κοινωνικής επιστήμης. Οι αρχέτυπες κοινωνικές επιστήμες απαιτούσαν δύο βασικούς όρους για να αναπτύξουν συνεκτικά πεδία μελέτης και μεθόδους έρευνας, που τους άντλησαν από το παράδειγμα των φυσικών επιστημών: το νατουραλισμό και τον έλεγχο της προκατάληψης. Ο νατουραλισμός, η ιδέα ότι η αλληλουχία αιτίου και αιτιατού στο φυσικό κόσμο (και όχι στον πνευματικό ή μεταφυσικό) εξηγεί πλήρως τα κοινωνικά φαινόμενα, δημιουργήθηκε από την εμμονή του Διαφωτισμού στην επιστημονική μέθοδο. Ο έλεγχος της προκατάληψης είναι απαραίτητος στις κοινωνικές επιστήμες για να μην επηρεάζονται τα αποτελέσματα της εμπειρικής μελέτης από αδικαιολόγητες κρίσεις βάσει αξιών.
Είναι αμφισβητήσιμο το πόσο μπορεί να εξαλειφθεί τελείως η προκατάληψη από την επιλογή του πεδίου έρευνας, είναι όμως ξεκάθαρο ότι στην αξιολόγηση ή ανάλυση των ενδείξεων και δεδομένων ο κοινωνικός μελετητής πρέπει να μην αφήσει τις προκαταλήψεις του να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Οι φιλόσοφοι – παρ’ όλο που σε πολλές περιπτώσεις ήταν θύματα της προκατάληψης τους στην εργασία τους-ήθελαν να επαληθεύσουν τις θεωρίες τους με τα γεγονότα κι όχι με τις αξίες. Η παρουσία αυτών των δύο συνθηκών στο διανοητικό κλίμα του Διαφωτισμού γονιμοποίησε την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών, αλλά δημιούργησε και πολλές φιλοσοφικές δυσκολίες που έμειναν ουσιαστικά άλυτες.
Η έμφαση των φιλοσόφων στον ορθολογισμό, στον εμπειρισμό και τον ανθρωπισμό ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό υπαίτια για την ύπαρξη δύο ξεχωριστών χαρακτηριστικών στην εργασία τους πάνω στις νέες κοινωνικές επιστήμες:
1. τη χρήση επιστημονικών μεθόδων για την δικαιολόγηση της αναμόρφωσης των κοινωνικών θεσμών, και
2. τον πολιτισμικό σχετικισμό: την συνειδητοποίηση, από πολλούς φιλοσόφους, ότι η Ευρωπαϊκή κοινωνία στην οποία ζούσαν δεν αντιπροσώπευε την καλύτερη ή πιο ανεπτυγμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Για το πρώτο, ενδείξεις δίδονται από την εξάπλωση της πεποίθησης ανάμεσα στους φιλοσόφους, ότι η επιστημονική γνώση των ανθρώπινων σχέσεων μπορεί να εφαρμοστεί απ’ ευθείας για την αναμόρφωση των ανθρώπινων θεσμών. Πιστεύοντας, κατά το Βολταίρο, ότι οι άνθρωποι διαφθείρονταν από «άσχημα πρότυπα, κακή μόρφωση και άδικους νόμους», οι φιλόσοφοι στηρίζονταν στις λειτουργίες της ίδιας της γνώσης ως παράγοντα κοινωνικής αλλαγής. Η φυσική αθωότητα του ανθρώπου και η εξάρτησή του από την ωρίμανσή του θα παρείχε το υλικό, σε συνδυασμό με την αντικειμενική γνώση, για να αποτινάξει τις κακές επιδράσεις.
Ο Ντιντερό έγραψε ένα έργο Est-il Bon? Est-il Méchant? (Είναι καλός ή είναι κακός;), το οποίο συνοψίζει τον νεωτερικό τρόπο σκέψης με τον οποίο αντιμετωπίζονταν τα ερωτήματα που αφορούσαν την ανθρώπινη ηθική από το Διαφωτισμό: σαν προβλήματα που επιλύονταν με την διανοητική έρευνα παρά με την επιβολή μιας εξωτερικής εξουσίας.
Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό των νέων κοινωνικών επιστημών ήταν η νέα τους τάση προς τον πολιτιστικό σχετικισμό: η ιδέα ότι δεν υπήρχε ένας μόνο πολιτισμός, σίγουρα όχι ο Χριστιανικός, που θα μπορούσε να θέσει το μέτρο της τελειότητας μέσω του οποίου θα έκρινε τους υπόλοιπους. Αυτή η τάση δεν ήταν σε καμία περίπτωση καθολική μεταξύ των φιλοσόφων, ήταν όμως ένα ισχυρό χαρακτηριστικό της προσέγγισης που εξετάζουμε με τον Γαλλικό Διαφωτισμό. Οι Σκοτσέζοι του Διαφωτισμού (ειδικά ο Χιουμ, ο Σμιθ και ο Φέργκιουσον) ήταν προσκολλημένοι σε ένα μοντέλο ανθρώπινης ανάπτυξης, στο οποίο η ευρωπαϊκή κοινωνία φαινόταν να είναι πιο ανεπτυγμένη.
Οι Γάλλοι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν συχνά λογοτεχνικά τεχνάσματα για να κριτικάρουν μια άποψη της ευρωπαϊκής κοινωνίας με την οποία διαφωνούσαν μέσω μιας εξιστόρησης γραμμένης από κάποιον που στην εποχή τους εθεωρείτο ως «βάρβαρος» μη-ευρωπαίος. Οι Περσικές Επιστολές του Μοντεσκιέ , μια κριτική της απόλυτης μοναρχίας όπως την ασκούσαν ο Λουδοβίκος ΙΔ’ και ΙΕ’ είναι κλασικό έργο αυτού του είδους. Φαινομενικά γραμμένο από έναν Πέρση ταξιδευτή, ανατρέπει την κλασική δυτική αντίληψη ότι ο δεσποτισμός ασκείται μόνο στην Ανατολή.
Οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν πολύ αν και κάπως άκριτα τις αναφορές ταξιδευτών, εξερευνητών ή ακόμη και ιεραποστόλων, για ξένες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς. Έθεσαν τις αναφορές αυτές στην υπηρεσία των σημαντικών τους ισχυρισμών ότι η ανθρώπινη φύση ήταν κατά βάση ομοιογενής, διαφέροντας μόνο σε σχέση με τις τοπικές καταστάσεις και ιδιαίτερες περιστάσεις, που ποίκιλαν από τις οικολογικές μέχρι τις πολιτικές. Όπως το έθεσε ο Μοντεσκιέ, «δεν θα πρέπει κανείς να είναι επικριτικός με τις συνήθειες των άλλων λαών, αλλά θα πρέπει να προσπαθεί να τους κατανοήσει στα πλαίσια των περιστάσεών τους, και μετά να χρησιμοποιήσει την γνώση αυτή για να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του». Μολονότι ήταν λίγο εύπιστοι απέναντι στη χρήση των ιστοριών των πιο αμφιλεγόμενων από αυτούς τους ταξιδιώτες, το παθιασμένο ενδιαφέρον των φιλοσόφων για άλλους πολιτισμούς ήταν ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη ενός βασικού συστατικού της κοινωνικής επιστήμης: διαπολιτισμική σύγκριση. Γιατί είναι ένα κεντρικό μεθοδολογικό αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι οι θεωρίες και οι υποθέσεις πρέπει να διατυπώνονται με τέτοιον τρόπο που να επιτρέπει τη χρησιμοποίηση τους σε συγκριτικές μελέτες.
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε αυτόν τον πολιτισμικό σχετικισμό από την πεποίθηση που εξετάζουμε: την ιδέα ότι η εφαρμογή της επιστήμης και της διαφωτισμένης σκέψης για τη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου θα έκανε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες ζούσαν οι φιλόσοφοι, τις προηγμένες του κόσμου. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι οι βασικές πνευματικές μορφές του Διαφωτισμού ήταν αντίθετες προς την κατάκτηση ξένων πολιτισμών και ιδιαίτερα, την υποδούλωση των πληθυσμών τους.
Στη στάση του απέναντι στους άλλους πολιτισμούς γίνονται πιο φανερές όλες οι αντιφάσεις και οι ανακολουθίες του Διαφωτισμού. Αρκετοί Γάλλοι φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν το παράδειγμα ξένων πολιτισμών για να τονίσουν τη «βαρβαρότητα» του Γαλλικού κράτους. Κάποιοι, όπως ο Ρουσσώ χρησιμοποίησαν το παράδειγμα της «απολίτιστης κοινωνίας» για να καταδείξουν πως ο πολιτισμός κάνει τους ανθρώπους να ανατρέπουν το φυσικό τους ανθρωπισμό και να δημιουργούν ανισότητες. Η ιδέα του «ευγενούς αγρίου», η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι καλός από την φύση του και γίνεται κακός από την κοινωνία, ταιριάζει πολύ στην Διαφωτιστική άποψη για την ομοιομορφία της ανθρώπινης φύσης. Αντίθετα, ο Σκοτσέζικος Διαφωτισμός ανέπτυξε μερικά κλιμακωτά μοντέλα των ιστορικών βημάτων μέσω των οποίων, υπέθεταν ότι η ανθρώπινη κοινωνία είχε εξελιχθεί. Αυτά τα μοντέλα έθεταν τυπικά την Σκοτσέζικη κοινωνία του 18ου αιώνα στην κορυφή της ανθρώπινης εξέλιξης, με τις «απολίτιστες» ή «βάρβαρες» κοινωνίες που ανακαλύφθηκαν από την αποικιακή εξερεύνηση στην Αμερική και αλλού στον αντίποδα της κλίμακας.
Η απλή περιέργεια, ο σκεπτικισμός και η πεποίθηση ότι οι επιστημονικές αρχές μπορούν να εφαρμοστούν στα ανθρώπινα ζητήματα δεν ήταν αρκετά. Ο ξεχωριστός χαρακτήρας των αναδυόμενων κοινωνικών επιστημών δόθηκε από την δέσμευση των εισηγητών τους στην κοινωνική αλλαγή, σε μια μεταμόρφωση των ανθρώπινων υποθέσεων μέσω της ανάπτυξης της κατανόησης του ανθρώπου για τον εαυτό του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: