Monthly Archives: Νοέμβριος 2012

ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ – Η «ΑΟΡΑΤΟΣ ΧΕΙΡ» ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ – Η «ΑΟΡΑΤΟΣ ΧΕΙΡ» ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

O Άνταμ Σμιθ (1723–90) ήταν Σκωτσέζος φιλόσοφος και οικονομολόγος. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Γλασκόβης και της Οξφόρδης. Έγινε καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης σε ηλικία 29 ετών. Εκεί έγραψε το βιβλίο Theory of Moral Sentiments (1759), που του χάρισε για πρώτη φορά την διεθνή αναγνώριση. Ταξίδεψε στην ηπειρωτική Ευρώπη μεταξύ 1764 to 1766ως σύμβουλος κι εκπαιδευτής του νεαρού Δούκα του Μπεκλού που ήταν γιος του Τάουνσεντ που διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας.

Στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων ο Σμιθ μιλά για τη διαμόρφωση των ηθικών αξιολογήσεων των κινήτρων και των συνεπειών του πράττειν, την συγκρότηση της αίσθησης του καθήκοντος, την επιρροή που ασκούν επίδραση των εθίμων και των ηθών στην ανάπτυξη του χαρακτήρα, τη σημασία της αυτοκυριαρχίας και του αυτοελέγχου. Στο επίκεντρο της προσέγγισής του βρίσκεται όχι η εγωιστική λογιστική των αποτελεσμάτων ούτε το αφηρημένο λογικό δέον, αλλά η λειτουργία των συναισθημάτων συμπάθειας, μέσω των οποίων αναζητούν όρους συμβιβασμού οι «φυσικές» ροπές του εγωκεντρισμού αφενός και της αναγνώρισης των άλλων αφετέρου.

Στη Γαλλία ο Σμιθ συνάντησε τη «Σχολή» των Φυσιοκρατών που είχε συστήσει ο γιατρός και οικονομολόγος Φρανσουά Κεναί. Με βάση το γεγονός ότι η Γαλλία ήταν κυρίως αγροτική χώρα, ο Κεναί θεωρούσε ότι το κράτος πρέπει να ενισχύει την αγροτική παραγωγή αντί του εμπορίου ή της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας. Η γεωργία έχει πρωταρχική σημασία γιατί μόνο απ’ αυτήν παράγεται το καθαρό προϊόν και από αυτήν εξαρτώνται όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι της εθνικής εργασίας και γι’ αυτό πρέπει να πληρώνει όλους τους φόρους. Στη διανομή του εθνικού εισοδήματος μεσολαβούν τρεις τάξεις η παραγωγική τάξη, που αποτελείται από τους αγρότες οι οποίοι καλλιεργούν τη γη, η διανεμητική τάξη, οι γαιοκτήμονες οι οποίοι εισπράττουν πρώτοι το πραγματικό εθνικό εισόδημα με μορφή μίσθωσης της γης και η στείρα τάξη δηλ. οι έμποροι, οι βιοτέχνες, οι βιομήχανοι. οι ελεύθεροι επαγγελματίες κ.ά. Εκτός από αυτές τις τάξεις, υπάρχει και ο λαός των φτωχών. Σ’ αυτή την Γαλλική περίοδο, ο Σμιθ άρχισε να γράφει το βιβλίο του An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (Ο Πλούτος των Εθνών) που τελικά εκδόθηκε το 1776.

Ο άνθρωπος, κατά τον Σμιθ, δεν συγκροτεί τις δραστηριότητες του με σκοπό να επιτευχθεί το γενικό καλό αλλά να ικανοποιήσει πρωτίστως τις προσωπικές του ανάγκες, που δεν είναι πάντα υλικές και μπορεί να είναι να αποκτήσει την συμπάθεια, την επιδοκιμασία και υποστήριξη των συνανθρώπων του. Η ηθική επιδοκιμασία της επιδίωξης του προσωπικού συμφέροντος του ανθρώπου, στο πλαίσιο θεσμών που διαμορφώνονται από τους μηχανισμούς της συμπάθειας και της επιδοκιμασίας των άλλων, προσφέρει την εναρμονισμένη προς την ανθρώπινη φύση οικονομική βάση της ελεύθερης κοινωνίας. Ηθικής συμπεριφορά είναι να ενεργεί κανείς αποβλέποντας να κερδίζει τη συμπάθεια του αμερόληπτου παρατηρητή. Η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, κατά τον Σμιθ, χαρακτηρίζεται ως ενστικτώδης ή παρορμητική αντίδραση, φυσική τάση του ανθρώπου να μην ικανοποιείται με την παθητικότητα και να βελτιώνει την κατάστασή του.

«Η λέξη αξία έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές εκφράζει τη χρησιμότητα κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου και κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί «αξία χρήσης» και η δεύτερη «αξία ανταλλαγής». Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμία αξία ανταλλαγής. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο από το νερό: αλλά με αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να αγοράσουμε, με ελάχιστα πράγματα μπορούμε να το ανταλλάξουμε. Από την άλλη, ένα διαμάντι έχει ελάχιστη αξία χρήσης, ωστόσο μπορούμε εύκολα να το ανταλλάξουμε με μια μεγάλη ποσότητα άλλων αγαθών.
Προκειμένου να διερευνήσουμε τις αρχές που ρυθμίζουν την ανταλλάξιμη αξία των εμπορευμάτων, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε:
Πρώτον, ποιο είναι το πραγματικό μέτρο αυτής της ανταλλάξιμης αξίας, ή, σε τι συνιστάται η πραγματική τιμή όλων των εμπορευμάτων.
Δεύτερον, ποια είναι τα διάφορα μέρη που συνθέτουν αυτήν την πραγματική τιμή.
Και, τέλος, ποιες είναι οι πραγματικές περιστάσεις που μερικές φορές αυξάνουν ορισμένα τμήματα ή το σύνολο των ανωτέρω τμημάτων της τιμής και μερικές φορές τα συμπιέζουν κάτω από το φυσικό ή το κανονικό τους επίπεδο. Ή, ποιες είναι οι αιτίες που μερικές φορές εμποδίζουν τη σύμπτωση της αγοραίας τιμής, δηλαδή της πραγματικής τιμής των εμπορευμάτων, με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε φυσική τους τιμή». (από τον Πλούτο των Εθνών)

Σε αυτό το έργο, ο Σμίθ διατύπωσε τη θεωρία του καταμερισμού της εργασίας και τόνισε ότι η αξία προκύπτει από την εργασία που δαπανάται κατά τη διαδικασία της παραγωγής. Ήταν επικεφαλής του ορθολογικό ρεύματος του 18ου αιώνα, καθώς δέχτηκε άμεσα την επίδραση του Χιούμ και άλλων θεωρητικών που ήταν υπέρ του οικονομικού δόγματος του laissez-faire και θεωρούσαν πως η οικονομία αναπτύσσεται ως συνέπεια της ώθησης της ιδιοτέλειας, επιφέροντας την κοινωνική ευημερία. Οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης σε μια ελεύθερη αγορά θα λειτουργούν σαν ένα «αόρατο χέρι» εξισορροπώντας τιμές και ποσότητες με βάση τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

Ταυτόχρονα ήταν σε θέση να εκτιμήσει ότι οι ιδιωτικές ομάδες, όπως οι βιομήχανοι του μεταποιητικού τομέα ενδέχεται ορισμένες φορές να αντιτάσσονται στο δημόσιο συμφέρον. Ο Σμιθ ήταν αντίθετος με τη δημιουργία μονοπωλίων και σε γενικές γραμμές με τις ιδέες του μερκαντιλισμού που ήταν το κυρίαρχο οικονομικό ρεύμα από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα. Ο κύριος στόχος των μερκαντιλιστών ήταν η αύξηση του πλούτου του έθνους με την επιβολή κυβερνητικών ρυθμίσεων για όλα τα οικονομικά συμφέροντα του έθνους. Θεωρούσαν πως η εθνική ισχύς θα μπορούσε να μεγιστοποιηθεί με τον περιορισμό των εισαγωγών μέσω των δασμών και με την μεγιστοποίηση του όγκου των εξαγωγών. Παρά την εντελώς αντίθετη θέση του ο Σμιθ αποδέχτηκε ως αναγκαίους ορισμένους περιορισμούς στο ελεύθερο εμπόριο (π.χ. το νόμο για τη ναυσιπλοΐα) για να χρησιμοποιούνται ως εθνικά οικονομικά όπλα στην τρέχουσα κατάσταση του κόσμου στην εποχή του. Επίσης, παρά τις περί του αντιθέτου ιδεοληψίες που κυριαρχούν, ο Σμιθ υποστήριζε την κρατική παρέμβαση για την μείωση της φτώχειας και για την υποστήριξη των εργατών.

Ο Σμιθ έγραψε τα έργα του πριν από την πλήρη ανάπτυξη της Βιομηχανικής Επανάστασης και του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μερικές από τις θεωρίες του δεν ίσχυαν πια με την ανάπτυξή της βιομηχανίας, αλλά ως αναλυτής των θεσμών άσκησε επιρροή στους μεταγενέστερους οικονομολόγους που δεν έχει ξεπεραστεί. Ο πραγματισμό του, καθώς και η μαγιά του ηθικού περιεχόμενου και η κοινωνική διορατικότητα της σκέψης του, τον διαφοροποιεί από την ακαμψία του David Ricardo και τη σχολή του ωφελιμισμού του 19ου αιώνα. Το 1778 ο Σμιθ Smith διορίστηκε επίτροπος τελωνείων για τη Σκωτία. Το έργο του Essays on Philosophical Subjects (Δοκίμια για φιλοσοφικά θέματα 1795) παρουσιάστηκε μετά θάνατον όπως και οι σημειώσεις από τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις στους τόμους «Lectures on Rhetoric and Belles Lettres» και «Lectures on Jurisprudence.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου» (Δ΄μέρος)

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου

Δ΄ μέροςΛίγοι άνθρωποι έχουν καταφέρει, όπως ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ , να ασκήσουν τέτοια επιρροή στην πολιτική, στη λογοτεχνία και στην εκπαίδευση. Η πολιτική σκέψη του περιέχεται στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, αλλά συμπληρώνεται με άλλα έργα του όπως το Discours sur l’origine de l’inégalité (Διατριβή για την προέλευση και τις βάσεις της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, 1754) και τα προσχέδια του για τα συντάγματα της Κορσικής και της Πολωνίας. Ουσιαστικά, ο Rousseau είναι περισσότερο ηθικοδιδάσκαλος παρά μεταφυσικός. Ως ηθικοδιδάσκαλος είναι επίσης πολιτικός θεωρητικός. Η σκέψη του ξεκινά με την παραδοχή ότι είμαστε καλοί εκ φύσεως και με την παρατήρηση ότι στο πλαίσιο της κοινωνίας δεν είμαστε καλοί. Κατά τον Ρουσσώ, η πτώση της ανθρωπότητας ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο. «Όμως η ανθρώπινη φύση δεν προχωρά προς τα πίσω και ποτέ δεν επιστρέφουμε στην εποχή της αθωότητας και της ισότητας, άπαξ και έχουμε φύγει από αυτές.» Διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος «γεννήθηκε ελεύθερος, κι ωστόσο είναι παντού δεσμώτης». Ο πρώτος άνθρωπος που έχοντας περιφράξει ένα κομμάτι γης σκέφτηκε να πει «αυτό είναι δικό μου» έβαλε τις βάσεις για την κοινωνική ανισότητα. Ο ίδιος το έλεγε φωναχτά:«Μην ακούτε αυτόν τον αγύρτη. Χαθήκατε, αν ξεχάσατε πως οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη δεν ανήκει σε κανέναν»!

Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος εντοπίζει την αιτία της παραμόρφωσής μας στην κοινωνία, ο Ρουσσώ δεν είναι πριμιτιβιστής, δηλαδή δεν προτείνει την επιστροφή στις πρωτόγονες κοινωνίες, όσο και αν έχει παρερμηνευτεί η ρήση του για «επιστροφή στη φύση. Στον Αιμίλιο και στο Κοινωνικό Συμβόλαιο πρότεινε, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, τι μπορεί να γίνει.

Σε αντίθεση με την πελώρια επίδραση της πολιτικής σκέψης του Ρουσσώ στην ηπειρωτική Ευρώπη, η κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού Βρετανία και η Αμερική του Πολέμου της Ανεξαρτησίας τον αντιμετώπισαν ψυχρά. Γι’ αυτό «ευθύνεται» η αντίληψη του Ρουσσώ για τη δημοκρατία. Κι αυτό γιατί ο Χομπς και ο Λοκ είχαν θεμελιώσει το δικό τους κοινωνικού συμβόλαιο στο έδαφος της εκπροσώπευσης, δηλαδή της ανάθεσης εξουσιών από το πλήθος στον Ηγεμόνα υπό σαφείς όρους και μηχανισμούς ελέγχου. Αντίθετα, για τον Ρουσσώ: «Οι βουλευτές του λαού ούτε είναι ούτε μπορεί να είναι αντιπρόσωποί του. Δεν είναι παρά επίτροποί του. Τίποτα δεν μπορούν να αποφασίσουν οριστικά. Κάθε νόμος που δεν τον εκύρωσε αυτοπροσώπως ο ίδιος ο λαός, είναι άκυρος». Για τον Ρουσσώ, μόνο η εκτελεστική εξουσία δύναται ανατεθεί σε πληρεξουσίους. Η νομοθετική εξουσία είναι αναπαλλοτρίωτη. Στην άμεση Δημοκρατία που προτείνει ο Ρουσσώ δεν υπάρχουν κόμματα και φατρίες που διασπούν το κοινωνικό σώμα, υποτάσσοντας τη λαϊκή κυριαρχία στα ειδικά συμφέροντα. Έχοντας μελετήσει την αρχαία Αθήνα αλλά και την αρχαία Σπάρτη, θεωρεί ότι το ατομικό συμφέρον πρέπει να υποτάσσεται στη «γενική βούληση». Αυτή η άποψη του Ρουσσώ παρερμηνεύτηκε από πολλούς μεταγενέστερους ως στοιχείο «ολοκληρωτισμού».

Θανάσης Τσακίρης

Γνωμικά Θωμά Ακινάτη: Ο κακός νόμος, δεν είναι καθόλου νόμος

Για αυτόν που έχει πίστη, καμιά εξήγηση δεν είναι αναγκαία. Για αυτόν που δεν έχει πίστη, καμιά εξήγηση δεν είναι δυνατή.

• Τα πράγματα που αγαπάμε μας λένε ποιοι είμαστε.

• Μπορούμε να ελαφρύνουμε τη θλίψη με έναν καλό ύπνο, ένα μπάνιο κι ένα ποτήρι κρασί.

• Το Καλό μπορεί να υπάρξει χωρίς το Κακό, ενώ το Κακό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το Καλό.

• Αν ο υπέρτατος σκοπός του καπετάνιου ήταν να γλυτώσει το πλοίο του, θα το κρατούσε για πάντα στο λιμάνι.

• Να φυλάγεσαι από τον άνθρωπο του ενός βιβλίου.

• Lex malla, lex nulla
μτφρ: ο κακός νόμος, δεν είναι καθόλου νόμος

Γνωμικά του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: Όλες οι γενικεύσεις είναι λαθεμένες, της παρούσης συμπεριλαμβανομένης

Όλες οι γενικεύσεις είναι λαθεμένες, της παρούσης συμπεριλαμβανομένης.

• Δεν είναι ικανός κανείς για υψηλές σκέψεις, όταν πρέπει να σκέπτεται πώς θα βγάλει το ψωμί του.

• Είναι αφύσικο για μια πλειοψηφία να κυβερνά, επειδή μια πλειοψηφία σπάνια μπορεί να είναι οργανωμένη και ενωμένη για κοινή δράση, ενώ μια μειοψηφία μπορεί.

• Ευτυχία δεν είναι να κάνεις αυτό που θέλεις, αλλά να μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις.

• Η θέλησή μας είναι πάντα για το καλό μας, αλλά δεν βλέπουμε πάντα ποιο είναι αυτό.

• Η ευγνωμοσύνη είναι ένα καθήκον που πρέπει κανείς να εκπληρώσει, αλλά που κανένας δεν έχει δικαίωμα να απαιτεί.

• Χρόνος: η κινούμενη μορφή της ακίνητης αιωνιότητας

• Όλες οι δυστυχίες μου προέρχονται από το γεγονός ότι είχα υπερβολικά καλή γνώμη για τους άλλους.

• Τα μεγάλα πάθη είναι τόσο σπάνια όσο και οι μεγαλοφυΐες.

• Αφαίρεσε από τον φιλόσοφο το δικαίωμα να ακούγεται η φωνή του, και η δίψα του για γνώση εξαφανίζεται.

• Οι άντρες αγαπάνε λίγο και συχνά, ενώ οι γυναίκες πολύ και σπάνια.

• Επιστροφή στη Φύση.

• Πάρε το δρόμο που είναι αντίθετος από τον συνηθισμένο και σχεδόν πάντα θα κάνεις καλά.

• Όταν ο λαός δεν θα ‘χει τίποτα πια να φάει, θα φάει τους πλούσιους.

• Αν και η μετριοφροσύνη είναι φυσιολογική για έναν ενήλικο, δεν είναι φυσιολογική για ένα παιδί. Η μετριοφροσύνη αρχίζει με τη γνώση του Κακού.

• Η υπομονή είναι πικρή, αλλά ο καρπός της είναι γλυκός.

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου» (Γ΄ μέρος)

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου
Γ΄ μέρος

Ο Τζων Λοκ είναι ο πρώτος μεγάλος εκπρόσωπος του Βρετανικού εμπειρισμού. Το έργο του συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τη βρετανική εκδοχή του Διαφωτισμού με την πίστη στη μεσαία τάξη και το δικαίωμά της στην ελευθερία της συνείδησης και το δικαίωμα της στην ιδιοκτησία/περιουσία. Πίστευε στην επιστήμη και είχε εμπιστοσύνη στην αγαθότητα της ανθρωπότητας. Η επιρροή του στη φιλοσοφία και στην πολιτική θεωρία είναι ανεκτίμητη.
Ο Λοκ στην «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» τονίοζει ότο όλοι αποδεχόμαστε οφέλη από το κράτος και η αποδοχή μας μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή συναίνεσης. Πιο συγκεκριμένα, αφού μια από τις θεμελιώδεις λειτουργίες του κράτους είναι να προστατεύει την περιουσία μας –όταν την αποκτούμε με τον μόχθο στην εργασία ή από κληρονομιά-σιωπηλά συναινούμε στην δικαιοδοσία του κράτους για την περιουσία και, ως εκ τούτου, στους νόμους του. Το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε, π.χ. για κάποιον που ταξιδεύει μέσω της εθνικής οδού προς τα σύνορα της χώρας προκειμένου να φύγει ως πρόσφυγας από αυτήν. Έτσι η έννοια της συναίνεσης τραβιέται στα άκρα μιας και η υποταγή στο νόμο είναι σαφώς υποχρεωτική.
Ο Λοκ στο πλαίσιο της «σχολής» του κοινωνικού συμβολαίου βασίζει τη θεωρία του στο «φυσικό δίκαιο» όπως πριν από αυτόν ο Χιούγκο Γκρότιους και ο Τόμας Χομπς. Στρέφοντας το βλέμμα στο απώτατο παρελθόν προτού ακόμη αναπτυχθεί ο πολιτισμός προσπαθούν να φανταστούν πώς συγκροτήθηκαν οι κοινωνίες. Ο Χομπς θεωρούσε ότι οι άνθρωποι στη φυσική κατάσταση ήταν βίαιοι, άπληστοι και παράλογοι κι έτσι το κράτος έπρεπε να ελέγχει των υπηκόων του τα «βασικά ένστικτα». Αντίθετα, ο Λοκ θεωρούσε ότι η ανθρώπινη φύση αφήνει χώρο για ειρηνικές και συνεργατικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων. Η κύρια αιτία της ύπαρξης του κράτους είναι να προστατεύει και να διατηρεί την ελευθερία των ατόμων. Τα σημερινά «ανθρώπινα δικαιώματα» έχουν τις ρίζες τους στην πολιτική φιλοσοφία του Λοκ. Ισχυριζόταν ότι όλοι άνθρωποι (men στο έργο – αν και δεν γίνεται αναφορά στις γυναίκες ο Λοκ συνέβαλε στη διάδοση των γυναικείων δικαιωμάτων) έχουν φυσικά δικαιώματα στη ζωή, στην ελευθερία (liberty) και στην περιουσία. Όταν οι κυβερνήσεις εγκαθιδρύθηκαν ανέλαβαν να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως προϋπόθεση για την άσκηση της πολιτικής εξουσίας από αυτές.

Θανάσης Τσακίρης

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου» (Β΄ μέρος)

Η λογική του «κοινωνικού συμβολαίου
(Β΄ μέρος)

O Χομπς δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο της δυνατότητας συγκρότησης της δημοκρατίας ως πολιτικής φιλοσοφίας, ως πολιτεύματος˙ την θεωρούσε, όμως, πολύ κατώτερη σε σχέση μα την απόλυτη μοναρχία. Σήμερα, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις οπισθοχωρήσεις, δεν διανοούμαστε καν να θεωρήσουμε μη νόμιμο το οποιοδήποτε δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς, από το πιο αμεσοδημοκρατικό ως το απλούστερο σύστημα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης χωρίς άλλη συμμετοχή των πολιτών, πέραν της ανά τακτά διαστήματα εκλογής βουλευτών. Σ’ αυτή την εξέλιξη συνέβαλαν τα μέγιστα φιλόσοφοι όπως ο Τζων Λοκ και ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ και άλλοι παρά τον συχνά αφηρημένο χαρακτήρα των στοχασμών τους. Ο Χομπς, λοιπόν, περιέγραψε τη «φυσική κατάσταση» του ανθρώπινου γένους χωρίς την πολιτική κυριαρχία ως τον ανελέητο ανταγωνισμό για τα αναγκαία προς τα ζην, που αφήνει τους ανθρώπους σε κατάσταση φόβου και τρόμου για τυχόν επιθέσεις ή ληστείες και άλλες πράξεις εναντίον της ζωής, με συνέπεια οι άνθρωποι να βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα προβαίνοντας ακόμα και σε προληπτικές επιθέσεις εναντίον φιλόδοξων εισβολέων στον ιδιωτικό τους χώρο.
Με τα δικά του λόγια:
«Εποµένως είναι φανερό ότι οι άνθρωποι, όταν ζουν χωρίς µια κοινή
εξουσία που να τους εµπνέει δέος, βρίσκονται σ’ εκείνη την κατάσταση
που ονοµάζεται πόλεµος· και αυτός ο πόλεµος είναι πόλεµος όλων
εναντίον όλων. Γιατί πόλεµος δεν είναι µόνον οι µάχες ή η ενέργεια του
να πολεµάει κανείς· αλλά είναι και η χρονική διάρκεια κατά την οποία
υπάρχει η βούληση της διεκδίκησης κάποιου πράγµατος µέσα από µια
µάχη. Συνεπώς η έννοια του χρόνου πρέπει να λαµβάνεται υπόψη κατά
την εξέταση της φύσης του πολέµου. Όπως συµβαίνει µε τον καιρό.
Γιατί η φύση του κακού καιρού δεν βρίσκεται µόνο σε µια ή δυο
βροχοπτώσεις, αλλά σε µια προδιάθεση πολλών προηγούµενων ηµερών
που οδηγεί σε αυτό το αποτέλεσµα. Έτσι και µε τη φύση του πολέµου, ο
οποίος δεν συνίσταται µόνο στις συγκρούσεις αλλά και στην
προδιάθεση που οδηγεί στον πόλεµο (…) Εποµένως σε µια κατάσταση
πολέµου, κατά την οποία όλοι είναι εχθροί όλων, τα πάντα µπορεί να
συµβούν. Το ίδιο ισχύει, όταν η µόνη ασφάλεια που έχουν οι άνθρωποι
απορρέει από τη φυσική τους δύναµη και την επινοητικότητά τους. Σε
αυτή την κατάσταση δεν υπάρχει χώρος για εργασία· γιατί τα
αποτελέσµατά της είναι δύσκολο να διατηρηθούν και συνεπώς η γη
µένει ακαλλιέργητη. ∆εν υπάρχει ναυσιπλοΐα ούτε χρήση των
προϊόντων που µπορεί να εισαχθούν δια θαλάσσης. Ούτε οικοδοµική
τέχνη, ούτε µέσα µεταφοράς, ούτε µετακίνηση εκείνων των πραγµάτων
που λόγω του βάρους τους απαιτούν συλλογική προσπάθεια, για να
µετακινηθούν. ∆εν υπάρχει γνώση του τι υπάρχει στη γη. Ούτε µέτρηση
του χρόνου· ούτε τέχνες· ούτε γράµµατα· ούτε κοινωνία· και το
χειρότερο όλων, υπάρχει συνεχής φόβος και κίνδυνος να χάσει κανείς
τη ζωή του βιαίως. Και η ζωή του ανθρώπου είναι µοναχική, φτωχή,
άθλια, άγρια και σύντοµη».

Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι λύκος για τον άνθρωπο σύμφωνα με μια λαϊκή ρήση των Ρωμαίων. Επί της ουσίας, ο Χομπς μας λέει ότι δεν είναι τόσο το γεγονός πως οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως (όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως) όσο ότι είναι αδύνατη η συνεργασία των ανθρώπων ελλείψει της «Εμπιστοσύνης», η οποία δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που να είναι σε θέση να θεσπίσει και να εφαρμόσει νόμους και κανόνες. Αυτά που δεν υπάρχουν, κατά τον Χομπς, στη «φυσική κατάσταση» είναι αυτά που χρειάζονται για τη συνεργασία μεγάλων αριθμών ανθρώπων και για να εξασφαλιστεί αυτό το μεταξύ τους συμβόλαιο αυτό που είναι αναγκαίο είναι ο «Κυρίαρχος», δηλαδή η νόμιμη πολιτική εξουσία.
Η πεσιμιστική αντίληψη του Χομπς δέχτηκε κριτική. Αρκεί να σκεφτούμε κοιτώντας γύρω μας πόσο διαφέρει η πραγματικότητα από την δυστοπία που περιγράφει ο Χομπς. Βλέπουμε ομάδες ανθρώπων που συνεργάζονται εθελοντικά σε κάποιοι έργο δίχως κανένα αντάλλαγμα ή ανταμοιβή και χωρίς να τους έχει υποχρεώσει κάποια κρατική υπηρεσία με ένα είδος συμβολαίου. Πόσες φορές δεν έχουμε δει πολίτες σε μια γειτονιά να συνεργάζονται για να επισκευάσουν μαζί μια φθαρμένη παιδική χαρά από μόνοι τους, ή να καθαρίσουν μια βρώμικη παραλία, ή να εκχιονίσουν τους δρόμους και τα πεζοδρόμια της περιοχής; Λέει κάτι τέτοιο ο Χομπς; Μάλλον όχι! Ο φιλόσοφος μάλλον θέλει να πει ότι σε ένα κλίμα φόβου που θα ακολουθούσε την κατάρρευση της νόμιμης κρατικής εξουσίας ακόμη κι η ευγενέστερη ανθρώπινη ψυχή θα απαξιωθεί και θα εξαφανιστεί. Θυμηθείτε: Ρουάντα, Γιουγκοσλαβία, Λιβερία. Δείτε σήμερα: Λιβύη, Συρία.
Πώς, όμως, μπορούμε να δημιουργήσουμε νόμιμη εξουσία εκεί όπου δεν υπάρχει; Ο Χομπς φανταζόταν ότι θα συγκεντρώνονταν όλοι σε μια συνέλευση για να ιδρύσουν και να ενθρονίσουν την «Κυρίαρχο» που θα τους κυβερνούσε από εκείνη την ώρα κι ύστερα. Επίσης υπάρχει και η περίπτωση της υποταγής του καθενός χωριστά σε έναν ισχυρό άνδρα, π.χ. έναν κατακτητή στρατηγό. Δεν ήταν πρωτεύουσας σημασίας ποιος θα ήταν ο «Κυρίαρχος» αρκεί να υπήρχε εξουσία, απεριόριστη, ενιαία και αδιαίρετη κι όποιος διαφωνεί δεν έχει παρά να μεταναστεύσει. Γι’ αυτό προτιμούσε την απόλυτη μοναρχία, για λόγους σταθερότητας. Όμως, δεν συμμερίζονταν όλοι την άποψή του αυτή. Ο Τζων Λοκ σημειώνει πως η λογική του Χομπς προϋποθέτει ανθρώπους τόσο αφελείς και ανόητους ώστε να φροντίζουν να αποφεύγουν τα προβλήματα που τους προκαλούν οι νυφίτσες ή οι αλεπούδες αλλά να νιώθουν ικανοποιημένοι να αφήνονται στα λιοντάρια να τους κατασπαράξουν και να θεωρούν πως αυτό είναι ασφάλεια. Απέναντι στην κριτική αυτή, η μόνη άμυνα που μπορούσε να αντιτάξει ο Χομπς ήταν να πει πως ότι ένας συνετός μονάρχης θα επιθυμούσε οι υπήκοοί του να ευημερούν επειδή, σε τελευταία ανάλυση, η δική του εξουσία εξαρτάται από τη δική τους ευημερία. Η ιστορία, όμως, δείχνει να τον «διαψεύδει». Σκεφτείτε: Χίτλερ, Μουσολίνι, Στάλιν κ.ά.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Διαφωτισμός και κοινωνικές επιστήμες

Το μακροχρόνιο φλερτ των φιλοσόφων με την επιστήμη ήταν σημαντικό για την εμφάνιση της κοινωνικής επιστήμης. Οι αρχέτυπες κοινωνικές επιστήμες απαιτούσαν δύο βασικούς όρους για να αναπτύξουν συνεκτικά πεδία μελέτης και μεθόδους έρευνας, που τους άντλησαν από το παράδειγμα των φυσικών επιστημών: το νατουραλισμό και τον έλεγχο της προκατάληψης. Ο νατουραλισμός, η ιδέα ότι η αλληλουχία αιτίου και αιτιατού στο φυσικό κόσμο (και όχι στον πνευματικό ή μεταφυσικό) εξηγεί πλήρως τα κοινωνικά φαινόμενα, δημιουργήθηκε από την εμμονή του Διαφωτισμού στην επιστημονική μέθοδο. Ο έλεγχος της προκατάληψης είναι απαραίτητος στις κοινωνικές επιστήμες για να μην επηρεάζονται τα αποτελέσματα της εμπειρικής μελέτης από αδικαιολόγητες κρίσεις βάσει αξιών.
Είναι αμφισβητήσιμο το πόσο μπορεί να εξαλειφθεί τελείως η προκατάληψη από την επιλογή του πεδίου έρευνας, είναι όμως ξεκάθαρο ότι στην αξιολόγηση ή ανάλυση των ενδείξεων και δεδομένων ο κοινωνικός μελετητής πρέπει να μην αφήσει τις προκαταλήψεις του να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Οι φιλόσοφοι – παρ’ όλο που σε πολλές περιπτώσεις ήταν θύματα της προκατάληψης τους στην εργασία τους-ήθελαν να επαληθεύσουν τις θεωρίες τους με τα γεγονότα κι όχι με τις αξίες. Η παρουσία αυτών των δύο συνθηκών στο διανοητικό κλίμα του Διαφωτισμού γονιμοποίησε την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών, αλλά δημιούργησε και πολλές φιλοσοφικές δυσκολίες που έμειναν ουσιαστικά άλυτες.
Η έμφαση των φιλοσόφων στον ορθολογισμό, στον εμπειρισμό και τον ανθρωπισμό ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό υπαίτια για την ύπαρξη δύο ξεχωριστών χαρακτηριστικών στην εργασία τους πάνω στις νέες κοινωνικές επιστήμες:
1. τη χρήση επιστημονικών μεθόδων για την δικαιολόγηση της αναμόρφωσης των κοινωνικών θεσμών, και
2. τον πολιτισμικό σχετικισμό: την συνειδητοποίηση, από πολλούς φιλοσόφους, ότι η Ευρωπαϊκή κοινωνία στην οποία ζούσαν δεν αντιπροσώπευε την καλύτερη ή πιο ανεπτυγμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Για το πρώτο, ενδείξεις δίδονται από την εξάπλωση της πεποίθησης ανάμεσα στους φιλοσόφους, ότι η επιστημονική γνώση των ανθρώπινων σχέσεων μπορεί να εφαρμοστεί απ’ ευθείας για την αναμόρφωση των ανθρώπινων θεσμών. Πιστεύοντας, κατά το Βολταίρο, ότι οι άνθρωποι διαφθείρονταν από «άσχημα πρότυπα, κακή μόρφωση και άδικους νόμους», οι φιλόσοφοι στηρίζονταν στις λειτουργίες της ίδιας της γνώσης ως παράγοντα κοινωνικής αλλαγής. Η φυσική αθωότητα του ανθρώπου και η εξάρτησή του από την ωρίμανσή του θα παρείχε το υλικό, σε συνδυασμό με την αντικειμενική γνώση, για να αποτινάξει τις κακές επιδράσεις.
Ο Ντιντερό έγραψε ένα έργο Est-il Bon? Est-il Méchant? (Είναι καλός ή είναι κακός;), το οποίο συνοψίζει τον νεωτερικό τρόπο σκέψης με τον οποίο αντιμετωπίζονταν τα ερωτήματα που αφορούσαν την ανθρώπινη ηθική από το Διαφωτισμό: σαν προβλήματα που επιλύονταν με την διανοητική έρευνα παρά με την επιβολή μιας εξωτερικής εξουσίας.
Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό των νέων κοινωνικών επιστημών ήταν η νέα τους τάση προς τον πολιτιστικό σχετικισμό: η ιδέα ότι δεν υπήρχε ένας μόνο πολιτισμός, σίγουρα όχι ο Χριστιανικός, που θα μπορούσε να θέσει το μέτρο της τελειότητας μέσω του οποίου θα έκρινε τους υπόλοιπους. Αυτή η τάση δεν ήταν σε καμία περίπτωση καθολική μεταξύ των φιλοσόφων, ήταν όμως ένα ισχυρό χαρακτηριστικό της προσέγγισης που εξετάζουμε με τον Γαλλικό Διαφωτισμό. Οι Σκοτσέζοι του Διαφωτισμού (ειδικά ο Χιουμ, ο Σμιθ και ο Φέργκιουσον) ήταν προσκολλημένοι σε ένα μοντέλο ανθρώπινης ανάπτυξης, στο οποίο η ευρωπαϊκή κοινωνία φαινόταν να είναι πιο ανεπτυγμένη.
Οι Γάλλοι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν συχνά λογοτεχνικά τεχνάσματα για να κριτικάρουν μια άποψη της ευρωπαϊκής κοινωνίας με την οποία διαφωνούσαν μέσω μιας εξιστόρησης γραμμένης από κάποιον που στην εποχή τους εθεωρείτο ως «βάρβαρος» μη-ευρωπαίος. Οι Περσικές Επιστολές του Μοντεσκιέ , μια κριτική της απόλυτης μοναρχίας όπως την ασκούσαν ο Λουδοβίκος ΙΔ’ και ΙΕ’ είναι κλασικό έργο αυτού του είδους. Φαινομενικά γραμμένο από έναν Πέρση ταξιδευτή, ανατρέπει την κλασική δυτική αντίληψη ότι ο δεσποτισμός ασκείται μόνο στην Ανατολή.
Οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν πολύ αν και κάπως άκριτα τις αναφορές ταξιδευτών, εξερευνητών ή ακόμη και ιεραποστόλων, για ξένες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς. Έθεσαν τις αναφορές αυτές στην υπηρεσία των σημαντικών τους ισχυρισμών ότι η ανθρώπινη φύση ήταν κατά βάση ομοιογενής, διαφέροντας μόνο σε σχέση με τις τοπικές καταστάσεις και ιδιαίτερες περιστάσεις, που ποίκιλαν από τις οικολογικές μέχρι τις πολιτικές. Όπως το έθεσε ο Μοντεσκιέ, «δεν θα πρέπει κανείς να είναι επικριτικός με τις συνήθειες των άλλων λαών, αλλά θα πρέπει να προσπαθεί να τους κατανοήσει στα πλαίσια των περιστάσεών τους, και μετά να χρησιμοποιήσει την γνώση αυτή για να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του». Μολονότι ήταν λίγο εύπιστοι απέναντι στη χρήση των ιστοριών των πιο αμφιλεγόμενων από αυτούς τους ταξιδιώτες, το παθιασμένο ενδιαφέρον των φιλοσόφων για άλλους πολιτισμούς ήταν ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη ενός βασικού συστατικού της κοινωνικής επιστήμης: διαπολιτισμική σύγκριση. Γιατί είναι ένα κεντρικό μεθοδολογικό αξίωμα των κοινωνικών επιστημών ότι οι θεωρίες και οι υποθέσεις πρέπει να διατυπώνονται με τέτοιον τρόπο που να επιτρέπει τη χρησιμοποίηση τους σε συγκριτικές μελέτες.
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε αυτόν τον πολιτισμικό σχετικισμό από την πεποίθηση που εξετάζουμε: την ιδέα ότι η εφαρμογή της επιστήμης και της διαφωτισμένης σκέψης για τη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου θα έκανε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες ζούσαν οι φιλόσοφοι, τις προηγμένες του κόσμου. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι οι βασικές πνευματικές μορφές του Διαφωτισμού ήταν αντίθετες προς την κατάκτηση ξένων πολιτισμών και ιδιαίτερα, την υποδούλωση των πληθυσμών τους.
Στη στάση του απέναντι στους άλλους πολιτισμούς γίνονται πιο φανερές όλες οι αντιφάσεις και οι ανακολουθίες του Διαφωτισμού. Αρκετοί Γάλλοι φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν το παράδειγμα ξένων πολιτισμών για να τονίσουν τη «βαρβαρότητα» του Γαλλικού κράτους. Κάποιοι, όπως ο Ρουσσώ χρησιμοποίησαν το παράδειγμα της «απολίτιστης κοινωνίας» για να καταδείξουν πως ο πολιτισμός κάνει τους ανθρώπους να ανατρέπουν το φυσικό τους ανθρωπισμό και να δημιουργούν ανισότητες. Η ιδέα του «ευγενούς αγρίου», η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι καλός από την φύση του και γίνεται κακός από την κοινωνία, ταιριάζει πολύ στην Διαφωτιστική άποψη για την ομοιομορφία της ανθρώπινης φύσης. Αντίθετα, ο Σκοτσέζικος Διαφωτισμός ανέπτυξε μερικά κλιμακωτά μοντέλα των ιστορικών βημάτων μέσω των οποίων, υπέθεταν ότι η ανθρώπινη κοινωνία είχε εξελιχθεί. Αυτά τα μοντέλα έθεταν τυπικά την Σκοτσέζικη κοινωνία του 18ου αιώνα στην κορυφή της ανθρώπινης εξέλιξης, με τις «απολίτιστες» ή «βάρβαρες» κοινωνίες που ανακαλύφθηκαν από την αποικιακή εξερεύνηση στην Αμερική και αλλού στον αντίποδα της κλίμακας.
Η απλή περιέργεια, ο σκεπτικισμός και η πεποίθηση ότι οι επιστημονικές αρχές μπορούν να εφαρμοστούν στα ανθρώπινα ζητήματα δεν ήταν αρκετά. Ο ξεχωριστός χαρακτήρας των αναδυόμενων κοινωνικών επιστημών δόθηκε από την δέσμευση των εισηγητών τους στην κοινωνική αλλαγή, σε μια μεταμόρφωση των ανθρώπινων υποθέσεων μέσω της ανάπτυξης της κατανόησης του ανθρώπου για τον εαυτό του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ