Πολιτική Κοινωνιολογία – Βασικές Έννοιες

Η Πολιτική Κοινωνιολογία είναι ένας κλάδος των κοινωνικών επιστημών που στέκεται στο μεταίχμιο της Πολιτικής Επιστήμης και της Κοινωνιολογίας και η θεματική της ενσωματώνει στα ερευνητικά της πεδία θέματα τόσο από τη μία όσο και από την άλλη επιστήμη. Μεγάλα ονόματα της επιστήμης αυτής που άρχισε να αναπτύσσεται εδώ και έναν αιώνα ήταν αυτά των Max Weber, Roberto Michels, Gaetano Mosca, Wilfredo Pareto και André Siegfried. Σε αυτούς μπορούμε να εντάξουμε, σύμφωνα με μια πιο διευρυμένη αντίληψη περί του πεδίου τον Alexis de Tocquville, τον Karl Marx και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα ονόματα στον κατάλογο αλλά θα χάναμε την ουσία της ανάδειξης των βασικών σχολών που άνοιξαν το δρόμο για την εξέλιξη και ανάπτυξη της πολιτικής κοινωνιολογίας και της θεσμικής κατοχύρωσής της στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
Έτσι, λοιπόν, προχωράμε αμέσως στον ορισμό της Πολιτικής Κοινωνιολογίας ως του κλάδου εκείνου των κοινωνικών επιστημών που ασχολείται με την σχέση της πολιτικής με την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται πως οι πολιτικοί δρώντες, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων, των ομάδων πίεσης και των κοινωνικών κινημάτων, λειτουργούν εντός ενός ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου. Ας το πούμε με άλλα λόγια: Οι πολιτικοί δρώντες διαμορφώνουν τις κοινωνικές δομές, όπως το φύλο, η τάξη και το έθνος, και με τη σειρά τους διαμορφώνονται από αυτές. Άρα, συμπεραίνουμε ότι η ύπαρξη και λειτουργία των διαφορετικών κοινωνικών δομών συνεπάγεται ότι στο πλαίσιο της κοινωνίας η πολιτική επιρροή είναι άνισα κατανεμημένη από τον ίδιο το χαρακτήρα της.

Εξουσία

Ένα από τα κύρια προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η σπουδή της πολιτικής κοινωνιολογίας είναι αυτό της εξουσίας και της άνισης κατανομής της. Η δύναμη/εξουσία (power, macht) και η νόμιμη εξουσία/αρχή (power/authority) είναι οι πιο βασικές έννοιες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται το άμεσο ή έμμεσο ενδιαφέρον των περισσότερων μελετών που αναζητούν να αναλύσουν τις σχέσεις τους με τις κοινωνικές δυνάμεις (social forces). Όπως τονίζουν μελετητές του θέματος η έννοια της εξουσίας είναι «επίμαχη, πολυεπίπεδη και ουσιωδώς αμφισβητήσιμη» γιατί, πρώτον, ορίζεται στη βάση ενός συνδυασμού κριτηρίων που αποτελούν από μόνα τους αντικείμενα πολλαπλών ερμηνειών και, δεύτερον, αποτελούν από την αρχή «πεδία ανταγωνιζόμενων και διιστάμενων ερμηνευτικών προσεγγίσεων όσον αφορά το περιεχόμενό τους». Άλλωστε αυτή η πολλαπλότητα των ερμηνειών είναι ένα από τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών επιστημών, δηλαδή η πραγματικότητα υπάρχει «δια μέσου της εμπειρίας της εσωτερίκευσής της και της εξωτερίκευσής της». Έτσι, κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται, σκέφτεται, δρα και βιώνει τις εμπειρίες του σε διαφορετικούς χρόνους και χώρους, επηρεάζεται από διαφορετικούς οικογενειακούς, ταξικούς, πολιτισμικούς και άλλους κοινωνικούς παράγοντες και συμφέροντα. Αυτό ως κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει να το λαμβάνουμε κάθε φορά υπόψη χωρίς να μας προκαλεί εντύπωση, καθόσον τα επιστημονικά μας αντικείμενα διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά των θετικών και φυσικών επιστημών.

Τι είναι, λοιπόν, η εξουσία, που τόσο μας βασανίζει αλλά δεν είναι για όλους μπελάς αλλά ευκαιρία και κάτι το θετικό; O όρος δύναμη/εξουσία αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου ή, πολύ συχνότερα, μιας ομάδας ατόμων ή ενός θεσμού να χειρίζονται και να διαμορφώνουν τις αντιλήψεις και τις ενέργειες άλλων ατόμων. Λέμε, παραδείγματος χάριν, ότι ένας πατέρας ασκεί εξουσία πάνω στα παιδιά του όταν αυτά εκτελούν τις εντολές του. Παρομοίως, μπορούμε να μιλήσουμε για εξουσία που ασκεί μια κυβέρνηση πάνω στους πολίτες όταν τους οδηγεί στις κατά τόπους Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) ή στις τράπεζες για να καταβάλουν τον ετήσιο φόρο εισοδήματος. Ο όρος νόμιμη εξουσία/αρχή αναφέρεται στη δύναμη/εξουσία που ασκείται νόμιμα από μια σειρά θεσμών, οι οποίοι λειτουργούν με βάση τις θεσμικές ρυθμίσεις που τους διέπουν σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές. Ο νταής μιας σχολικής τάξης μπορεί με τη μυϊκή του δύναμη να ασκεί εξουσία πάνω στους πιο αδύναμους συμμαθητές του και να τους υποτάσσει αλλά δεν έχει καμία θεσμική ιδιότητα που να τον καθιστά κύριο της ύπαρξης και της σωματικής ακεραιότητας τους. Η εξουσία που προσωρινά ασκεί είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της ωμής δύναμής του. Αν στον κόσμο μας υπήρχαν μόνο νταήδες και δειλοί άνθρωποι τότε δεν θα νοιαζόταν ο καθένας παρά πώς θα επιβιώνει σε μια κατάσταση όπου ο ασκών ωμή βία θα υποτάσσει τους αδυνάτους, δηλαδή θα βρίσκεται στην κατά Thomas Hobbes «φυσική κατάσταση» όπου διεξάγεται «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Αν περάσουμε από το μικροεπίπεδο στο μακροεπίπεδο της πλανητικής επικράτειας τα κράτη με την μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ θα υποτάσσουν τα πιο αδύναμα που θα είναι έρμαια των διαθέσεών τους. Οι θεσμοί και οι κανονιστικές ρυθμίσεις που τους διέπουν παρέχουν προστασία σε αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να αντεπιτεθούν λόγω μειωμένης ή έλλειψης δύναμης και υφίστανται παρενόχληση και εκμετάλλευση. Μέσω αυτών των ρυθμίσεων ασκείται νόμιμα η εξουσία (authority). Αυτές αποτελούν τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές που ορίζουν τους όρους με βάση τους οποίους μπορεί ένα άτομο να ζητήσει δικαίως από ένα άλλο άτομο να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες του. Αν ο Διευθυντής Προσωπικού μιας μεγάλης δημόσιας επιχείρησης ζητήσει από τους εκπαιδευτές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων να διδάξουν εκτάκτως μαθήματα κατά το Σαββατοκύριακο και αυτοί αρνηθούν, ο εν λόγω διευθυντής έχει δικαίωμα να τους επιπλήξει, να τους επιβάλει στέρηση μισθού, ή ακόμη και να εισηγηθεί την απόλυσή τους αν υπάρχει νομίμως θεσπισμένος κανονισμός προσωπικού υπογεγραμμένος και αποδεκτός τόσο από τη διοίκηση της επιχείρησης όσο και από το οικείο συνδικάτο του χώρου εργασίας και που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων. Του έχει, με τον τρόπο αυτό, χορηγηθεί πάγια εξουσιοδότηση χειρισμού αυτών των υποθέσεων. Έτσι, ο εν λόγω διευθυντής είναι κάτοχος εξουσίας (power) και αποτελεί νόμιμη αρχή (authority).

Στην πλέον απλή του απόδοση, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» αναφέρεται σε μια κοινωνική σχέση μεταξύ ενός «ανώτερου» (principal) και ενός «κατώτερου» (subaltern). Στην πραγματικότητα αυτή η σχέση δεν είναι μονόπλευρη και μονοσήμαντη. Ένας ανώτερος μπορεί σε μια άλλη κοινωνική σχέση να είναι κατώτερος και αντίστροφα. Επίσης, ο κατώτερος ενδέχεται να αναπτύξει «αντισταθμιστική εξουσία». Κεντρικές έννοιες στη συζήτηση αποτελούν οι «προθέσεις» και τα «συμφέροντα», κατά κύριο λόγο του «ανώτερου». Για να θεωρηθεί μια κοινωνική σχέση ως σχέση εξουσίας πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από μια αιτιώδης σχέση επιρροής μεταξύ ατόμων. Ο D. Wrong θεωρεί ότι μια μορφή αιτιώδους επιρροής που αφορά την παραγωγή εμπρόθετων αποτελεσμάτων. Τυπικά, η άσκηση εξουσίας αφορά την εμπρόθετη παρέμβαση σε μια σειρά αιτιωδών αποτελεσμάτων. Μια σχέση εξουσίας αφορά την πρόθεση να παραχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή την επιθυμία να δούμε την επίτευξή του.

Ας δούμε, όμως, πώς εννοιολογήθηκε ο όρος «εξουσία» από μια σειρά στοχαστές σε διαφορετικά πλαίσια. Λόγου χάριν, με μια ευρύτερη έννοια του όρου η «εξουσία» είναι το βασικότερο στοιχείο που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από όλα τα άλλα έμβια είδη της φύσης, δηλαδή οι άνθρωποι διαθέτουν την ικανότητα του αυτοκαθορισμού τους. Ο όρος «αυτοκαθορισμός» σημαίνει τον προσδιορισμό από κάθε άνθρωπο των ορίων του και την αυτοτοποθέτησή του στον κόσμο. Παρ’ ό,τι συχνά τα θεωρούμε αντιθετικά φαινόμενα, η εξουσία και η ελευθερία είναι αλληλένδετες. Με μια στενότερη έννοια, ο όρος «εξουσία» αναφέρεται στην ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση, δηλαδή στην ικανότητα των ανθρώπων να στρέψουν την φύση εναντίον του ίδιου της του εαυτού προκειμένου να ικανοποιούνται τα συμφέροντα των ανθρώπων. Η εξουσία, κατ’ αυτή την έννοια, είναι καθολικής εμβέλειας φαινόμενο καθόσον ότι είναι «έμφυτη σε όλους» και «υπάρχει δυνάμει μόνο και μόνο της ίδιας της ύπαρξής της». Η εξουσία δεν είναι ουδέτερη ως προς τους στόχους και έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές. Ξέχωρα από τις προθέσεις «κάθε εξουσία, κάθε δυνατότητα ανάπτυξης προσπαθειών και επίδρασης στην πορεία των γεγονότων είναι εκ φύσεως αμφίσημη, “ανοιχτή” και ουδέτερη ή απροσδιόριστη όσον αφορά τις συνέπειές της. Αν δεν ήταν εξίσου ικανή για το καλό ή για το κακό, δεν θα ήταν καθόλου εξουσία». Οι συγκεντρώσεις εξουσίας και δύναμης, ανεξάρτητα από τις όποιες θετικές τους πλευρές, σχεδόν πάντα προκαλούν αρνητικές παράπλευρες συνέπειες, παραδείγματος χάριν οι ζημιές που υφίσταται το περιβάλλον προκαλώντας την κλιματική αλλαγή που βιώνουμε σήμερα και που οι χειρότερες συνέπειες θα εκδηλωθούν με ιδιαίτερη σφοδρότητα στη ζωή των ερχόμενων γενεών. Η εξουσία έχει τόσο υποκειμενική όσο και αντικειμενική σημασία.

Σύμφωνα με μία εκδοχή, εξουσία είναι «η ικανότητα να επηρεάζουμε την συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου μέσω κάποιας μορφής κύρωσης» ή αλλιώς «η ικανότητα ενός δρώντος υποκειμένου να επιτύχει τους στόχους του παρά την αντίσταση» ή, ακόμη, «η ικανότητα ατόμων ή ομάδων να πείθουν άλλα άτομα ή ομάδες ή να επηρεάζουν τις πεποιθήσεις ή τις ενέργειές τους». Κατά τον Μαξ Βέμπερ ως δύναμη μπορούμε να ορίσουμε την «πιθανότητα που έχει ένα πρόσωπο που έχει ένα πρόσωπο που δρα στα πλαίσια μιας κοινωνικής σχέσης, να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τη θέλησή του, ανεξάρτητα από την αντίσταση που τυχόν θα συναντήσει, όποια κι αν είναι η θεμελίωση της πιθανότητας αυτής (…) Οποιαδήποτε προσωπική ικανότητα και οποιοσδήποτε συνδυασμός συνθηκών μπορεί να επιτρέψει σε ένα άτομο να επιβάλει τη θέλησή του σε μια συγκεκριμένη κατάσταση.» «Κυριαρχία» κατά τον Βέμπερ είναι η πιθανότητα ότι μια εντολή θα πετύχει την υπακοή μιας δεδομένης ομάδας ανθρώπων. Ο ορισμός του Βέμπερ έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) η εξουσία ασκείται από άτομα που σημαίνει ότι αφορά τις έννοιες της επιλογής, της δράσης και της πρόθεσης/σκοπού,
β) πιο συγκεκριμένα, αφορά την έννοια της δράσης και προϋποθέτει ένα άτομο που επιτυγχάνει τους στόχους που επιθυμεί,
γ) η εξουσία ασκείται όταν το/α άλλο/α άτομο/α ενδέχεται να αναπτύξει/ουν αντίσταση και να προκαλέσει/ουν σύγκρουση,
δ) φανερώνει ότι υπάρχουν διαφορές συμφερόντων και αντιλήψεων μεταξύ δυνατών και αδυνάτων,
ε) η εξουσία είναι αρνητική καθόσον ότι αφορά περιορισμούς και στερήσεις για όσους/ες υφίστανται την άσκηση εξουσίας.
Όταν οι άνθρωποι εκλαμβάνουν ως νομιμοποιημένη την άσκηση της εξουσίας τότε μιλάμε για νόμιμη εξουσία/αρχή.

Τα «συστήματα εξουσίας» διακρίνονται ως προς τη μορφή δύναμης που ασκούν και ως προς τη μορφή της υποταγής επιφέρουν ή διασφαλίζουν.
Μορφές δύναμης
Α. Οικονομική δύναμη
Β. Πολιτική δύναμη
Γ. Ιδεολογική δύναμη
Μορφές υποταγής
Α. Παθητική υποταγή
Β. Ιδιοτελής υποταγή
Γ. Απόλυτα οικειοθελής υποταγή.
Ο Βέμπερ τόνισε, επίσης, ότι «η πολιτική για μας σημαίνει την επιδίωξη να συμμετέχει κανείς στην άσκηση δύναμης (macht) ή να επηρεάσει την κατανομή της δύναμης είτε μεταξύ κρατών είτε μεταξύ κοινωνικών ομάδων εντός ενός κράτους. (…) Όταν λέμε ότι ένα ερώτημα είναι πολιτικό…ή ότι μια απόφαση καθορίζεται ‘πολιτικά’, αυτό που εννοούμε είναι ότι συμφέροντα που αφορούν στην κατανομή, στη διατήρηση ή στη μεταβίβαση της δύναμης είναι αυτά που αποφασίζουν τι απάντηση θα δοθεί στο ερώτημα αυτό ή που καθορίζουν τη συγκεκριμένη απόφαση.»

Όμως, η Βεμπεριανή άποψη για την εξουσία αναφέρεται μόνο στην εμπρόθετη/ένσκοπη δράση και στη λήψη αποφάσεων και αφήνει έξω από το πεδίο της τη «μη λήψη απόφασης» που κι αυτή με τη σειρά της είναι μία μορφή άσκησης εξουσίας και επίδειξη ανισότητας δύναμης. Ενδέχεται οι ασκούντες εξουσία να είναι σε θέση να διαμορφώνουν, σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις και συμφέροντα, τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των αδυνάτων (π.χ. με προπαγάνδα ή με διαφημιστικές εκστρατείες). Επομένως, τίθεται θέμα αναγνώρισης και διαχωρισμού των «υποκειμενικών» από τα «πραγματικά συμφέροντα».

Τελευταία αλλά εξίσου σημαντική είναι η άποψη της Χάννα Aρεντ για την έννοια της εξουσίας πως «η εξουσία ανταποκρίνεται στην ικανότητα του ανθρώπου όχι απλώς να δρα αλλά να δρα εκ συμφώνου». Η εξουσία δεν είναι ποτέ «ιδιότητα ενός ατόμου και ανήκει σε μια ομάδα, συνεχίζει δε να υφίσταται μόνο για όσο χρόνο η ομάδα είναι ενωμένη.» Όταν λέμε για κάποιον ότι βρίσκεται «στην εξουσία» αναφερόμαστε στο ότι» εξουσιοδοτείται από ένα συγκεκριμένο αριθμό ατόμων να δρα στο όνομά τους». Η εξουσία χωρίς αυτή τη μεταφορική σημασιολόγησή της αναφέρεται απλώς και μόνο στην ισχύ: «Η ισχύς αναμφίβολα χαρακτηρίζει κάτι το ατομικό, μιαν ατομική οντότητα και είναι η ιδιότητα που είναι σύμφυτη με ένα αντικείμενο ή με ένα άτομο και ανήκει στο χαρακτήρα του, που ενδεχομένως να μπορεί να επιβεβαιωθεί σε σχέση με άλλα πράγματα ή πρόσωπα, όμως είναι ουσιαστικά ανεξάρτητη από αυτά». Η ισχύς διακρίνεται από τη δύναμη, έννοια «που συχνά χρησιμοποιούμε στην καθημερινή ομιλία ως συνώνυμο της βίας, ειδικά αν η βία εξυπηρετεί ως μέσο πίεσης, και που θα έπρεπε να κρατηθεί, στη γλώσσα της ορολογίας, για τις «δυνάμεις της φύσης» ή για τη «δύναμη των περιστάσεων» (la force des choses), δηλαδή, να υποδηλώνει την ενέργεια που απελευθερώνεται από φυσικά ή κοινωνικά κινήματα». Πιο αμφίσημη η έννοια της λέξης authority (αρχή, αυθεντία, εξουσία). Η Arendt επισημαίνει ότι είναι το πιο «απατηλό» από τα φαινόμενα αυτά και συχνά διαστρεβλώνεται ως όρος. Μπορεί να λεχθεί, για πρακτικούς λόγους, ότι αναφέρεται «στην αναμφισβήτητη αναγνώριση από αυτούς από τους οποίους ζητείται να υπακούσουν˙ ούτε εξαναγκασμός χρειάζεται ούτε πειθώ». Για να παραμείνει κανείς στην αρχή απαιτείται σεβασμός για το πρόσωπο ή το αξίωμα στο οποίο αναφέρεται. Στην αντίθετη περίπτωση «ο χειρότερος εχθρός της αρχής, ως εκ τούτου, είναι η περιφρόνηση, και ο πιο σίγουρος τρόπος για την υπονόμευσή της είναι το γέλιο». Τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, είναι η έννοια της βίας που διακρίνεται από τις άλλες εξαιτίας του εργαλειακού της χαρακτήρα. Σαν όλα τα άλλα εργαλεία χρησιμοποιείται για την επαύξηση του μεγέθους της δύναμης του ανθρώπου, έχει όμως και την τάση, «στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξής της να την υποκαθιστά». Είναι αυτονόητο ότι οι έννοιες αυτές στην πραγματικότητα δεν υφίστανται στην καθαρή τους μορφή παρά σε συνδυασμό αναμεταξύ τους. Αν θεωρήσουμε την πρώτη και την τελευταία έννοια που αναφέραμε, δηλαδή την εξουσία και τη βία, ως ένα δίπολο που στη μία άκρη του είναι η εξουσία και στην άλλη η βία, θα διαπιστώσουμε στην πράξη ότι όσο αυξάνεται η απόσταση της μίας από την άλλη τόσο πλησιάζουμε στις καθαρές τους μορφές. Όμως όταν φτάσουμε στα άκρα του δίπολου θα διαπιστώσουμε ότι η μία έννοια υλοποιείται με«η βία εμφανίζεται όταν η εξουσία διακυβεύεται, αλλά σαν αφεθεί να πάρει το δρόμο της καταλήγει στην εξαφάνιση της εξουσίας». τη μορφή του τρόμου ενώ η άλλη εξαφανίζεται εντελώς : Χάνεται, σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η έννοια της εξουσίας ως ικανότητα του ανθρώπου όχι απλώς να δρα αλλά να «δρα εκ συμφώνου», χάνεται δηλαδή η έννοια της ίδιας της κοινωνίας.

Στο έργο των Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς η έννοια της εξουσίας έχει κυρίως πολιτική και οικονομική διάσταση. Στην πιο σαφή έκφρασή της στο έργο τους ως εξουσία ορίζεται «η επιβολή της θέλησης ενός πάνω στην δίκη μας, επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή». Το ερώτημα που τίθεται για το υποταγμένο μέρος της σχέσης που θεωρείται το προλεταριάτο είναι «να εξακριβώσουμε αν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από αυτήν , με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια θα εξαφανιστεί.». Επιπλέον, απαντώντας στους «αντιεξουσιαστές» της εποχής του, ο Ενγκελς τονίζει και αναρωτιέται: «Παντού η συνδυασμένη πράξη, η πλοκή διαδικασιών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά για συνδυασμένη πράξη μιλάει για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση χωρίς εξουσία;» Η απάντηση που δίνει στο ερώτημα είναι «ότι από τη μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων επιβάλλονται πάνω μας μαζί με τις υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε προϊόντα (…)Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα που οι σφαίρες του κυμαίνονται μαζί με τις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της κοινωνίας.» Ο τελικός στόχος κατ’ αυτόν είναι οι δημόσιες υποθέσεις να «χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα συμβάλλουν στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας».

Στη γενικότερη μαρξιστική φιλολογία περί εξουσίας επικρατεί η δομική προσέγγιση της εξουσίας η οποία είναι μια σχέση που υπάρχει ανεξάρτητα από τις βουλήσεις των ανθρώπων. Αντίθετα με την Χ. Άρεντ, ο Νίκος Πουλαντζάς ορίζει κατ’ αρχήν την εξουσία ως «την ικανότητα μιας κοινωνικής τάξης να πραγματοποιήσει τα ειδικά αντικειμενικά συμφέροντά της». Η ερμηνεία του Πουλαντζά εμπεριέχει το στοιχείο της ομάδας όπως και της Arendt και έχει και συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο: την τάξη. Ο Πουλαντζάς διαχωρίζεται από την Άρεντ στο βαθμό που αναφέρεται στις δομές του πολιτικο-κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο κάθε φορά αναφέρεται και ο οποίος χαρακτηρίζεται από την διαρκή ταξική σύγκρουση. Για το λόγο ετούτο σε μια μεταγενέστερη αναδιατύπωση της έννοιας του κράτους ως τόπο άσκησης της εξουσίας θα αναφερθεί σ’ αυτό ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών. Η έννοια της εξουσίας που συνήθως χρησιμοποιείται στην περίπτωση μιας νομιμοποιημένης δύναμης, δηλαδή, εντός ενός πλαισίου ελάχιστης συναίνεσης εκ μέρους των υφισταμένων στη σχέση εξουσίας, ενώ θεωρείται από τον Πουλαντζά χρήσιμη, εν τούτοις σχετίζεται μόνο με τη διάκριση των μορφών της εξουσίας. Όσον αφορά την έννοια της authority, ο Ν.Πουλαντζάς την θεωρεί ως κατάλληλη προς χρήση στα πλαίσια της ανάλυσης των κοινωνιών που χαρακτηρίζονται από μη ανταγωνιστικές συγκρούσεις και αντιθέσεις. Η έννοια της ισχύος (might, puissance) τοποθετείται στα πλαίσια μη ταξικών κοινωνικών σχέσεων όπως πχ των μελών ενός αθλητικού συλλόγου.

Όμως, η έννοια της εξουσίας δεν έχει μόνο αυτή τη διάσταση. Η πρώτη διάσταση είναι αυτή που ο St. Lukes θεωρεί ως την «πιο λεπτή» από τις τρεις διαστάσεις της εξουσίας: «Το να έχεις εξουσία είναι το να είσαι ικανός να ξεχωρίζεις από τον κόσμο». Η άσκηση της εξουσίας εξισώνεται με την ικανότητα να υπερισχύσεις έναντι των αντίθετων προτιμήσεων των άλλων ανθρώπων» . Η δισδιάστατη άποψη περί εξουσίας είναι «η κινητοποίηση της προκατάληψης»: η εξουσία ασκείται «με τον έλεγχο της ημερήσιας διάταξης» και «την ανάδειξη μόνο ορισμένων θεμάτων ως σημαντικών» τα οποία, ως εκ τούτου, μπορούν «να τεθούν στη δημόσια συζήτηση.» Τέλος, η τρισδιάστατη άποψη περί εξουσίας ενσωματώνει όλες τις διορατικές σκέψεις των άλλων δύο διαστάσεων αλλά δίνει επιπλέον έμφαση στο ρόλο των πολιτικών συμφερόντων και ασπάζεται τη θέση ότι οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων μπορούν να τροποποιούνται και να διαμορφώνονται με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχονται σε αντίθεση με τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Σ’ αυτές τις απόψεις ήρθε να προστεθεί η άποψη ότι η εξουσία δεν ενοικεί μόνο στους επίσημους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς αλλά είναι μια ιδιότητα που είναι διάχυτη στο πλαίσιο ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων: «…η εξουσία είναι παντού, όχι επειδή αγκαλιάζει τα πάντα, αλλά επειδή προέρχεται από παντού.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: