Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας & Η νεωτερικότητα σήμερα

Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός

1ος τόμος Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας
Stuart Hall, Bram Gieben (Επιμ.)

2ος τόμος Η νεωτερικότητα σήμερα
Stuart Hall, David Held, Anthony McGrew (Επιμ.)

Μετάφραση: Θανάσης Τσακίρης, Βίκτωρ Τσακίρης
Επιμέλεια σειράς: Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Εκδ. Σαββάλας, 2003

Το 1ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Ο Διαφωτισμός και η γέννηση της κοινωνικής επιστήμης» και τίθεται το ερώτημα «τι ήταν ο Διαφωτισμός» και αμέσως μετά ποια ήταν η κοινωνική, ιστορική και γεωγραφική θέση του Διαφωτισμού» μέσα από την οποία προέκυψε η «Εγκυκλοπαίδεια», η σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, μεταβλήθηκαν οι κοινωνικές τάξεις και άλλαξαν οι κοινωνικές δομές και εμφανίστηκε ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο δηλ. οι «Γυναίκες» που συνδέθηκαν με το Διαφωτισμό μέσω του «σαλονιού». Ο Διαφωτισμός είχε συγκροτηθεί ως ο βασικός σκοπός και η θεμελιώδης επιδίωξη της νεωτερικότητας˙ συνδέθηκε η ανάπτυξη της επιστήμης με την έννοια της προόδου. Για τη διάδοση, όμως, του Διαφωτισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου σημαντικό ρόλο έπαιξε η κοινωνική επιστήμη που μελέτησε την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία, την επανάσταση και τη μεταρρύθμιση. Έτσι, μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, γεννιέται η κοινωνιολογία με τους Ανρί ντε Σεν-Σιμόν και τον Ογκίστ Κοντ.

Το 2ο κεφάλαιο ασχολείται με την «Εξέλιξη του σύγχρονου κράτους», θέμα που ακόμη και σήμερα αποτελεί το υπό εξερεύνηση «μαύρο κουτί» της διακυβέρνησης των κοινωνιών μας. Γίνεται μια σύντομη ιστορική και γεωγραφική αναδρομή στην εξέλιξη των ευρωπαϊκών κρατών, δηλαδή γίνεται λόγος για τις μεγάλες αυτοκρατορίες, τα συστήματα διαιρεμένης εξουσίας στη μεσαιωνική Ευρώπη, το καθεστώς των νομοκατεστημένων τάξεων, τα απολυταρχικά κράτη που αποτέλεσαν τη μεταβατική μορφή προς την ανάδυση των σύγχρονων κρατών. Τα τελευταία ήταν τα «εθνικά κράτη», που η εμφάνιση και ανάπτυξή τους συνδέθηκε στενά με την επικράτηση του πολέμου και του μιλιταρισμού και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από την άλλη. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν μια γραμμικού τύπου εξέλιξη. Επί της πολιτικής φιλοσοφίας για την εγκαθίδρυση, τη σταθεροποίηση, επέκταση και ολοκλήρωσή του εθνικού κράτους, καθώς και για την κατάλληλη μορφή της πολιτικής εξουσίας συγκρούστηκαν τα «ιερά τέρατα» της θεωρίας: Τόμας Χομπς, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Τζον Λοκ, Τζον Στιούαρτ Μιλ, Κάρολος Μαρξ και Φρειδερίκος Ένγκελς και Μαξ Βέμπερ.

Το 3ο κεφάλαιο ασχολείται με την ανάπτυξη του τομέα της κοινωνίας με τον οποίο είναι δεμένη η ύπαρξη του ανθρώπου, δηλαδή την οικονομία. Πώς διαμορφώθηκε η «οικονομία της νεωτερικότητας»; Ήταν μια νέα εμπορική κοινωνία αυτή που αναδύθηκε κατά τον 18ο αιώνα; Πώς λειτουργούσε, ποιες ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της; Με ποιους τρόπους μεταβλήθηκε στη διάρκεια αυτού του αιώνα η οικονομική δομή; Αυτές οι συζητήσεις ξεκίνησαν με αφετηρία το έργο ενός οικονομολόγου του διαμετρήματος ενός Άνταμ Σμιθ που υποστήριζε την οικονομική ανάπτυξη μέσω της λειτουργίας της αγοράς και του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, την επικράτηση της έννοιας του ατομικού συμφέροντος και της εγωιστικής φιλοδοξίας ως κινητήριων ιδεών που συντελούν στην ομαλή λειτουργία και ανάπτυξη της οικονομίας για την ευημερία της κοινωνίας. Γεννήθηκε έτσι η σύγχρονη οικονομική επιστήμη στις γραμμές της οποίας θα άνθιζαν αργότερα μεγάλες θεωρίες όπως αυτές του Κάρολου Μαρξ, του Κέυνς και άλλων στοχαστών.

Το 4ο κεφάλαιο με τίτλο «Μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές: τάξη και φύλο» αναφέρεται στις δομικές αναδιαρθρώσεις που βίωσαν οι κοινωνίες περνώντας από την προβιομηχανική στη βιομηχανική εποχή. Οι προβιομηχανικές κοινωνίες, στηριζόμενες στην πατριαρχία και την ανδρική κυριαρχία και στις νομοκατεστημένες τάξεις δίνουν τη θέση τους σε νέες που στηρίζονται σε τάξεις με βάσεις στην κατοχή των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου. Οι νέες τάξεις είναι η αστική και η αντίπαλή της, δηλαδή η εργατική. Οι ανάγκες της νέας οικονομίας οδηγούν παράλληλα στην αλλαγή της κατανομής εργασίας και μεταξύ των φύλων, μια αλλαγή που δεν είναι καθόλου σίγουρη ως προς την ολοκλήρωσή της και γι’ αυτό το λόγο παρεμβάλλεται το κίνημα του φεμινισμού στη διαδικασία της ωρίμανσης της βιομηχανικής κοινωνίας διεκδικώντας την κατάργηση του κατά φύλα διαχωρισμού στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.

Το 5ο κεφάλαιο αναφέρεται στην «πολιτιστική διαμόρφωση της νεωτερικής κοινωνίας». Προσδιορίζεται και αναλύεται η κουλτούρα και η σχέση της με την κοινωνική αλλαγή. Ερωτήματα του τύπου «πώς διαμορφώνονται οι συλλογικές παραστάσεις», «πώς συνδέεται η θρησκεία με την άνοδο του καπιταλισμού», «ποιος είναι ο διαμορφωτικός συσχετισμός μεταξύ του δυτικού πολιτισμού, της επιστήμης και των αξιών», «ποιο είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την ανάπτυξη του πολιτισμού», «γιατί η απομάγευση των κοινωνιών και η σύνδεσή της με την ολοένα και αυξανόμενη ορθολογικότητα» οδηγούν στην απογοήτευση και τη θεώρηση του πολιτισμού ως πηγή δυστυχίας;»

Το 6ο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η Δύση και οι λοιποί: Λόγος και εξουσία». Ποια είναι η Δύση και ποιοι είναι οι «λοιποί» και πώς διαρθρώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις; «Πότε η Δύση και γιατί ανακάλυψε τους λοιπούς; Πώς έγιναν οι εξερευνήσεις και ποιες ήταν οι συνέπειες της επέκτασης της Ευρώπης στις νέες χώρες; Τι είναι λόγος και ιδεολογία πιοια και η σχέση τους; Υπάρχει λόγος «αθώος» ή πάντα κάτι άλλο υποκρύπτεται στην «αθωότητα», δηλαδή η εξουσία; Τι είναι ο «άλλος» και ποιοι είμαστε «εμείς»; Τι σημαίνει «οριενταλισμός» και τι «καθεστώς αλήθειας» Ποιοι είναι αυτοί που διαφέρουν και γιατί διαφέρουν; Ποιοι είναι οι «ευγενείς άγριοι» και ποιοι οι «ποταποί»; Υπάρχουν «πρωτόγονα» και «εξευγενισμένα έθνη»; Πώς ενσωματώθηκε ο λόγος περί της Δύσης και των λοιπών άλλων στην κοινωνιολογία της εποχής μας; Αρκεί να καταλάβουμε τη νόημα της τελευταίας πρότασης του Α΄ τόμου που βρίσκεται σε ένα από τα παρατιθέμενα αποσπάσματα του έργου του Πήτερ Χιουλμ: «Η παρεξήγηση ενδημούσε: οι Άγγλοι είχαν σαφώς ελάχιστη αντίληψη για τις ιδέες των Ινδιάνων της Αμερικής για τα κοινοτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, όπως και οι Αλγκόνκουιαν είχαν ελάχιστη γνώση για τις αγγλικές ιδέες περί ατομικής ιδιοκτησίας.» Καταλαβαίνουμε, έτσι, ποιο ήταν, και παραμένει, ένα από τα κυριότερα –ίσως το κυριότερο διακύβευμα στην εποχή της μετάβασης στη νεώτερη κοινωνία.

Ο δεύτερος τόμος αφορά τη μεταβολή που βιώνουν στη Δύση οι δικές μας οι γενιές στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική και την κουλτούρα. Το πρώτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Φιλελευθερισμός, μαρξισμός και δημοκρατία». Κατίσχυσε το 1989 ο «φιλελευθερισμός» και επήλθε το τέλος των ταξικών συγκρούσεων και της ιστορίας; Ήρθε το τέλος του μαρξισμού ως κοσμοθεωρία ή υπάρχει μέλλον γι’ αυτόν; Θεωρείται, δηλαδή, αναγκαίος; Κι αν το θέμα δεν είναι αυτό αλλά η μετάβαση από τη νεωτερικότητα σε κάτι που ονομάστηκε μετανεωτερικότητα αλλά ακόμη μας προβληματίζει γιατί έχει χιλιάδες ανεξερεύνητες όψεις; Τι είναι σήμερα πολιτικά επιθυμητό αλλά και εφικτό; Υπάρχει μέλλον για τη δημοκρατία ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών;

Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην πιο κρίσιμη έννοια της περιόδου, δηλαδή την «παγκοσμιοποίηση».Υπάρχει μία «παγκόσμια κοινωνία» με τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά; Ποια είναι η λογική και η δυναμική της παγκοσμιοποίησης; Έχει παγκοσμιοποιηθεί ο πολιτισμός, η οικονομία, η πολιτική; Το εθνικό κράτος τι ρόλο παίζει; Διαλύθηκε ή ανανεώθηκε; Μπορεί να αναθεωρηθεί η έννοια της κυριαρχίας και της πολιτικής κοινότητας όπως τη γνωρίζουμε τα τελευταία 200 χρόνια; Πώς τοποθετείται η κοινωνιολογία απέναντι στο φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης»;

Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τον κατ’ εξοχήν παγκόσμιο πλέον πρόβλημα, δηλαδή τις «περιβαλλοντικές προκλήσεις». Ρυπαίνεται η ατμόσφαιρα; Τι γίνεται με τα γήινα απόβλητα και με την εξάντληση των πόρων; Πώς προσεγγίζεται η οικολογία, από την πλευρά του δρώντος υποκειμένου ή από την πλευρά της δομικής μεθοδου; Πώς συγκροτείται και πώς διαμορφώνεται η πράσινη πολιτική ιδεολογία απέναντι στην ανάγκη της κινητοποίησης των πολιτών όπου γης; Μπορεί να συνυπάρξουν καπιταλισμός με οικολογία, είναι δηλαδή εφικτός ένας πράσινος καπιταλισμός ή μήπως πρέπει να επιβληθούν όρια μέσα από διαρκή συλλογική επαγρύπνηση και κοινωνική κινητοποίηση;

Το τέταρτο κεφάλαιο είναι επικεντρωμένο στα ιδιαίτερα στοιχεία που διαμορφώνουν την εργασία στο σύγχρονο καπιταλισμό, δηλαδή ο «μεταβιομηχανισμός» και ο μεταγοφορντισμός. Εξετάζονται οι εξελίξεις στην οικονομία, το εύρος των αλλαγών και η ταχύτητα και ο ρυθμός τους. Ο πληροφοριακός τρόπος ανάπτυξης προσδιορίζει κατά βάση τις εργασιακές σχέσεις που διέπουν τη διαμάχη κεφαλαίου εργασίας σήμερα.

Το πέμπτο κεφάλαιο καταπιάνεται με τη σχέση κοινωνικού πλουραλισμού και μετανεωτερικότητας. Η πρώτη ματιά μας δείχνει ότι ο «μεταμοντερνισμός» που τείνει να κυριαρχήσει αποτελεί έκφραση της πολιτιστικής λογικής του «ύστερου καπιταλισμού». Γι’ αυτό και ένα πολύμορφο ρεύμα αντιστέκεται στο μεταμοντερνισμό και απορρίπτει τόσο ως μέθοδο ανάλυσης όσο και ως ουσιαστική ανάλυση της πραγματικότητας. Περαιτέρω ερωτήματα αφορούν τη σχέση μεταξύ κατανάλωσης και αναπαραστάσεων και της μετανεωρικότητας, τις νέες συνάφειες του μεταμοντερνισμού.

Το έκτο κεφάλαιο έρχεται ς ένα βαθμό να προεκτείνει την έρευνα του προηγούμενου κεφαλαίου, θέτοντας ευθαρσώς το «ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας που βρίσκεται πια σε βαθιά κρίση, όπως σε κατάσταση κρίσης είναι και το ίδιο το «ορθολογικό» νεωτερικό υποκείμενο, που πλέον θεωρείται «αποκεντρωμένο». Οι εθνικοί πολιτισμοί είναι ένα καλό παράδειγμα. Αποτελούν «αφήγηση», δηλαδη μια «φαντασιακή κοινότητα;» Ποιο ρόλο παίζει κι εδώ η παγκοσμιοποίηση; Πώς αναδιαμορφώνονται οι σχέσεις παγκόσμιου, τοπικού και εθνικού;. Οι «λοιποί» εισβάλλουν σήμερα στη «Δύση»; Τι σημαίνει αυτό για τη διαλεκτική των ταυτοτήτων; Αποτελεί ο «φονταμενταλισμός» κατάλληλη απάντηση στην παγκοσμιοποίηση ή παρακολουθούμε ένα ιδιαίτερο υβρίδιο;

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο, το «πρόταγμα του Διαφωτισμού που βρίσκεται σε φάση επανεξέτασης τίθεται υπό εντονότατη αμφισβήτηση. Έτσι πρέπει να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις που είναι γραμμένες στα άρθρα των Λυοτάρ, Χαμπερμας κ.α. και να πάρουμε θέση απέναντι στα ηθικο-πολιτικά ιδεολογήματα του μεταμοντερνισμού και των υπερασπιστών της νεωτερικότητας αλλά και των μαρξιστών που συνηθίζουν να μην δίνουν εύκολα στον καπιταλισμό και τους εκπροσώπους του τα διαπιστευτήριά τους αλλά μένουν απ’ έξω από το χώρο που δεν τους παρέχει πλέον ιδεολογικο-θεωρητικό κίνητρο.

Για να μη μακρηγορώ άλλο, θα δώσω το λόγο στον Ανδρέα Πανταζόπουλο για να μας μιλήσει πιο αναλυτικά και με κριτικό πνεύμα για τις περιπέτειες της πολιτικής φιλοσοφίας και θεωρίας στην μακρά περιπλάνηση από την εποχή της νεωτερικότητας σε αυτή της μετανεωτερικότητας. Κατόπιν η Γιάννα Αθανασάτου θα μας μιλήσει για την κριτική του «ορθολογικού υποκειμένου» που δομήθηκε ως «υποκείμενο» με βάση το φύλο και τις συνέπειες που είχε αυτή η κατασκευή για τη διαμόρφωση της νεωτερικότητας και των κοινωνιών στις οποίες ζούμε, δρούμε, εργαζόμαστε και ολοκληρωνόμαστε ως πολίτες.

Από τη δική μου πλευρά θα ήθελα να τονίσω ορισμένες όψεις αυτής της συζήτησης που σχετίζονται με την εργασία και τους τρόπους με τους οποίους μεταλλάσσεται ως έννοια σήμερα.

Κεντρικό στοιχείο κάθε οργανωμένης κοινωνίας είναι η «εργασία».Στη νεωτερικότητα, που για ένα μεγάλο αριθμό στοχαστών ταυτίζεται με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η μισθωτή εργασία βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομίας και των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτεί, δηλαδή την αντίθεση του κεφαλαίου και της εργασίας. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής στα χέρια μιας άρχουσας τάξης κεφαλαιοκρατών και η μαζικοποίηση των γραμμών της προλεταριακής τάξης των εργατών δίνει το στίγμα των κοινωνικών αγώνων και των ταξικών συγκρούσεων του 19ου και του 20ού αιώνα. Η μετάβαση από το φιλελεύθερο καπιταλισμό στο βιομηχανικό καπιταλισμό και το διαχωρισμό της διοίκησης των επιχειρήσεων από την ιδιοκτησία, δηλαδή με τη δημιουργία των μεγάλων πολυμετοχικών επιχειρήσεων και ορίζει την καπιταλιστική νεωτερικότητα του 20ού αιώνα. Η πλειονότητα των εργατών και των υπαλλήλων οργανώνονται στα συνδικάτα και στα εργατικά, σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα για τη διεκδίκηση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους και μέσα από αυτούς τους αγώνες δημιουργούν τη δική τους κοινωνική ταυτότητα. Ορισμένες πρωτοποριακές ομάδες της εργατικής τάξης θα προχωρήσουν παραπέρα και θα προσπαθήσουν από κοινού με διανοούμενους, που δεν βρίσκονταν υπό την επιρροή ή την καθοδήγηση είτε των δυνάμεων του παλιού καθεστώτος είτε της καπιταλιστικής ηγεμονίας, να ανατρέψουν ή, έστω, να μεταρρυθμίσουν την καπιταλιστική κοινωνική δομή με κατεύθυνση το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η καταστροφή ολόκληρων κοινωνιών και η εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, παράλληλα με τη δράση των συνδικάτων και των εργατικών κομμάτων και την απειλητική ύπαρξη του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οδήγησαν στη μεταβολή της πολιτικής των καπιταλιστικών αρχουσών μερίδων και τάξεων στον ταξικό συμβιβασμό του κοινωνικού κράτους πρόνοιας που συγκροτήθηκε μετά το 1945. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ενισχύθηκε με τον ταξικό συμβιβασμό, την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο πολιτικό σύστημα και τη μείωση του επαναστατικού δυναμισμού της μιας και πια όλο και κάτι είχε να χάσει «εκτός από τις αλυσίδες της».

Η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του ’70 και η οποία συνοδευόταν από το πετρελαϊκό σοκ οδήγησε τις αστικές τάξεις και τους πολιτικούς εκπροσώπους της σε αλλαγή στρατηγικής, με σκοπό την ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την ανασύνθεση της άρχουσας τάξης. Η στασιμότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνικο-πολιτική άποψη, και η τελική κατάρρευσή του το 1989, συνέβαλε στην όξυνση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής κρίσης των εργατικών συνδικάτων και των σοσιαλδημοκρατικών και των κομμουνιστικών κομμάτων που επαγγέλονταν μια εντελώς διαφορετική κοινωνία. Άλλα δείγματα της κρίσης είναι: η μαζικοποίηση της εφεδρικής στρατιάς των ανέργων και η μεγάλη χρονική διάρκειά της, η μείωση των μόνιμων θέσεων πλήρους απασχόλησης και η υπερβολική αύξηση των αριθμών των απασχολούμενων με ελαστικές σχέσεις εργασίας (part-time, προσωρινά απασχολούμενοι, ενοικιαζόμενοι εργαζομενοι κλπ.), η αφαίρεση συμμετοχικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων, η μείωση δικαιωμάτων και παροχών στους συνταξιούχους και τους ασφαλισμένους, η τεχνολογική επανάσταση των υπολογιστώ και των δικτύων που δημιουργούν νέες τάξεις και στρώματα ενώ ταυτόχρονα καταστρέφουν ολόκληρους κλάδους εργαζομένων, ανειδίκευτων και ειδικευμένων. Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει και τίποτε δεν είναι όπως παλιά. Η εκμετάλλευση εντείνεται και η νέα άρχουσα τάξη των κεφαλαιούχων και των διαχειριστών των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και του κράτους ιδιοποιείται ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Αυτές οι εξελίξεις εξετάζονται και ερευνώνται στις σελίδες των κεφαλαίων που ασχολούνται με τα θέματα της οικονομίας και της εργασίας. Οι αντιθέσεις με τη μορφή των διπόλων είτε του τύπου «φορντισμός-μεταφορντισμός» είτε του «μοντερνισμού-μεταμοντερνισμού» αλλά και οι έννοιες της κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης, το τέλος της εργασίας και της εργατικής τάξης ως του επαναστατικού υποκειμένου συζητώνται στους δύο τόμους από στοχαστές όπως ο Μάνουελ Καστέλς, ο Ντείβιντ Χαρβεϋ, ο Αντρέ Γκορζ, ο Γιούρκεν Χάμπερμας, ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ κ.α.

Ας τους διαβάσουμε και ας προβληματιστούμε για τις επερχόμενες αλλαγές και ας συζητήσουμε τρόπους αντιμετώπισής τους.

Θανάσης Τσακίρης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: